Νόμοι E-mail
  ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ
[17/06/2010 ]

Προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας στις οδηγίες 2007/64/ΕΚ, 2007/44/ΕΚ και 2010/16/ΕΕ που αφορούν υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, προληπτική αξιολόγηση προτάσεων απόκτησης συμμετοχής σε επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα και άλλες διατάξεις.

ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ  Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις οδηγίες2007/64/ΕΚ, 2007/44/ΕΚ και 2010/16/ΕΕ που αφορούν υπηρεσίες πληρωμών στηνεσωτερική αγορά, προληπτική αξιολόγηση προτάσεων απόκτησης συμμετοχής σεεπιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα και άλλες διατάξεις.
ΓΙΑ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ
(σύμφωνο με το άρθρο 36 παρ. 7 του Κανονισμού της Βουλής)
 

Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις οδηγίες 2007/64/ΕΚ, 2007/44/ΕΚ και2010/16/ΕΕ που αφορούν υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, προληπτικήαξιολόγηση προτάσεων απόκτησης συμμετοχής σε επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικούτομέα και άλλες διατάξεις.
 

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
 

ΤΙΤΛΟΣ Ι ΣΚΟΠΟΣ, ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ
 

Άρθρο 1 ( άρθρο 1 της Οδηγίας 2007/64) Αντικείμενο
 

1.    Με το πρώτο μέρος αυτού του νόμου επιδιώκεται η ενσωμάτωση στηνελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2007/64/ΕΚ του ΕυρωπαϊκούΚοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007 «για τις υπηρεσίεςπληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των Οδηγιών 97/7/ΕΚ, 2002/60/ΕΚκαι 2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της Οδηγίας 97/5/ΕΚ» (ΕΕ (_ 319).
2.     Ο παρών νόμος θεσπίζει τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους τα κράτη μέληδιακρίνουν τις ακόλουθες έξι κατηγορίες παροχών υπηρεσιών πληρωμών:
 
α) πιστωτικά ιδρύματα κατά την έννοια της περίπτωσης (α) της παραγράφου 1 τουάρθρου 2 του ν. 3601/2007 (Α' 178), περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτωνπιστωτικών ιδρυμάτων με καταστατική έδρα εκτός Ελλάδος, τα οποία λειτουργούνστην Ελλάδα, εφόσον η άδεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος καλύπτει τηνπαροχή υπηρεσιών πληρωμών, καθώς και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
β) ιδρύματα έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος κατά την έννοια της περίπτωσης (β) τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 3601/2007, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτωνιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος με καταστατική έδρα εκτός Ελλάδος, εφόσον ηάδεια λειτουργίας του ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος καλύπτει την παροχήυπηρεσιών πληρωμών
γ) γραφεία ταχυδρομικών επιταγών τα οποία εξουσιοδοτούνται βάσει της εθνικήςνομοθεσίας να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών
δ) ιδρύματα πληρωμών κατά την έννοια του παρόντος νόμου ­ε) η Ευρωπαϊκή ΚεντρικήΤράπεζα και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες όταν δεν ενεργούν υπό την ιδιότητατους ως νομισματικές ή άλλες δημόσιες αρχές­
στ) τα κράτη μέλη ή οι περιφερειακές ή τοπικές αρχές τους όταν δεν ενεργούν υπότην ιδιότητα τους ως δημόσιες αρχές.
3. Ο παρών νόμος θεσπίζει επίσης κανόνες για τη διαφάνεια των όρων και τιςαπαιτήσεις ενημέρωσης σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών και καθορίζει τααντίστοιχα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών και τωνπαροχών υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών πληρωμών ως τακτικήαπασχόληση ή επιχειρηματική δραστηριότητα.


Άρθρο 2 (άρθρο 2 της Οδηγίας 2007/64) Πεδίο εφαρμογής
1.     Ο παρών νόμος εφαρμόζεται στις υπηρεσίες πληρωμών που παρέχονται εντόςτης Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εντούτοις, με την εξαίρεση του άρθρου 69 οι τίτλοι IIIκαι IV εφαρμόζονται μόνο όταν τόσο ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή όσοκαι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου, ή ο μοναδικός πάροχος υπηρεσιώνπληρωμών για την πράξη πληρωμής, είναι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα.
2.     Οι τίτλοι III και IV εφαρμόζονται στις υπηρεσίες πληρωμών πουπραγματοποιούνται σε ευρώ ή στο νόμισμα κράτους μέλους που δεν μετέχει στη ζώνηευρώ.


 
Άρθρο 3 (άρθρο 3 της Οδηγίας 2007/64) Εξαιρέσεις
Ο παρών νόμος δεν εφαρμόζεται:
α) σε πράξεις αποκλειστικά σε μετρητά από τον πληρωτή στο δικαιούχο, χωρίς καμίαενδιάμεση παρέμβαση· β) σε πράξεις πληρωμής από τον πληρωτή στον δικαιούχο μέσω
εμπορικού αντιπροσώπου εξουσιοδοτημένου να διαπραγματεύεται ή να συνάπτει τηνπώληση ή αγορά αγαθών ή υπηρεσιών εκ μέρους του πληρωτή ή του δικαιούχου ­
γ) στην κατ' επάγγελμα υλική μεταφορά χαρτονομισμάτων και κερμάτων,συμπεριλαμβανομένης της συλλογής, της επεξεργασίας και της παράδοσης τους·
δ) σε πράξεις πληρωμής συνιστάμενες σε μη επαγγελματική συγκέντρωση και παράδοσηχρημάτων στο πλαίσιο μη κερδοσκοπικής ή φιλανθρωπικής δραστηριότητας·
ε) σε υπηρεσίες κατά τις οποίες καταβάλλονται μετρητά από τον δικαιούχο στονπληρωτή ως μέρος πράξης πληρωμής, κατόπιν ρητής αίτησης του χρήστη της υπηρεσίαςπληρωμών αμέσως πριν την εκτέλεση πράξης πληρωμής μέσω πληρωμής για την αγοράαγαθών ή υπηρεσιών στ) στις επιχειρήσεις μετατροπής συναλλάγματος, δηλαδή, σεπράξεις "μετρητά αντί μετρητών" (03δίι ίο οβεΐι), όπου τα μετρητά δεν τηρούνταισε λογαριασμό πληρωμής­
ζ) στις πράξεις πληρωμής που βασίζονται σε οποιοδήποτε από τα ακόλουθααξιόγραφα, τα οποία εκδίδονται επί του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για να τεθούνχρηματικά ποσά στη διάθεση του δικαιούχου:
ϊ) έντυπη επιταγή, σύμφωνα με τη σύμβαση της Γενεύης της 19ης Μαρτίου
1931, με την οποία θεσπίζεται ενιαίος νόμος για την επιταγή­ϋ) έντυπη επιταγή,ανάλογη με εκείνη που αναφέρεται στο σημείο ϊ), η οποία διέπεται από τηνομοθεσία των κρατών μελών που δεν έχουν υπογράψει τη σύμβαση της Γενεύης, της19ης Μαρτίου 1931, για τον ενιαίο νόμο περί συναλλαγματικής­
ΐϋ) έντυπες εντολές πληρωμών, σύμφωνα με τη σύμβαση της Γενεύης της 7ης Ιουνίου1930, με την οποία θεσπίζεται ενιαίο δίκαιο για τις συναλλαγματικές και ταγραμμάτια­
ΐν) έντυπες εντολές πληρωμών παρόμοιες με αυτές του σημείου ΐϋ) που διέπονταιαπό τους νόμους των κρατών μελών που δεν είναι μέλη της σύμβασης της Γενεύης,της 7η ς Ιουνίου 1930, με την οποία θεσπίζεται ενιαίο δίκαιο για τιςσυναλλαγματικές και τα γραμμάτια ­
ν) έντυπα παραστατικά ­νί) έντυπες ταξιδιωτικές επιταγές -ή νϋ) έντυπεςταχυδρομικές επιταγές όπως ορίζονται από την Παγκόσμια
Ταχυδρομική Ένωση ­η) σε πράξεις πληρωμής που πραγματοποιούνται στο πλαίσιοσυστήματος πληρωμών ή διακανονισμού τίτλων μεταξύ αντιπροσώπων διακανονισμού,κεντρικών αντισυμβαλλομένων, γραφείων εκκαθάρισης ή/και κεντρικών τραπεζών καιάλλων συμμετεχόντων στο σύστημα, και παροχών υπηρεσιών πληρωμών, με τηνεπιφύλαξη του άρθρου 25"
θ) σε πράξεις πληρωμής που αφορούν την εξυπηρέτηση περιουσιακών στοιχείωναποτελούμενων από τίτλους, περιλαμβανομένης της πληρωμής μερισμάτων, εισοδήματοςή άλλων διανεμόμενων ποσών, ή της εξαγοράς ή πώλησης, που διενεργούνται από ταπρόσωπα που αναφέρονται στο στοιχείο η) ή από επιχειρήσεις επενδύσεων, πιστωτικάιδρύματα, οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων ή επιχειρήσεις διαχείρισης πουπαρέχουν υπηρεσίες επενδύσεων και κάθε άλλη οντότητα που επιτρέπεται να φυλάσσειχρηματοοικονομικά μέσα ­ι) στις υπηρεσίες παροχών τεχνικών υπηρεσιών, οι οποίοιυποστηρίζουν την παροχή υπηρεσιών πληρωμών χωρίς ποτέ να περιέρχονται στηνκατοχή τους τα υπό μεταφορά χρηματικά ποσά στις υπηρεσίες αυτές περιλαμβάνονταιη επεξεργασία και αποθήκευση δεδομένων, οι υπηρεσίες εμπιστοσύνης και προστασίαςτης ιδιωτικής ζωής, η ταυτοποίηση δεδομένων και οντοτήτων, η παροχή τεχνολογίαςπληροφορικής (!Τ) και δικτύου επικοινωνιών, καθώς και η παροχή και συντήρησητερματικών και συσκευών που χρησιμοποιούνται για τις υπηρεσίες πληρωμών
ια) στις υπηρεσίες που βασίζονται σε μέσα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τηναπόκτηση αγαθών ή υπηρεσιών μόνο στην
επαγγελματική στέγη που χρησιμοποιεί ο εκδότης ή στο πλαίσιο εμπορικής συμφωνίαςμε τον εκδότη, είτε μέσα σε περιορισμένο δίκτυο παροχών υπηρεσιών είτε γιαπεριορισμένο φάσμα αγαθών ή υπηρεσιών
ιβ) σε πράξεις πληρωμής οι οποίες εκτελούνται μέσω τηλεπικοινωνιακής, ψηφιακής ήπληροφορικής συσκευής, κατά τις οποίες τα αγοραζόμενα αγαθά ή υπηρεσίεςπαραδίδονται και πρόκειται να χρησιμοποιηθούν μέσω τηλεπικοινωνιακής, ψηφιακής ήπληροφορικής συσκευής, εφόσον ο φορέας εκμετάλλευσης αυτής της συσκευής δενενεργεί μόνο ως μεσάζων μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του προμηθευτήτων αγαθών και υπηρεσιών
ιγ) σε πράξεις πληρωμής οι οποίες πραγματοποιούνται για ίδιο λογαριασμό μεταξύπαροχών υπηρεσιών πληρωμών και μεταξύ αντιπροσώπων ή υποκαταστημάτων
ιδ) σε πράξεις πληρωμής μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης ή μεταξύθυγατρικών επιχειρήσεων της ίδιας μητρικής επιχείρησης, χωρίς καμία ενδιάμεσηπαρέμβαση παρόχου υπηρεσίας πληρωμών εκτός από επιχείρηση που ανήκει στον ίδιοόμιλο -ή
ιε) σε υπηρεσίες παροχών για την ανάληψη μετρητών μέσω αυτόματωνταμειολογιστικών μηχανών οι οποίοι ενεργούν εξ ονόματος ενός ή περισσότερωνεκδοτών καρτών και οι οποίοι δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης-πλαισίουμε τον πελάτη που αναλαμβάνει μετρητά από λογαριασμό πληρωμής, εφόσον οι πάροχοιαυτοί δεν παρέχουν άλλες υπηρεσίες που αναφέρονται στο παράρτημα.


Άρθρο 4
(άρθρο 4 της Οδηγίας 2007/64)
Ορισμοί
Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, νοούνται ως:
1. "κράτος μέλος καταγωγής":
ΐ) το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική έδρα του παρόχου υπηρεσιώνπληρωμών, ή ϋ) εάν, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών
δεν διαθέτει καταστατική έδρα, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικάγραφεία του ­
1.    "κράτος μέλος υποδοχής": το κράτος μέλος, πλην του κράτους μέλουςκαταγωγής, στο οποίο ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών διαθέτει αντιπρόσωπο ήυποκατάστημα, ή παρέχει υπηρεσίες πληρωμών
2.    "υπηρεσίες πληρωμών": οι ακόλουθες επιχειρηματικές δραστηριότητες· α.υπηρεσίες που επιτρέπουν τις τοποθετήσεις μετρητών σε λογαριασμό πληρωμών, καθώςκαι όλες οι δραστηριότητες που απαιτούνται για την τήρηση λογαριασμού πληρωμών.β. υπηρεσίες που επιτρέπουν τις αναλήψεις μετρητών από λογαριασμό
πληρωμών, καθώς και όλες οι δραστηριότητες που απαιτούνται για την τήρησηλογαριασμού πληρωμών.
γ. εκτέλεση πράξεων πληρωμής, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς κεφαλαίων, σελογαριασμό πληρωμών που έχει ανοίξει ο χρήστης στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμώντου ή σε άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών:
ΐ. εκτέλεση εντολών άμεσης χρέωσης, συμπεριλαμβανομένης της εφάπαξ άμεσηςχρέωσης,
ϋ. εκτέλεση πράξεων πληρωμής με κάρτα πληρωμής ή ανάλογο μέσο,
ίϋ. εκτέλεση μεταφορών πίστωσης, συμπεριλαμβανομένων των πάγιων εντολών.
δ. εκτέλεση πράξεων πληρωμής στο πλαίσιο των οποίων τα χρηματικά ποσάκαλύπτονται από πιστωτικό άνοιγμα για το χρήστη υπηρεσιών πληρωμών:
ΐ. εκτέλεση εντολών άμεσης χρέωσης, συμπεριλαμβανομένης της εφάπαξ άμεσηςχρέωσης,
ϋ. εκτέλεση πράξεων πληρωμής με κάρτα πληρωμής ή ανάλογο μέσο, ίϋ. εκτέλεσημεταφορών πίστωσης, συμπεριλαμβανομένων των πάγιων εντολών.
ε. έκδοση ή/και απόκτηση μέσων πληρωμών
στ. εμβάσματα
ζ. εκτέλεση πράξεων πληρωμής όπου η συγκατάθεση του πληρωτή για να εκτελεσθείμια πράξη πληρωμής δίδεται μέσω τηλεπικοινωνιακής, ψηφιακής ή πληροφορικήςσυσκευής και η πληρωμή γίνεται στον φορά εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακού,πληροφορικού συστήματος ή δικτύου, ο οποίος ενεργεί αποκλειστικά ως μεσάζωνμεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του προμηθευτή αγαθών και υπηρεσιών.
1.     "ιδρύματα πληρωμών": τα νομικά πρόσωπα που έχουν άδεια, σύμφωνα με τοάρθρο 10, να παρέχουν και να εκτελούν υπηρεσίες πληρωμών σε ολόκληρη τηνΚοινότητα ­
2.    "πράξη πληρωμής": η ενέργεια, στην οποία προβαίνει ο πληρωτής ή οδικαιούχος, και συνίσταται στη διάθεση, μεταβίβαση ή ανάληψη χρηματικών ποσών,ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υποκείμενη υποχρέωση μεταξύ πληρωτή και δικαιούχου ­
3.     "σύστημα πληρωμών": σύστημα μεταφοράς χρηματικών ποσών το οποίο διέπεταιαπό επίσημες τυποποιημένες διαδικασίες και κοινούς κανόνες για την επεξεργασία,το συμψηφισμό ή/και το διακανονισμό πράξεων πληρωμών
4.     "πληρωτής": το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο διατηρεί λογαριασμόπληρωμών και επιτρέπει εντολή πληρωμής από αυτόν το λογαριασμό ή, εάν δενυπάρχει λογαριασμός πληρωμών, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δίνει εντολήπληρωμής ­
5.     "δικαιούχος": το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι ο τελικός αποδέκτηςτων χρηματικών ποσών που αποτελούν αντικείμενο της πράξης πληρωμής ­
6.     "πάροχος υπηρεσιών πληρωμών": οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο1, παράγραφος 1
7.    "χρήστης υπηρεσιών πληρωμών": το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χρησιμοποιείμια υπηρεσία πληρωμών ως πληρωτής ή δικαιούχος, η και με τις δύο ιδιότητες·
8.     "καταναλωτής": το φυσικό πρόσωπο που δεν ενεργεί υπό επαγγελματικήιδιότητα, όσον αφορά συμβάσεις υπηρεσιών πληρωμών που καλύπτονται από τηνπαρούσα οδηγία ­
9.    "σύμβαση-πλαίσιο": σύμβαση υπηρεσιών πληρωμών που διέπει τη μελλοντικήεκτέλεση ατομικών και διαδοχικών πράξεων πληρωμών και η οποία μπορεί ναπεριλαμβάνει την υποχρέωση και τους όρους σύστασης λογαριασμού πληρωμών
10.   "υπηρεσία εμβασμάτων": υπηρεσία πληρωμών κατά την οποία λαμβάνεταιχρηματικό ποσό από πληρωτή, χωρίς να δημιουργείται λογαριασμός πληρωμών στοόνομα του πληρωτή ή του δικαιούχου, με μοναδικό σκοπό τη μεταφορά αντίστοιχουποσού σε δικαιούχο ή σε άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που ενεργεί γιαλογαριασμό του δικαιούχου, ή/και κατά την οποία αυτά τα χρηματικά ποσάλαμβάνονται για λογαριασμό του δικαιούχου και τίθενται στη διάθεση του ­
11.   "λογαριασμός πληρωμής": ο λογαριασμός που τηρείται στο όνομα ενός ήπερισσοτέρων χρηστών υπηρεσιών πληρωμών και χρησιμοποιείται για την εκτέλεσηπράξεων πληρωμών
12.   "χρηματικά ποσά": χαρτονομίσματα και κέρματα, λογιστικό και ηλεκτρονικόχρήμα κατά την έννοια της παραγράφου 20 του άρθρου 2 του ν.3601/2007·
13.   "εντολή πληρωμής": κάθε οδηγία εκ μέρους του πληρωτή ή του δικαιούχου προςτον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών με την οποία του ζητείται να εκτελέσει μιαπράξη πληρωμής·
14.  "ημερομηνία αξίας": το χρονικό σημείο αναφοράς που χρησιμοποιεί ο πάροχοςυπηρεσιών πληρωμών για τον υπολογισμό των τόκων επί των χρηματικών ποσών πουχρεώνεται ή πιστώνεται λογαριασμός πληρωμών
15.  "συναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς": η συναλλαγματική ισοτιμία πουχρησιμεύει ως βάση για τον υπολογισμό κάθε ανταλλαγής νομισμάτων και η οποίακαθίσταται διαθέσιμη από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ή προέρχεται από πηγήδιαθέσιμη στο κοινο­ί 9. "εξακρίβωση γνησιότητας": η διαδικασία που επιτρέπειστον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να επαληθεύει τη χρήση συγκεκριμένου μέσουπληρωμών, συμπεριλαμβανομένων των εξατομικευμένων στοιχείων ασφάλειας του ­
 
 
1.     "επιτόκιο αναφοράς": το επιτόκιο που χρησιμεύει ως βάση για τονυπολογισμό των τόκων και το οποίο πρέπει να προέρχεται από πηγή διαθέσιμη στοκοινό την οποία να μπορούν να ελέγξουν αμφότερα τα μέρη της σύμβασης παροχήςυπηρεσιών πληρωμών
2.     "αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης": ο συνδυασμός γραμμάτων, αριθμών ήσυμβόλων που ορίζει στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμώνκαι τον οποίο πρέπει να διαβιβάσει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών για τη βέβαιηταυτοποίηση του άλλου
 
χρήστη υπηρεσιών πληρωμών ή/και του λογαριασμού πληρωμών του για μια πράξηπληρωμής­
1.     "αντιπρόσωπος": το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες πληρωμώνεξ ονόματος ενός ιδρύματος πληρωμών
2.     "μέσο πληρωμών": κάθε εξατομικευμένος μηχανισμός ή/και σειρά διαδικασιώνπου έχει συμφωνηθεί μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του παρόχουυπηρεσιών πληρωμών και τα οποία χρησιμοποιεί ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμώνπροκειμένου να κινήσει εντολή πληρωμής­
3.    "μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως": κάθε μέσο το οποίο μπορεί ναχρησιμοποιηθεί για τη σύναψη σύμβασης παροχής υπηρεσιών πληρωμών, χωρίς τηνταυτόχρονη φυσική παρουσία του παρόχου και του χρήστη των υπηρεσιών
4.    "μέσο ανθεκτικό στο χρόνο": κάθε μέσο που επιτρέπει στον χρήστη υπηρεσιώνπληρωμών να αποθηκεύει τις πληροφορίες που του απευθύνονται προσωπικά ώστεμελλοντικά να έχει πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές για το χρονικό διάστημα πουαπαιτείται, καθώς και την ακριβή αναπαραγωγή τους­
5.     "πολύ μικρή επιχείρηση": επιχείρηση η οποία, κατά τη στιγμή της σύναψηςτης σύμβασης υπηρεσίας πληρωμών, είναι επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1και του άρθρου 2 παράγραφοι 1 και 3 του Παραρτήματος της Σύστασης 2003/361/ΕΚ(ΕΕ 1_ 124)
6.     "εργάσιμη ημέρα": η ημέρα κατά την οποία ο πάροχος υπηρεσίας πληρωμών τουπληρωτή ή του δικαιούχου που εκτελεί πράξη πληρωμής εργάζεται για την εκτέλεσητης πράξης πληρωμής­
7.     "άμεση χρέωση": η υπηρεσία πληρωμής με την οποία χρεώνεται ο λογαριασμόςτου πληρωτή, όταν η πράξη πληρωμής κινείται από τον δικαιούχο βάσει τηςσυναίνεσης του πληρωτή προς τον δικαιούχο, τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών τουδικαιούχου ή τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του ίδιου του πληρωτή­
8.    "υποκατάστημα": τόπος διεξαγωγής επιχειρηματικής δραστηριότητας, εκτός τωνκεντρικών γραφείων, το οποίο είναι τμήμα ιδρύματος πληρωμών, δεν διαθέτει νομικήπροσωπικότητα και όπου διενεργούνται απευθείας μερικές ή όλες οι πράξεις πουσυνιστούν τις δραστηριότητες ενός ιδρύματος πληρωμών όλοι οι τόποι διεξαγωγήςτης επιχειρηματικής δραστηριότητας που έχουν συσταθεί στο ίδιο κράτος μέλος απόιδρύματα πληρωμών με κεντρικά γραφεία σε άλλο κράτος μέλος, θεωρούνται ένα καιμοναδικό υποκατάστημα ­
9.     "όμιλος": όμιλος επιχειρήσεων που αποτελείται από μια μητρική επιχείρηση,τις θυγατρικές της και τις επιχειρήσεις στις οποίες η μητρική επιχείρηση ή οιθυγατρικές της διαθέτουν συμμετοχή, καθώς και επιχειρήσεις που συνδέονται μεταξύτους κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 του άρθρου 42 ε του κ.ν. 2190/1920 (Α'37).
 
ΤΙΤΛΟΣ II ΠΑΡΟΧΟΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Ιδρύματα πληρωμών
Τμήμα 1
Γενικοί κανόνες
Άρθρο 5 (άρθρο 5 της Οδηγίας 2007/64) Αιτήσεις αδείας
1. Για να αποκτήσει άδεια λειτουργίας ως ίδρυμα πληρωμών στην Ελλάδα, οενδιαφερόμενος υποβάλλει στην Τράπεζα της Ελλάδος, αίτηση, συνοδευόμενη από ταακόλουθα στοιχεία:
α) πρόγραμμα δραστηριοτήτων, στο οποίο αναφέρεται ειδικότερα το είδος
των προβλεπόμενων υπηρεσιών πληρωμών β) επιχειρηματικό σχέδιο που περιλαμβάνειπρόβλεψη προϋπολογισμού για τα τρία πρώτα οικονομικά έτη, το οποίο καταδεικνύειτην ικανότητα του ιδρύματος πληρωμών να χρησιμοποιεί τα κατάλληλα και ανάλογασυστήματα, πόρους και διαδικασίες που εξασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία του ­
γ) στοιχεία που τεκμηριώνουν ότι το ίδρυμα πληρωμών διαθέτει το αρχικό
κεφαλαίο που αναφέρεται στο άρθρο 6 ­δ) για τα ιδρύματα πληρωμών του άρθρου 9παράγραφος 1 περιγραφή των μέτρων που λαμβάνονται για να διασφαλίζονται τακεφάλαια των χρηστών της υπηρεσίας πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 9 ­
ε) περιγραφή του οργανωτικού πλαισίου διακυβέρνησης και των μηχανισμώνεσωτερικού ελέγχου του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένης της διοικητικής καιλογιστικής οργάνωσης και της διαχείρισης κινδύνου, η οποία να καταδεικνύει ότιτο οργανωτικό πλαίσιο και οι εν λόγω μηχανισμοί είναι ανάλογοι, κατάλληλοι,ορθοί και επαρκείς·
στ) περιγραφή των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου που έχει θεσπίσει ο αιτών ώστενα τηρεί τις υποχρεώσεις σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομεςδραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας που προβλέπει ο ν.3691/2008 (Α' 166) και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1781/2006 του ΕυρωπαϊκούΚοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Νοεμβρίου 2006, περί των πληροφοριώνγια τον πληρωτή που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών,
ζ) περιγραφή της οργανωτικής δομής του αιτούντος, και ενδεχομένως τηςσχεδιαζόμενης χρήσης αντιπροσώπων και υποκαταστημάτων, και περιγραφή τωνρυθμίσεων εξωτερικής ανάθεσης, και της συμμετοχής του σε εθνικό ή διεθνέςσύστημα πληρωμών
η) ταυτότητα των προσώπων που κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, ειδικές συμμετοχές στοίδρυμα πληρωμών, κατά την έννοια της παραγράφου 13 του άρθρου 2 του ν. 3601/2007το μέγεθος της πραγματικής τους συμμετοχής, καθώς και στοιχεία για τηνκαταλληλότητα τους, ενόψει της ανάγκης να εξασφαλισθεί η ορθή και συνετήδιαχείριση του ιδρύματος πληρωμών
θ) ταυτότητα των διευθυντικών στελεχών και των υπευθύνων για τη διαχείριση τουιδρύματος πληρωμών και, ενδεχομένως, των υπευθύνων διαχείρισης τωνδραστηριοτήτων υπηρεσιών πληρωμών του ιδρύματος, καθώς και στοιχεία πουαποδεικνύουν ότι είναι έντιμοι και διαθέτουν κατάλληλες γνώσεις και πείρα γιατην παροχή υπηρεσιών πληρωμών όπως προβλέπεται στο κράτος μέλος καταγωγής τουιδρύματος πληρωμών
ι) ανάλογα με την περίπτωση, ταυτότητα των νόμιμων ελεγκτών ή των ελεγκτικώνγραφείων όπως ορίζονται στο ν.3693/2008 (ΑΊ74)­ια) νομική μορφή και εταιρικό τουαιτούντος­
ιβ) διεύθυνση των κεντρικών γραφείων του αιτούντος. Για τους σκοπούς τωνστοιχείων δ), ε) και στ), ο αιτών περιγράφει τις ελεγκτικές και οργανωτικέςρυθμίσεις που έχει θεσπίσει ώστε να λαμβάνονται όλα τα εύλογα μέτρα για τηνπροστασία των συμφερόντων των χρηστών του και να διασφαλίζεται η αδιάλειπτη καιαξιόπιστη παροχή των υπηρεσιών πληρωμών.
2. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος εξειδικεύονται οι προϋποθέσεις και ηδιαδικασία για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας.
 

Άρθρο 6 (άρθρο 6 της Οδηγίας 2007/64) Αρχικό κεφάλαιο
Τα ιδρύματα πληρωμών πρέπει να έχουν, κατά τη στιγμή της αδειοδότησης, αρχικόκεφάλαιο το οποίο απαρτίζεται από τα στοιχεία που ορίζονται στην παράγραφο 4 τουάρθρου 2 του ν. 3601/2007, ως εξής:
α) όταν το ίδρυμα πληρωμών παρέχει μόνον τις υπηρεσίες πληρωμών της περίπτωσης(ζ) της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του νόμου αυτού, το κεφάλαιο του δεν πρέπειποτέ να υπολείπεται του ποσού των 20.000 ευρώ­
β) όταν το ίδρυμα πληρωμών παρέχει την υπηρεσία πληρωμών της περίπτωσης (η) τηςπαραγράφου 3 του άρθρου 4 του νόμου αυτού, το κεφάλαιο του δεν πρέπει ποτέ ναυπολείπεται του ποσού των 50.000 ευρώ και
γ) όταν το ίδρυμα πληρωμών ασκεί οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες πληρωμών τωνπεριπτώσεων (α) έως (στ) της παραγράφου 3 του άρθρου 4 αυτού του νόμου, τοκεφάλαιο του δεν πρέπει ποτέ να υπολείπεται του ποσού των 125.000 ευρώ.
 

Άρθρο 7 (άρθρο 7 της Οδηγίας 2007/64) Ίδια κεφάλαια
1 Τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών, όπως αυτά ορίζονται στην ΠΔ/ΤΕ2587/20.8.2007(Β' 1738) δεν μπορούν να υπολείπονται του μεγαλύτερου ποσού πουαναφέρεται στα άρθρα 6 ή 8.
1.     Δεν επιτρέπεται η πολλαπλή χρήση στοιχείων επιλέξιμων ως ίδια κεφάλαιαεφόσον το ίδρυμα πληρωμών ανήκει στον ίδιο όμιλο με άλλο ίδρυμα πληρωμών,πιστωτικό ίδρυμα, επιχείρηση επενδύσεων, εταιρεία διαχείρισης περιουσιακώνστοιχείων ή ασφαλιστική επιχείρηση. Η παράγραφος αυτή ισχύει επίσης όταν έναίδρυμα πληρωμών είναι υβριδικού χαρακτήρα και ασκεί δραστηριότητες άλλες από τηνπαροχή υπηρεσιών πληρωμής που αναφέρονται στο παράρτημα.
2.    Εφόσον πληρούνται οι όροι του άρθρου 31 του ν.3601/2007 η Τράπεζα τηςΕλλάδος δύναται να επιλέξει να μην εφαρμόσει το άρθρο 8 στα ιδρύματα πληρωμώνπου συμπεριλαμβάνονται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση του μητρικού πιστωτικούιδρύματος σύμφωνα με το ν. 3601/2007.
 
Άρθρο 8 (άρθρο 8 της Οδηγίας 2007/64) Υπολογισμός ιδίων κεφαλαίων
1. Με την επιφύλαξη των αρχικών απαιτήσεων κεφαλαίου του άρθρου 6, τα ιδρύματαπληρωμών πρέπει να έχουν πάντοτε ίδια κεφάλαια που υπολογίζονται σύμφωνα με μιααπό τις ακόλουθες τρεις μεθόδους, σύμφωνα με τα οριζόμενα από την Τράπεζα τηςΕλλάδος σε σχετική απόφαση της:
Μέθοδος Α
Τα ίδια κεφάλαια των ιδρυμάτων πληρωμών ισούνται προς τουλάχιστον το 10 % τωνπαγίων εξόδων τους κατά το προηγούμενο έτος. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί νααναπροσαρμόζει την απαίτηση αυτή σε περίπτωση ουσιαστικής μεταβολής τωνδραστηριοτήτων του ιδρύματος πληρωμών σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Εάν τοίδρυμα πληρωμής δεν έχει ακόμα ασκήσει τις δραστηριότητες της κατά τη διάρκειαενός ολόκληρου έτους κατά την ημερομηνία υπολογισμού, η κεφαλαιακή απαίτησηισοδυναμεί με το 10 % των αντίστοιχων παγίων εξόδων που προβλέπονται στοεπιχειρηματικό της σχέδιο, εκτός εάν η Τράπεζα της Ελλάδος ζητήσει αναπροσαρμογήτου σχεδίου αυτού.
Μέθοδος Β
Τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών ισούνται προς τουλάχιστον το άθροισματων ακόλουθων στοιχείων, πολλαπλασιαζόμενο επί συντελεστή προσαύξησης Κ, οοποίος ορίζεται στην παράγραφο 2, όπου ο όγκος πληρωμών (ΟΠ) αντιπροσωπεύει τοένα δωδέκατο του συνολικού ποσού πράξεων πληρωμών που εκτέλεσε το ίδρυμαπληρωμών κατά το προηγούμενο έτος:

α) 4,0 % του μεριδίου του ΟΠ μέχρι 5 εκατ. ευρώ συν
β) 2,5 % του μεριδίου του ΟΠ άνω των 5 εκατ. ευρώ και μέχρι 10 εκατ. ευρώ
συν
γ) 1 % του μεριδίου του ΟΠ άνω των 10 εκατ. ευρώ και μέχρι 100 εκατ. ευρώ
συν
δ) 0,5 % του μεριδίου του ΟΠ άνω των 100 εκατ. ευρώ και μέχρι 250 εκατ. ευρώ
συν
ε) 0,25 % του μεριδίου του ΟΠ άνω των 250 εκατ. ευρώ.


Μέθοδος Γ
Τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών ισούνται προς ποσό τουλάχιστον ίσο προςτο σχετικό δείκτη που ορίζεται στο στοιχείο α) πολλαπλασιαζόμενο επί συντελεστήπου ορίζεται στο στοιχείο β) και επί τον συντελεστή προσαύξησης κ, ο οποίοςορίζεται στην παράγραφο 2:
α) Ο σχετικός δείκτης είναι το άθροισμα των εξής
-.           εισόδημα από τόκους,
-           πληρωθέντες τόκοι,
-           εισπραχθείσες προμήθειες και τέλη και
-            άλλα έσοδα εκμεταλλεύσεως. Κάθε στοιχείο περιλαμβάνεται στοάθροισμα με το πρόσημο του, θετικό ή αρνητικό. Έσοδα από εξαιρετικά ή μη τακτικάστοιχεία δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον υπολογισμό του σχετικού δείκτη.Οι δαπάνες για την εξωτερική ανάθεση υπηρεσιών επιτρέπεται να μειώνουν τονκατάλληλο δείκτη, αν καταβάλλονται σε επιχειρήσεις που εποπτεύονται υπό τηνέννοια του παρόντος νόμου. Ο σχετικός δείκτης υπολογίζεται με βάση τιςτελευταίες δωδεκάμηνες παρατηρήσεις στο τέλος της τελευταίας διαχειριστικήςχρήσης. Ο σχετικός δείκτης υπολογίζεται βάσει του τελευταίου οικονομικού έτους.Ωστόσο, τα ίδια κεφάλαια που υπολογίζονται με τη μέθοδο Γ δεν κατέρχονται κάτωτου 80 % του μέσου όρου των τριών τελευταίων οικονομικών ετών για τον σχετικόδείκτη. Εάν δεν υπάρχουν ελεγμένα στοιχεία, επιτρέπεται να χρησιμοποιούνταιεπιχειρηματικές εκτιμήσεις. β) Ο πολλαπλασιαστικός συντελεστής είναι:

 ΐ) το 10 % του μεριδίου του σχετικού δείκτη μέχρι 2,5 εκατ. ευρώ, ϋ) 8% του μεριδίου του σχετικού δείκτη από 2,5 εκατ. ευρώ μέχρι 5 εκατ. ευρώ,

ϋ'ι) 6 % του μεριδίου του σχετικού δείκτη από 5 εκατ. ευρώ μέχρι 25 εκατ.ευρώ,
ΐν) 3 % του μεριδίου του σχετικού δείκτη από 25 εκατ. ευρώ μέχρι 50 εκατ. ευρώ,

ν) 1,5 % άνω των 50 εκατ. ευρώ.


2. Ο συντελεστής προσαύξησης που χρησιμοποιείται στις μεθόδους Β και Γ είναι:
α) 0,5, όταν το ίδρυμα πληρωμών παρέχει μόνον την υπηρεσία πληρωμών τηςπερίπτωσης (ζ) της παραγράφου 3 του άρθρου 4 αυτού του νόμου,
β) 0,8, όταν το ίδρυμα πληρωμών παρέχει την υπηρεσία πληρωμών της
περίπτωσης (η) της παραγράφου 3 του άρθρου 4 αυτού του νόμου, γ) 1, όταν τοίδρυμα πληρωμών παρέχει μόνον οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες πληρωμών τωνπεριπτώσεων (α) έως (στ) της παραγράφου 3 του άρθρου 4 αυτού του νόμου,
3. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται βασιζόμενη στην αξιολόγηση των διαδικασιώνδιαχείρισης κινδύνου, της βάσης δεδομένων κινδύνου ζημίας και των μηχανισμώνεσωτερικού ελέγχου του ιδρύματος πληρωμών, να απαιτεί από το ίδρυμα πληρωμών νακατέχει ποσό εκ των ιδίων κεφαλαίων του ανώτερο έως 20 % του ποσού που θαπροέκυπτε από την εφαρμογή της μεθόδου που επιλέγεται σύμφωνα με την παράγραφο 1ή να του επιτρέπει να κατέχει ποσό εκ των ιδίων κεφαλαίων του κατώτερο έως 20 %του ποσού που θα προέκυπτε από την εφαρμογή της μεθόδου που επιλέγεται σύμφωναμε την παράγραφο 1.

 


Άρθρο 9 (άρθρο 9 της Οδηγίας 2007/64) Απαιτήσεις διασφάλισης
1. Η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί από τα ιδρύματα πληρωμών, τα οποία παρέχουνοποιαδήποτε από τις υπηρεσίες πληρωμών της παραγράφου 3 του άρθρου 4 ενώ,ταυτόχρονα, ασκούν και άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες που αναφέρονται στηνπερίπτωση (γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 16 να διασφαλίζουν τα χρηματικά ποσάπου λαμβάνουν από τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών ή μέσω άλλου παρόχουυπηρεσιών πληρωμών για την εκτέλεση πράξεων πληρωμών, με τους ακόλουθουςτρόπους:
Είτε:
α)
Ί. τα χρηματικά αυτά ποσά δεν πρέπει να αναμειγνύονται ποτέ με τα χρηματικά ποσάφυσικών ή νομικών προσώπων διαφορετικών από τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμώνστο όνομα των οποίων κατέχονται τα χρηματικά αυτά ποσά και, εάν κατέχονται ακόμηαπό το ίδρυμα πληρωμών και δεν έχουν ακόμη καταβληθεί στο δικαιούχο ούτε έχουνμεταφερθεί σε άλλον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών μέχρι το τέλος της εργάσιμηςημέρας που έπεται της ημέρας παραλαβής τους, κατατίθενται σε χωριστό λογαριασμόσε πιστωτικό ίδρυμα ή επενδύονται σε ασφαλή και ρευστά στοιχεία ενεργητικούχαμηλού κινδύνου τα οποία καθορίζονται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλουςκαταγωγής και
ϋ. προστατεύονται διά της νομοθεσίας των κρατών μελών, προς το συμφέρον αυτώντων χρηστών των υπηρεσιών πληρωμών, έναντι αξιώσεων άλλων πιστωτών του ιδρύματοςπληρωμών, ιδίως σε περίπτωση αφερεγγυότητας­
είτε:
β) καλύπτονται από ασφαλιστήριο ή άλλη συγκρίσιμη εγγύηση από ασφαλιστικήεταιρεία ή πιστωτικό ίδρυμα που δεν ανήκει στον ίδιο όμιλο με το ίδρυμα πληρωμώνγια ποσό ισοδύναμο προς εκείνο που θα είχε διαχωριστεί ελλείψει ασφαλιστηρίου ήάλλης συγκρίσιμης εγγύησης, πληρωτέο αν το ίδρυμα πληρωμών αδυνατεί ναανταποκριθεί στις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις του.
1.     Όταν ένα ίδρυμα πληρωμών υποχρεούται να διασφαλίζει χρηματικά ποσάδυνάμει της παραγράφου 1 και τμήμα των χρηματικών αυτών ποσών πρόκειται ναχρησιμοποιηθεί για μελλοντικές πράξεις πληρωμών και το υπόλοιπο ποσό πρόκειταινα χρησιμοποιηθεί για υπηρεσίες άλλες εκτός των υπηρεσιών πληρωμών, το τμήμα τωνχρηματικών ποσών που προορίζεται για μελλοντικές πράξεις πληρωμών υπόκειταιεπίσης στις απαιτήσεις της παραγράφου 1. Όταν το εν λόγω τμήμα κυμαίνεται ή δενείναι γνωστό εκ των προτέρων, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματαπληρωμών να εφαρμόζουν την παρούσα παράγραφο βάσει αντιπροσωπευτικού τμήματος τοοποίο θεωρείται ότι χρησιμοποιείται για υπηρεσίες πληρωμών, εφόσον τοαντιπροσωπευτικό αυτό τμήμα μπορεί να εκτιμηθεί ευλόγως βάσει ιστορικώνδεδομένων κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές.
2.     Τα ιδρύματα πληρωμών, τα οποία δεν ασκούν επιχειρηματικές δραστηριότητεςδιαφορετικές των υπηρεσιών πληρωμών, που αναφέρονται στο άρθρο 16 παράγραφος 1στοιχείο γ), θα πρέπει να τηρούν και αυτά τις απαιτήσεις διασφάλισης τηςπαραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
 
Άρθρο 10 (άρθρο 10 της Οδηγίας 2007/64) Χορήγηση αδείας
1.    Επιχειρήσεις, εκτός των αναφερόμενων στις περιπτώσεις (α), (β), ( γ), (ε)και (στ) της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του νόμου αυτού, οι οποίες σκοπεύουν ναπαρέχουν υπηρεσίες πληρωμών, υποχρεούνται να λάβουν άδεια ως ιδρύματα πληρωμώνπριν αρχίσουν την παροχή των υπηρεσιών πληρωμών. Η άδεια χορηγείται μόνον σενομικά πρόσωπα εγκατεστημένα στην Ελλάδα.
2.     Άδεια χορηγείται εάν οι πληροφορίες και τα δικαιολογητικά που συνοδεύουντην αίτηση πληρούν όλες τις απαιτήσεις δυνάμει του άρθρου 5 και εάν η Τράπεζατης Ελλάδος μετά από διεξοδική εξέταση της αίτησης, καταλήξει σε ευνοϊκήσυνολική αξιολόγηση.
3.    Κάθε ίδρυμα πληρωμών με καταστατική έδρα στην Ελλάδα οφείλει να έχει τακεντρικά του γραφεία στην Ελλάδα.
4.    Η Τράπεζα της Ελλάδος χορηγεί άδεια μόνο εάν, ενόψει της ανάγκης ναεξασφαλιστεί ορθή και συνετή διαχείριση ενός ιδρύματος πληρωμών, το ίδρυμαπληρωμών διαθέτει άρτιο οργανωτικό πλαίσιο σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών, τοοποίο περιλαμβάνει σαφή οργανωτική δομή με σαφείς, διαφανείς και συνεπείςγραμμές ευθύνης, αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης,παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων τους οποίους αναλαμβάνει ή ενδέχεται νααναλάβει, καθώς και επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένωνκατάλληλων διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών το πλαίσιο, οι διαδικασίες καιοι μηχανισμοί είναι εκτενείς και ανάλογοι προς τη φύση, την κλίμακα και τηνπολυπλοκότητα των υπηρεσιών πληρωμών που παρέχει το ίδρυμα πληρωμών.
5.    Όταν ένα ίδρυμα πληρωμών παρέχει οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες πληρωμώντου παραρτήματος και, ταυτόχρονα, ασκεί άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες,απαιτείται η σύσταση χωριστού φορέως για τις δραστηριότητες υπηρεσιών πληρωμώνόταν οι εκτός των υπηρεσιών πληρωμών δραστηριότητες του ιδρύματος πληρωμώνβλάπτουν ή υπάρχει κίνδυνος να βλάψουν είτε την οικονομική ευρωστία τουιδρύματος είτε την ικανότητα των αρμοδίων αρχών να παρακολουθούν τη συμμόρφωσητου ιδρύματος προς τις υποχρεώσεις που καθορίζει ο παρών νόμος. Την απόφασηλαμβάνει η Τράπεζα της Ελλάδος.
6.     Η άδεια δεν χορηγείται εάν, η Τράπεζα της Ελλάδος, λαμβάνοντας υπόψη τηνανάγκη να εξασφαλίσει την ορθή και συνετή διαχείριση ενός ιδρύματος πληρωμών,δεν έχει πεισθεί ως προς την καταλληλότητα των μετόχων ή των κατόχων ειδικώνσυμμετοχών.
7.    Όταν υπάρχουν στενοί δεσμοί, κατά την έννοια της παραγράφου 16 του άρθρου2 του ν. 3601/2007 μεταξύ του ιδρύματος πληρωμών και άλλων φυσικών ή νομικώνπροσώπων, η άδεια λειτουργίας χορηγείται μόνον εάν οι δεσμοί αυτοί δενπαρεμποδίζουν τη σωστή εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής της Τράπεζας τηςΕλλάδος.
8.    Η άδεια χορηγείται μόνον εάν οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικέςδιατάξεις τρίτης χώρας στις οποίες υπάγονται ένα ή περισσότερα πρόσωπα, φυσικά ήνομικά, με τα οποία το ίδρυμα πληρωμών έχει στενούς δεσμούς, ή τυχόν δυσχέρειεςεπιβολής της εφαρμογής των εν λόγω νομοθετικών κανονιστικών ή διοικητικώνδιατάξεων, δεν παρεμποδίζουν την ορθή εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής τηςΤράπεζας της Ελλάδος.
9.     Η άδεια ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη και επιτρέπει στο ίδρυμα πληρωμών ναπαρέχει υπηρεσίες πληρωμών σε ολόκληρη την Κοινότητα, είτε υπό καθεστώςελεύθερης παροχής υπηρεσιών είτε υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης, εφόσον οιυπηρεσίες αυτές καλύπτονται από την άδεια.
 


Άρθρου (άρθρο 11 της Οδηγίας 2007/64) Κοινοποίηση της απόφασης
Μέσα σε τρεις μήνες από την παραλαβή της αίτησης ή, εφόσον η αίτηση είναιελλιπής, μέσα σε τρείς μήνες από την παραλαβή όλων των πληροφοριών πουαπαιτούνται για τη λήψη απόφασης, η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει τον αιτούνταεάν η αίτηση του έγινε δεκτή ή απερρίφθη. Η απόρριψη της αίτησης αιτιολογείταικαταλλήλως.
 

Άρθρο 12 (άρθρο 12 της Οδηγίας 2007/64) Ανάκληση της άδειας
1. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας
ιδρύματος πληρωμών μόνο όταν το ίδρυμα: α) δεν έχει κάνει χρήση της άδειαςλειτουργίας μέσα σε 12 μήνες, παραιτείται ρητώς απ' αυτήν ή έπαυσε να ασκεί τηδραστηριότητα του για περίοδο μεγαλύτερη των έξι μηνών,
β) απέκτησε την άδεια λειτουργίας με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλοαντικανονικό τρόπο ­
γ) δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση της άδειας" δ) η συνέχισητων εργασιών παροχής υπηρεσιών πληρωμών θα αποτελούσε απειλή για τη σταθερότητατου συστήματος πληρωμών · ή
ε) εμπίπτει στις λοιπές περιπτώσεις ανακλήσεως άδειας λειτουργίας πουπροβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία.
1.    Η ανάκληση της άδειας λειτουργίας αιτιολογείται και κοινοποιείται στουςενδιαφερομένους.
2.    Η ανάκληση της άδειας λειτουργίας δημοσιοποιείται.
 
Άρθρο 13 (άρθρο 13 της Οδηγίας 2007/64) Καταχώριση
1.     Καταρτίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος δημόσιο μητρώο των ιδρυμάτωνπληρωμών, των αντιπροσώπων και των υποκαταστημάτων τους, καθώς και δημόσιομητρώο των ιδρυμάτων της παραγράφου 3 του άρθρου 2 της Οδηγίας, όπωςενσωματώνεται στην εθνική νομοθεσία των κρατών μελών που δικαιούνται βάσει τηςεθνικής νομοθεσίας να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών. Τα ανωτέρω ιδρύματα καιπρόσωπα καταχωρίζονται στο μητρώο του κράτους μέλους καταγωγής.
2.    Το μητρώο προσδιορίζει τις υπηρεσίες πληρωμών για τις οποίες έχειχορηγηθεί άδεια στο ίδρυμα πληρωμών. Το μητρώο είναι διαθέσιμο στο κοινό,προσβάσιμο ηλεκτρονικά, και ενημερώνεται τακτικά.
3.     Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζονται οι τεχνικές λεπτομέρειεςγια την τήρηση και ενημέρωση του μητρώου και την πρόσβαση του κοινού σε αυτό.
 
Άρθρο 14 (άρθρο 14 της Οδηγίας 2007/64} Διατήρηση της άδειας
Εάν επέλθει οποιαδήποτε μεταβολή η οποία επηρεάζει την ακρίβεια των πληροφοριώνκαι των δικαιολογητικών που προβλέπονται κατά το άρθρο 5, το ίδρυμα πληρωμώνενημερώνει αμέσως την Τράπεζα της Ελλάδος.
 

Άρθρο 15 (άρθρο 15 της Οδηγίας 2007/64) Λογιστική και υποχρεωτικός έλεγχος
1. Οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 19ης
1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου τηςΙουλίου 2002 «γιατην εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων» εφαρμόζονται, τηρουμένων τωναναλογιών, στα ιδρύματα πληρωμών.
1.     Εάν δεν εξαιρούνται δυνάμει του κ.ν. 2190/1920 οι ετήσιοι και οιενοποιημένοι λογαριασμοί των ιδρυμάτων πληρωμών ελέγχονται από νόμιμους ελεγκτέςή ελεγκτικά γραφεία κατά την έννοια του ν. 3693/2008
2.     Για λόγους εποπτείας, τα ιδρύματα πληρωμών υποχρεούνται να παρέχουνχωριστές λογιστικές πληροφορίες για τις υπηρεσίες πληρωμών που αναφέρονται στηνπαράγραφο 3 του άρθρου 4 και για τις δραστηριότητες που αναφέρονται στηνπαράγραφο 1 του άρθρου 16, οποίες πρέπει να περιλαμβάνονται σε έκθεση ορκωτούελεγκτή. Η έκθεση εκπονείται, ανάλογα με την περίπτωση, από τους νόμιμουςελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία.
3.     Οι υποχρεώσεις του άρθρου 61 του ν.3601/2007 εφαρμόζονται, τηρουμένων τωναναλογιών, στους νόμιμους ελεγκτές ή τα ελεγκτικά γραφεία των ιδρυμάτων πληρωμώνόσον αφορά τις δραστηριότητες υπηρεσιών πληρωμών.
 
Άρθρο 16
(άρθρο 16 της Οδηγίας 2007/64) Δραστηριότητες
1. Εκτός από την παροχή υπηρεσιών πληρωμών που αναφέρονται στην παράγραφο 3 τουάρθρου 4 τα ιδρύματα πληρωμών μπορούν να ασκήσουν τις ακόλουθες δραστηριότητες:
α) παροχή λειτουργικών και στενά συνδεόμενων επικουρικών υπηρεσιών, όπωςεξασφάλιση της εκτέλεσης των πράξεων πληρωμής, υπηρεσίες συναλλάγματος,υπηρεσίες φύλαξης, καθώς και αποθήκευση και επεξεργασία δεδομένων
β) λειτουργία συστημάτων πληρωμών, με την επιφύλαξη του άρθρου 25· Υ)επιχειρηματικές δραστηριότητες εκτός της παροχής υπηρεσιών πληρωμών, τηρουμένουτου ισχύοντος δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εθνικού δικαίου.
 
1.    Όταν τα ιδρύματα πληρωμών παρέχουν μία ή περισσότερες από τις υπηρεσίεςπληρωμών που απαριθμούνται στην παράγραφο 3 του άρθρου 4, μπορούν να τηρούνλογαριασμούς πληρωμών που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για πράξεις πληρωμών. Ηπαραλαβή εκ μέρους των ιδρυμάτων πληρωμών τυχόν χρηματικών ποσών από τουςχρήστες με σκοπό να τους παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών δεν συνιστά αποδοχήκαταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων κατά την έννοια των παραγράφων 1 και 3του άρθρου 4 του ν. 3601/2007 ή έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος κατά την έννοια τηςπαραγράφου 5 του άρθρου 4 του ν. 3601/2007.
2.    Τα ιδρύματα πληρωμών μπορούν να παρέχουν πίστωση σε σχέση με τις υπηρεσίεςπληρωμών των περιπτώσεων (ε), (στ) ή (η) της παραγράφου 3 του άρθρου 4, μόνοναν:
 
α) η πίστωση είναι επικουρική και χορηγείται αποκλειστικά σε συνδυασμό
με την εκτέλεση μιας πράξης πληρωμής· β) παρά την κείμενη νομοθεσία για τηχορήγηση πίστωσης μέσω πιστωτικών καρτών, η πίστωση που χορηγείται σε συνδυασμόμε πληρωμή και εκτελείται σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 9 και το άρθρο 24αποπληρώνεται μέσα σε 12 μήνες το πολύ ­
γ) η πίστωση αυτή δεν χορηγείται από χρηματικά ποσά που έχουν ληφθεί
ή κρατούνται για την εκτέλεση πράξης πληρωμής και δ) τα ίδια κεφάλαια τουιδρύματος πληρωμών είναι πάντοτε, κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος,κατάλληλα ενόψει της συνολικής χορηγούμενης πίστωσης.
1.    Τα ιδρύματα πληρωμών δεν επιτρέπεται να ασκούν, κατ' επάγγελμα, τηδραστηριότητα της αποδοχής καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων κατά τηνέννοια των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 4 του ν. 3601/2007.
2.    Οι διατάξεις του παρόντος νόμου ισχύουν υπό την επιφύλαξη των διατάξεωνΚΥΑ 91-983/199 (ΒΊ72), καθώς και άλλων σχετικών διατάξεων του δικαίου τηςΕυρωπαϊκής Ένωσης ή εθνικών νομοθετικών διατάξεων που αφορούν προϋποθέσεις όσοναφορά τη χορήγηση πιστώσεων στους καταναλωτές που είναι σύμφωνες με το δίκαιοτης Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες δεν ενσωματώνονται με τον παρόντα νόμο.
 
Τμήμα 2 Άλλες απαιτήσεις
Άρθρο 17 (άρθρο 17 της Οδηγίας 2007/64) Εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων σεαντιπροσώπους,
υποκαταστήματα ή επιχειρήσεις
1. Εάν το ίδρυμα πληρωμών προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών μέσωαντιπροσώπου, κοινοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος: α) το όνομα και τη διεύθυνσητου αντιπροσώπου ­
β) περιγραφή των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου που θα χρησιμοποιούν οιαντιπρόσωποι για να τηρούν τις υποχρεώσεις σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων απόπαράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας σύμφωνα με τον.3691/2008 και
γ) την ταυτότητα των διευθυντικών στελεχών και των υπευθύνων διαχείρισης τουαντιπροσώπου που θα ασχοληθούν την παροχή υπηρεσιών πληρωμών και αποδείξειςκαταλληλότητας και εντιμότητας αυτών.
1.    Όταν η Τράπεζα της Ελλάδος λάβει τις πληροφορίες της παραγράφου 1, δύναταινα εγγράψει τον αντιπρόσωπο στο μητρώο που προβλέπεται στο άρθρο 13.
2.    Πριν από την εγγραφή του αντιπροσώπου στο μητρώο, η Τράπεζα της Ελλάδοςδύναται, εάν θεωρεί ότι οι πληροφορίες που της παρασχέθηκαν δεν είναι ορθές, ναπροβαίνει σε περαιτέρω ενέργειες για να τις επαληθεύσει.
3.    Εάν, μετά την επαλήθευση, η Τράπεζα της Ελλάδος δεν έχει πεισθεί ότι οιπληροφορίες που της παρασχέθηκαν βάσει της παραγράφου 1 είναι ορθές, δενεγγράφει τους αντιπροσώπους στο μητρώο του άρθρου 13.
4.    Εάν το ίδρυμα πληρωμών επιθυμεί να παράσχει υπηρεσίες πληρωμών σε άλλοκράτος μέλος με την πρόσληψη αντιπροσώπου, ακολουθεί τις διαδικασίες του άρθρου24. Στην περίπτωση αυτή, πριν από την εγγραφή του αντιπροσώπου σύμφωνα με τοπαρόν άρθρο, η Τράπεζα της Ελλάδος πρέπει να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές τουκράτους μέλους υποδοχής ότι προτίθεται να εγγράψει τον αντιπρόσωπο, και να λάβειυπόψη τη γνώμη τους.
5.     Εάν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής έχουν βάσιμες υπόνοιεςότι, σε συνδυασμό με την προτιθέμενη πρόσληψη του αντιπροσώπου ή τη δημιουργίατου υποκαταστήματος, διαπράττεται ή έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε νομιμοποίησηεσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας κατά τηνέννοια του ν. 3691/2008 ή ότι η πρόσληψη του αντιπροσώπου ή η δημιουργία τουυποκαταστήματος ενδέχεται να αυξήσουν τον κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων απόπαράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ενημερώνει τηνΤράπεζα της Ελλάδος, η οποία μπορεί να μην εγγράψει τον αντιπρόσωπο ή τουποκατάστημα ή μπορεί να ανακαλέσει την εγγραφή τους, εάν έγινε ήδη.
6.     Εάν το ίδρυμα πληρωμών προτίθεται να αναθέτει λειτουργικές δραστηριότητεςυπηρεσιών πληρωμών σε εξωτερικούς συνεργάτες, ενημερώνει σχετικά την Τράπεζα τηςΕλλάδος.
 
Η εξωτερική ανάθεση σημαντικών λειτουργικών δραστηριοτήτων δεν μπορεί να γίνεταιμε τρόπο που βλάπτει ουσιαστικά την ποιότητα των εσωτερικών ελέγχων τουιδρύματος πληρωμών και την ικανότητα της Τράπεζας της Ελλάδος να παρακολουθεί τησυμμόρφωση του ιδρύματος πληρωμών με όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τιςδιατάξεις του παρόντος νόμου.
Για τους σκοπούς του προηγούμενου εδαφίου, μια λειτουργική δραστηριότηταθεωρείται σημαντική εάν η πλημμελής εκτέλεση ή η παράλειψη της θα έβλαπτεουσιαστικά τη συνεχή συμμόρφωση του ιδρύματος πληρωμών με τις απαιτήσεις τηςάδειας του η οποία ζητήθηκε βάσει του παρόντος τίτλου ή τις λοιπές υποχρεώσειςτου δυνάμει του παρόντος νόμου ή τις οικονομικές του επιδόσεις ή την ευρωστία ήτη συνέχεια των υπηρεσιών πληρωμών του. Όταν τα ιδρύματα πληρωμών αναθέτουν σεεξωτερικούς φορείς σημαντικές λειτουργικές δραστηριότητες, θα πρέπει να πληρούντις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) η ανάθεση δραστηριοτήτων σε εξωτερικούς φορείς δεν πρέπει να οδηγεί στημεταβίβαση των ευθυνών των ανώτερων διευθυντικών στελεχών
β) δεν πρέπει να μεταβάλλονται η σχέση και οι υποχρεώσεις του ιδρύματος πληρωμώνέναντι των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών του δυνάμει του παρόντος νόμου ­
γ) δεν πρέπει να θίγονται οι όροι που πρέπει να πληροί το ίδρυμα πληρωμώνπροκειμένου να λάβει και να διατηρήσει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τον παρόντατίτλο και
δ) δεν πρέπει να καταργείται ούτε να τροποποιείται κανένας από τους άλλους όρουςυπό τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια του ιδρύματος πληρωμών.
8. Το ίδρυμα πληρωμών διασφαλίζει ότι οι αντιπρόσωποι ή τα υποκαταστήματα πουενεργούν εξ ονόματος του ενημερώνουν σχετικά τους χρήστες των υπηρεσιώνπληρωμών.
 

Άρθρο 18 (άρθρο 18 της Οδηγίας 2007/64)) Ευθύνη
1.    Τα ιδρύματα πληρωμών, τα οποία αναθέτουν σε τρίτους την άσκησηλειτουργικών δραστηριοτήτων, λαμβάνουν εύλογα μέτρα προς τήρηση των απαιτήσεωντου παρόντος νόμου.
2.     Τα ιδρύματα πληρωμών έχουν πλήρη ευθύνη για τις πράξεις των υπαλλήλωντους, καθώς και κάθε δραστηριότητα των αντιπροσώπων, των υποκαταστημάτων ή τωνεπιχειρήσεων προς τους οποίους έχει γίνει εξωτερική ανάθεση.
 
Άρθρο 19 (άρθρο 19 της Οδηγίας 2007/64) Τήρηση αρχείου
Τα ιδρύματα πληρωμών τηρούν όλα τα κατάλληλα αρχεία για τους σκοπούς τουπαρόντος τίτλου επί τουλάχιστον πέντε έτη, με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν.3691/2008 ή άλλης σχετικής νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή εθνικήςνομοθεσίας.
 

Τμήμα 3 Αρμόδιες αρχές και εποπτεία
Άρθρο 20 (άρθρο 20 της Οδηγίας 2007/64) Ορισμός των αρμοδίων αρχών
1.    Η Τράπεζα της Ελλάδος ορίζεται ως αρμόδια αρχή επιφορτισμένη με τηναδειοδότηση και την προληπτική εποπτεία ιδρυμάτων πληρωμών, που θα ασκεί τακαθήκοντα που προβλέπονται στον παρόντα τίτλο.
2.     Τα καθήκοντα της Τράπεζας της Ελλάδος ως αρμόδιας αρχής που έχουν οριστείσύμφωνα με την παράγραφο 1 εμπίπτουν στην ευθύνη των αρμοδίων αρχών του κράτουςμέλους καταγωγής.
3.     Η κατά την παράγραφο 1 εποπτική αρμοδιότητα δεν συνεπάγεται αρμοδιότητακαι για την εποπτεία των λοιπών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων των ιδρυμάτωνπληρωμών πέραν της παροχής υπηρεσιών πληρωμών που ορίζονται στην παράγραφο 3 τουάρθρου 4 και των δραστηριοτήτων που απαριθμούνται στην περίπτωση α) τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 16.
 
Άρθρο 21 (άρθρο 21 της Οδηγίας 2007/64) Εποπτεία
1. Οι έλεγχοι που ασκεί η Τράπεζα της Ελλάδος για τη διαπίστωση της συνεχούςτήρησης του παρόντος τίτλου πρέπει να είναι ανάλογοι, επαρκείς καιπροσαρμοσμένοι στους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται τα ιδρύματα πληρωμών.
Κατά την άσκηση της εποπτικής της αρμοδιότητας, η Τράπεζα της
Ελλάδος δύναται, μεταξύ άλλων: α) να απαιτεί από το ίδρυμα πληρωμών να παρέχεικάθε πληροφορία απαραίτητη για τον σκοπό αυτό ­
β) να πραγματοποιεί επιτόπιους ελέγχους στο ίδρυμα πληρωμών, καθώς και σε κάθεαντιπρόσωπο ή υποκατάστημα που παρέχει υπηρεσίες πληρωμών υπό την ευθύνη τουιδρύματος ή σε κάθε εξωτερική επιχείρηση στην οποία ανατίθενται εργασίεςυπηρεσιών πληρωμών
γ) να εκδίδει συστάσεις, οδηγίες και, εφόσον ενδείκνυται, δεσμευτικέςδιοικητικές πράξεις και δ) να αναστέλλει ή να ανακαλεί την άδεια στιςπεριπτώσεις του άρθρου

2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 55Α του Καταστατικού της Τράπεζαςτης Ελλάδος, των διαδικασιών για την ανάκληση ή αναστολή άδειας λειτουργίας καιτων διατάξεων του ποινικού δικαίου, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να επιβάλλεικυρώσεις κατ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 64 και 85 του ν.3601/2007 Μπορεί επίσης να λαμβάνει, κατ'ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 62 και 65του ν. 3601/2007, μέτρα κατά των ιδρυμάτων πληρωμών ή των υπεύθυνων διευθυνόντωντους, σε περίπτωση παράβασης νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεωνσχετικών με τον έλεγχο ή την άσκηση των δραστηριοτήτων τους σχετικά με τιςυπηρεσίες πληρωμών. Σκοπός των μέτρων ή κυρώσεων είναι να παύσουν οι παραβάσειςή να εκλείψουν τα αίτια τους.
3. Παρά τις απαιτήσεις του άρθρου 6, του άρθρου 7 παράγραφοι 1 και 2 και τουάρθρου 8, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να λαμβάνει τα μέτρα της παραγράφου 1του παρόντος άρθρου, για να εξασφαλίζεται η ύπαρξη επαρκών κεφαλαίων για τιςυπηρεσίες πληρωμών, ιδίως όταν οι εκτός των υπηρεσιών πληρωμών δραστηριότητεςτου ιδρύματος πληρωμών βλάπτουν ή υπάρχει κίνδυνος να βλάψουν την οικονομική τουευρωστία.
4. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται τα θέματα καικάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, καθώς και τωνάρθρων 6-26.
 


Άρθρο 22 (άρθρο 22 της Οδηγίας 2007/64) Επαγγελματικό απόρρητο
1.    Όλα τα πρόσωπα που εργάζονται ή έχουν εργασθεί στην Τράπεζα της Ελλάδος,καθώς και οι εμπειρογνώμονες που ενεργούν εξ ονόματος αυτής, υποχρεούνται νατηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων πουκαλύπτονται από τις διατάξεις του ποινικού δικαίου.
2.    Κατά την ανταλλαγή πληροφοριών, σύμφωνα με το άρθρο 23, τηρείται αυστηράτο επαγγελματικό απόρρητο ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των δικαιωμάτων τωνιδιωτών και των επιχειρήσεων.
3.    Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται λαμβάνοντας υπόψη, τηρουμένων των αναλογιών, τοάρθρο 42 του ν.3601/2007.
 


Άρθρο 23 (άρθρο 24 της Οδηγίας 2007/64)) Ανταλλαγή πληροφοριών
1. Η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζεται με τις αρμόδιες για την εφαρμογή τουΤίτλου II του παρόντος νόμου αρχές των διάφορων κρατών μελών και, εφόσονχρειάζεται, με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και
21
τις εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών και άλλες σχετικές αρμόδιεςαρχές που έχουν ορισθεί βάσει της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της εθνικήςνομοθεσίας για τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών.
2. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ανταλλάσσει πληροφορίες με τους ακόλουθουςφορείς:
α) τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών που έχουν αναλάβει την
αδειοδότηση και την εποπτεία των ιδρυμάτων πληρωμών β) την Ευρωπαϊκή ΚεντρικήΤράπεζα και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών, υπό την ιδιότητατους ως νομισματικών και εποπτικών αρχών, και, κατά περίπτωση, άλλων δημόσιωναρχών αρμοδίων για την εποπτεία των συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού­
γ) άλλες αρμόδιες αρχές που έχουν ορισθεί βάσει των οδηγιών 2007/64, 95/46/ΕΚκαι 2005/60/ΕΚ, όπως έχουν ενσωματωθεί στη νομοθεσία των κρατών μελών ή βάσειάλλων κοινοτικών διατάξεων εφαρμοστέων στους
 


Άρθρο 24 (άρθρο 25 της Οδηγίας 2007/64) Άσκηση του δικαιώματος εγκατάστασης καιελεύθερης παροχής
υπηρεσιών
1.    Ίδρυμα πληρωμών που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα και επιθυμείνα παράσχει υπηρεσίες πληρωμών για πρώτη φορά σε άλλο κράτος μέλος είτε υπόκαθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ενημερώνειτην Τράπεζα της Ελλάδος. Μέσα σε ένα μήνα από την παραλαβή των πληροφοριών, ηΤράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχήςτην επωνυμία και τη διεύθυνση του ιδρύματος πληρωμών, τα ονόματα των υπευθύνωνγια τη διαχείριση του υποκαταστήματος, την οργανωτική δομή του και το είδος τωνυπηρεσιών πληρωμών που προτίθεται να παράσχει στο κράτος μέλος υποδοχής.
2.    Για τη διενέργεια των ελέγχων και τη λήψη των αναγκαίων μέτρων πουπροβλέπονται στο άρθρο 21 σε σχέση με τους αντιπροσώπους, τα υποκαταστήματα, ήτις εξωτερικές επιχειρήσεις στις οποίες ανατίθενται δραστηριότητες ιδρύματοςπληρωμών, εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος, η Τράπεζα της Ελλάδοςσυνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.
3.     Στο πλαίσιο της συνεργασίας που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2, ηΤράπεζα της Ελλάδος γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχήςότι επιθυμεί να διενεργήσει επιτόπιο έλεγχο στο έδαφος του τελευταίου.
Ωστόσο, εφόσον αμφότερες οι αρχές συμφωνούν, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί νααναθέσει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής τη διενέργεια επιτόπιωνελέγχων στο σχετικό ίδρυμα.
1.     Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν αμοιβαία όλες τις ουσιαστικές ή/καισχετικές πληροφορίες, ιδίως σε περίπτωση παράβασης ή εικαζόμενης παράβασης εκμέρους αντιπροσώπου, υποκαταστήματος, ή εξωτερικής οντότητας στην οποίαανατίθενται δραστηριότητες. Για το σκοπό αυτό, οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν,όταν τους ζητηθεί, όλες τις σχετικές πληροφορίες και, με ιδία πρωτοβουλία, όλεςτις ουσιαστικές πληροφορίες.
2.     Οι παράγραφοι 1 έως 4 δεν θίγουν την υποχρέωση που υπέχουν οι αρμόδιεςαρχές δυνάμει του άρθρου 6 του ν. 3691/2008 και του άρθρου 18 παράγραφος 3 τουΚανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1781/2006, να εποπτεύουν ή να παρακολουθούν την τήρηση τωναπαιτήσεων που απορρέουν από τις διατάξεις των ανωτέρω νομοθετημάτων
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Κοινές διατάξεις
Άρθρο 25 (άρθρο 28 της οδηγίας 2007/64) Πρόσβαση στα συστήματα πληρωμών
1. Οι κανόνες που διέπουν την πρόσβαση στα συστήματα πληρωμών των αδειοδοτημένωνή εγγεγραμμένων παροχών υπηρεσιών πληρωμών, οι οποίοι είναι νομικά πρόσωπα,πρέπει να είναι αντικειμενικοί, αμερόληπτοι και αναλογικοί, και να μην κωλύουν,πέραν του αναγκαίου, την πρόσβαση για την πρόληψη ορισμένων κινδύνων, όπως οκίνδυνος διακανονισμού, ο λειτουργικός κίνδυνος και ο επιχειρηματικός κίνδυνος,και την προστασία της χρηματοοικονομικής και λειτουργικής σταθερότητας τουσυστήματος πληρωμών.
Τα συστήματα πληρωμών δεν επιβάλλουν στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, στουςχρήστες υπηρεσιών πληρωμών ή σε άλλα συστήματα πληρωμών καμία από τις ακόλουθεςαπαιτήσεις:
α) περιοριστικούς κανόνες για την ουσιαστική συμμετοχή σε άλλα
συστήματα πληρωμών β) κανόνες που θεσπίζουν διακρίσεις μεταξύ των αδειοδοτημένωνπαροχών υπηρεσιών πληρωμών ή μεταξύ των εγγεγραμμένων παροχών υπηρεσιών πληρωμώνόσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, καθώς και τα παρεχόμεναπλεονεκτήματα -ή
γ) περιορισμούς βάσει του νομικού καθεστώτος.
2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται:
α) στα συστήματα πληρωμών που ορίζονται δυνάμει του ν. 2789/2000 (Α' 21)·
β) στα συστήματα πληρωμών που συνίστανται αποκλειστικά σε παρόχους υπηρεσιώνπληρωμών που ανήκουν σε όμιλο αποτελούμενο από επιχειρήσεις με κεφαλαιακούςδεσμούς όπου μία από τις συνδεμένες επιχειρήσεις διαθέτει τον ουσιαστικό έλεγχοτων άλλων συνδεμένων επιχειρήσεων ή
γ) στα συστήματα πληρωμών όπου ένας και μόνος πάροχος υπηρεσιών
πληρωμών (είτε ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο είτε ως όμιλος): ί. ενεργεί ή μπορείνα ενεργεί ως πάροχος υπηρεσιών πληρωμών τόσο για τον πληρωτή όσο και για τοδικαιούχο και είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για τη διαχείριση του συστήματος και
ϋ. παρέχει, σε άλλους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, άδεια να συμμετέχουν στοσύστημα και αυτοί οι άλλοι πάροχοι δεν έχουν το δικαίωμα να διαπραγματεύονται τατέλη μεταξύ τους όσον αφορά το σύστημα πληρωμών, αν και τους επιτρέπεται νακαθορίζουν τις τιμές τους έναντι των πληρωτών και των δικαιούχων.
 

Άρθρο 26 (άρθρο 29 της οδηγίας 2007/64) Απαγόρευση σε πρόσωπα εκτός τωνπαροχών υπηρεσιών πληρωμών να παράσχουν υπηρεσίες πληρωμών
Απαγορεύεται στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ούτε είναι πάροχοι υπηρεσιώνπληρωμών ούτε αποκλείονται ρητά από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου, ναπαρέχουν υπηρεσίες πληρωμών όπως ορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 4.
 

ΤΙΤΛΟΣ III ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΙΣΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Γενικοί κανόνες
Αρθρο 27 (Άρθρο 30 της οδηγίας 2007/64) Πεδίο εφαρμογής
1.     Ο παρών τίτλος εφαρμόζεται σε μεμονωμένες πράξεις πληρωμής, σεσυμβάσεις-πλαίσια και σε πράξεις πληρωμής που καλύπτονται από αυτές. Τασυμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν ότι ο παρών τίτλος δεν εφαρμόζεται ενόλω ή εν μέρει εφόσον ο χρήστης της υπηρεσίας πληρωμών δεν είναι καταναλωτής.
2.     Ο παρών νόμος δεν θίγει τις διατάξεις της Κ.Υ.Α. Φ1-983/1991 (Β' 172). Οπαρών νόμος δεν θίγει επίσης άλλες σχετικές κοινοτικές ή εθνικές νομοθετικέςδιατάξεις που αφορούν τις προϋποθέσεις όσον αφορά τη χορήγηση πιστώσεων στουςκαταναλωτές, που δεν εναρμονίζονται με την παρούσα οδηγία, οι οποίες είναισύμφωνες με το κοινοτικό δίκαιο.
 
Άρθρο 28 (Άρθρο 31 της οδηγίας 2007/64) Άλλες διατάξεις της νομοθεσίας τηςΕυρωπαϊκής Ένωσης
Οι διατάξεις του παρόντος τίτλου δεν θίγουν κοινοτικές διατάξεις που
περιλαμβάνουν επιπλέον απαιτήσεις περί προηγουμένης ενημέρωσης. Ωστόσο, ότανεφαρμόζεται επίσης το άρθρο 4α του ν.2251/1994, οι διατάξεις περί πληροφόρησηςτου άρθρου 4α παράγραφος 3 του εν λόγω νόμου, εκτός του σημείου ϋ περιπτώσεις 3έως 7, του σημείου ϋί περιπτώσεις 1, 4 και 5 και του σημείου ϊν περίπτωση 2 τηςπροαναφερθείσας παραγράφου, αντικαθίστανται από τα άρθρα 33, 34, 38 και 39.
 

Άρθρο 29 (Άρθρο 32 της οδηγίας 2007/64) Χρέωση πληροφοριών
1.     Ο πάροχος υπηρεσίας πληρωμών δεν επιτρέπεται να χρεώνει τον χρήστηυπηρεσιών πληρωμών για παροχή πληροφοριών δυνάμει του παρόντος τίτλου.
2.     Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών και ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών μπορούν νασυμφωνούν για τη χρέωση της παροχής επιπλέον πληροφοριών ή της πιο συχνήςαποστολής τους, ή της διαβίβασης τους με τρόπο διαφορετικό από αυτόν πουπροσδιορίζεται στη σύμβαση-πλαίσιο, και οι οποίες αποστέλλονται κατόπιναιτήματος του χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών.
3.    Όταν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να επιβάλει χρέωση γιαπληροφορίες δυνάμει της παραγράφου 2, η χρέωση αυτή είναι εύλογη και ανάλογη μετο πραγματικό κόστος στο οποίο υποβάλλεται ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών.
 
Άρθρο 30 (Άρθρο 33 της οδηγίας 2007/64) Βάρος της απόδειξης όσον αφορά τηνπληροφόρηση
Το βάρος της απόδειξης φέρει ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών προκειμένου νααποδείξει ότι έχει συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις πληροφόρησης του παρόντοςτίτλου.
 

Άρθρο 31 (Άρθρο 34 της οδηγίας 2007/64) Παρέκκλιση από τις απαιτήσειςπληροφόρησης για τα μέσα πληρωμών μικρής αξίας και το ηλεκτρονικό χρήμα
1. Στις περιπτώσεις μέσων πληρωμών τα οποία, σύμφωνα με τη σύμβαση-πλαίσιο,αφορούν αποκλειστικά επιμέρους πράξεις πληρωμής που δεν υπερβαίνουν τα 30 ευρώ ήείτε έχουν όριο δαπανών 150 ευρώ είτε αποθηκεύουν χρηματικά ποσά που δενυπερβαίνουν ποτέ τα 150 ευρώ:
α) κατά παρέκκλιση των άρθρων 38, 39 και 43 ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχειστον πληρωτή μόνον πληροφορίες για τα κύρια χαρακτηριστικά της υπηρεσίαςπληρωμών, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου με τον οποίον μπορεί να χρησιμοποιείταιτο μέσο πληρωμών, την ευθύνη, τα επιβαλλόμενα τέλη και άλλες ουσιώδειςπληροφορίες που απαιτούνται για τη λήψη τεκμηριωμένης απόφασης, καθώς καιενδείξεις για το πού υπάρχουν, σε εύκολα προσιτή μορφή, οι άλλες πληροφορίες καιόροι δυνάμει του άρθρου 39'
β) είναι δυνατόν να συμφωνείται ότι, κατά παρέκκλιση του άρθρου 41 ο πάροχοςυπηρεσιών πληρωμών δεν υποχρεούνται να προτείνει μεταβολές των όρων της σύμβασηςπλαισίου όπως προβλέπεται στο άρθρο 38 παράγραφος 1 ·
γ) είναι δυνατόν να συμφωνείται ότι, κατά παρέκκλιση των άρθρων 44 και
45 μετά την εκτέλεση μιας πράξης πληρωμής: ΐ) ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμώνπαρέχει ή καθιστά διαθέσιμο μόνον έναν αριθμό αναφοράς που επιτρέπει στο χρήστητης υπηρεσίας πληρωμών να αναγνωρίζει την πράξη πληρωμής, το ποσό της και τασχετικά τέλη ή/και, στην περίπτωση πολλαπλών πράξεων πληρωμής του ίδιου είδουςπρος τον ίδιο δικαιούχο, μόνον πληροφορίες σχετικά με το συνολικό ποσό και τατέλη αυτών των πράξεων πληρωμών,
ϋ) ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν υποχρεούται να παρέχει ή να καθιστάδιαθέσιμες τις πληροφορίες που αναφέρονται στο σημείο Ί) εάν το μέσο πληρωμήςχρησιμοποιείται ανωνύμως ή εάν ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμής δεν είναιτεχνικώς σε θέση να τις παράσχει. Ωστόσο, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχειστον πληρωτή τη δυνατότητα να ελέγχει το ποσό των αποθηκευμένων χρηματικώνποσών.
2. Για τις εθνικές πράξεις πληρωμών τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 1διπλασιάζονται. Τα ποσά αυτά, όταν πρόκειται για προπληρωμένα μέσα πληρωμών,αυξάνονται μέχρι 200 ευρώ.
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Μεμονωμένες πράξεις πληρωμής
Άρθρο 32 (Άρθρο 35 της οδηγίας 2007/64) Πεδίο εφαρμογής
1.    Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται στις μεμονωμένες πράξεις πληρωμής που δενκαλύπτονται από σύμβαση-πλαίσιο.
2.    Όταν εντολή πληρωμής μεμονωμένης πράξης πληρωμής διαβιβάζεται με μέσοπληρωμής που καλύπτεται από σύμβαση-πλαίσιο, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δενυποχρεούται να παράσχει ή να καταστήσει διαθέσιμες πληροφορίες οι οποίες έχουνδοθεί ή πρόκειται να δοθούν ήδη στο χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών βάσει τηςσύμβασης-πλαισίου με άλλον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών.
 
Άρθρο 33 (Άρθρο 36 της οδηγίας 2007/64) Προηγούμενη γενική ενημέρωση
1.    Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών θέτει στη διάθεση του χρήστη των υπηρεσιώνπληρωμών σε ευπρόσιτη μορφή τις πληροφορίες και τους όρους που αναφέρονται στοάρθρο 34, πριν ο χρήστης της υπηρεσίας πληρωμών δεσμευθεί από σύμβαση ή προσφοράμεμονωμένης υπηρεσίας πληρωμής. Κατόπιν αιτήματος του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών,ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει τις πληροφορίες και τους όρους σε έντυπημορφή ή σε άλλο ανθεκτικό στο χρόνο μέσο. Η διατύπωση των πληροφοριών και όρωνπρέπει να είναι εύκολα κατανοητή, με σαφή και εύληπτη μορφή και σε επίσημηγλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο παρέχεται η υπηρεσία πληρωμών ή σεοποιαδήποτε άλλη γλώσσα συμφωνήσουν τα μέρη.
2.     Εάν, κατόπιν αιτήματος του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, έχει συναφθείσύμβαση μεμονωμένης υπηρεσίας πληρωμής με μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως τοοποίο δεν επιτρέπει στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να συμμορφωθεί με τηνπαράγραφο 1, ο πάροχος εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με την παράγραφο 1αμέσως μετά την εκτέλεση της πράξης.
3.     Οι υποχρεώσεις της παραγράφου 1 μπορούν επίσης να εκπληρώνονται με τηνπαροχή αντιγράφου του σχεδίου σύμβασης μεμονωμένης υπηρεσίας πληρωμής ή τουσχεδίου της εντολής πληρωμής όπου περιέχονται οι κατά το άρθρο 34 πληροφορίεςκαι όροι.
 
Άρθρο 34 (Άρθρο 37 της οδηγίας 2007/64) Πληροφορίες και όροι
1. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει ή να θέτει στη διάθεση του χρήστηυπηρεσιών πληρωμών τις ακόλουθες πληροφορίες και όρους:
α) προσδιορισμός των πληροφοριών ή του αποκλειστικού μέσου ταυτοποίησης πουπρέπει να παράσχει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών για την ορθή εκτέλεση τηςεντολής πληρωμής·
β) η μέγιστη προθεσμία εκτέλεσης μέσα στην οποία οφείλει να
παρασχεθεί η υπηρεσία πληρωμών γ) όλες τις επιβαρύνσεις που πρέπει να καταβάλειο χρήστης στον οικείο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών και, ανάλογα με την περίπτωση,την ανάλυση των ποσών των τυχόν επιβαρύνσεων
δ) ανάλογα με την περίπτωση, την πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία ή τησυναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς που πρόκειται να εφαρμοσθεί στην πράξηπληρωμής.
2. Ενδεχομένως, κάθε άλλη σχετική πληροφορία και σχετικοί όροι που προβλέπονταιστο άρθρο 39, καθίστανται διαθέσιμες στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σε ευπρόσιτημορφή.
 

Άρθρο 35 (Άρθρο 38 της οδηγίας 2007/64) Πληροφορίες που παρέχονται στονπληρωτή μετά την παραλαβή
της εντολής πληρωμής
Αμέσως μετά την παραλαβή της εντολής πληρωμής ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών τουπληρωτή παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες στον πληρωτή, με τον τρόπο που προβλέπεταιστο άρθρο 33 παράγραφος 1, τις ακόλουθες πληροφορίες:
α) στοιχεία αναφοράς που επιτρέπουν στον πληρωτή να ταυτοποιήσει την πράξηπληρωμής και, κατά περίπτωση, τις πληροφορίες που αφορούν τον δικαιούχο,
β) το ποσό της πράξης πληρωμής στο νόμισμα που χρησιμοποιείται στη
εντολή πληρωμής, γ) το ποσό των τυχόν επιβαρύνσεων για την πράξη πληρωμής τιςοποίες πρέπει να καταβάλει ο πληρωτής και, ανάλογα με την περίπτωση, την ανάλυσητων ποσών των επιβαρύνσεων αυτών,
δ) ανάλογα με την περίπτωση, τη συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιήθηκε στηνπράξη πληρωμής από τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή ή σχετικήαναφορά, όταν διαφέρει από την ισοτιμία που παρασχέθηκε σύμφωνα με το άρθρο 34παράγραφος 1 στοιχείο δ), και το ποσό της πράξης πληρωμής μετά τη μετατροπή τουνομίσματος, και
ε) ημερομηνία παραλαβής της εντολής πληρωμής.
 

Άρθρο 36 (Άρθρο 39 της οδηγίας 2007/64) Πληροφορίες που παρέχονται στονδικαιούχο μετά την εκτέλεση
Αμέσως μετά την εκτέλεση της εντολής πληρωμής ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών τουπληρωτή παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες στον πληρωτή, με τον τρόπο που προβλέπεταιστο άρθρο 33 παράγραφος 1, τις ακόλουθες πληροφορίες:
α) τα στοιχεία που επιτρέπουν στον δικαιούχο να ταυτοποιήσει την πράξη πληρωμήςκαι, αν χρειάζεται, τον πληρωτή, καθώς και κάθε πληροφορία που διαβιβάζεται μετην πράξη πληρωμής,
β) το ποσό της πράξης πληρωμής στο νόμισμα στο οποίο τα χρήματα
τίθενται στη διάθεση του δικαιούχου, γ) το ποσό των τυχόν επιβαρύνσεων για τηνπράξη πληρωμής τις οποίες πρέπει να καταβαλει ο δικαιούχος και, ανάλογα με τηνπερίπτωση, την ανάλυση των ποσών των επιβαρύνσεων αυτών,
δ) ανάλογα με την περίπτωση, τη συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιήθηκε στηνπράξη πληρωμής από τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου, και το ποσότης πράξης πληρωμής πριν τη μετατροπή του νομίσματος, και
ε) την ημερομηνία αξίας για την πίστωση.
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Συμβάσεις-ττλαίσια
 

Άρθρο 37 (Άρθρο 40 της οδηγίας 2007/64) Πεδίο εφαρμογής
Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται στις πράξεις πληρωμής που καλύπτονται απόσύμβαση-πλαίσιο.
 

Άρθρο 38 (Άρθρο 41 της οδηγίας 2007/64) Προηγούμενη γενική ενημέρωση
1.     Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει στο χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών,σε εύθετο χρόνο πριν αυτός δεσμευθεί από σύμβαση-πλαίσιο ή προσφορά, τιςπληροφορίες και τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 39, σε έντυπο ή σε άλλοανθεκτικό στο χρόνο μέσο. Η διατύπωση των πληροφοριών και όρων πρέπει να είναιεύκολα κατανοητή, με σαφή και εύληπτη μορφή και σε επίσημη γλώσσα του κράτουςμέλους στο οποίο παρέχεται η υπηρεσία πληρωμών ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσασυμφωνήσουν τα μέρη.
2.     Εάν, αιτήσει του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, η σύμβαση-πλαίσιο έχεισυναφθεί με μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως το οποίο δεν επιτρέπει στον πάροχουπηρεσιών πληρωμών να συμμορφωθεί με την παράγραφο 1, ο πάροχος εκπληρώνει τηνυποχρέωση του σύμφωνα με
 
την εν λόγω παράγραφο αμέσως μετά τη σύναψη της σύμβασης­πλαισίου.
3. Οι υποχρεώσεις της παραγράφου 1 μπορούν επίσης να

Άρθρο 39 (Άρθρο 42 της οδηγίας 2007/64) Πληροφορίες και όροι
Ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών παρέχει στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών τιςεξής πληροφορίες και όρους:
1. πάροχος υπηρεσιών πληρωμών: α) η ονομασία του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, ηγεωγραφική διεύθυνση των κεντρικών του γραφείων και, ενδεχομένως, η γεωγραφικήδιεύθυνση του αντιπροσώπου ή του υποκαταστήματος που είναι εγκατεστημένα στοκράτος μέλος όπου παρέχεται η υπηρεσία πληρωμών, καθώς και κάθε άλλη διεύθυνση,περιλαμβανομένης της
διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, για την επικοινωνία με τον πάροχο τωνυπηρεσιών πληρωμών και β) τα στοιχεία της αρμόδιας εποπτικής αρχής και τουμητρώου που
ορίζεται στο άρθρο 13 ή οποιουδήποτε άλλου σχετικού δημόσιου μητρώου στο οποίοκαταχωρίσθηκε η άδεια του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και ο αριθμός εγγραφής, ήαντίστοιχο μέσο ταυτοποίησης στο εν λόγω μητρώο ­
2. χρήση της υπηρεσίας πληρωμών:
α) περιγραφή των κύριων χαρακτηριστικών της υπηρεσίας πληρωμών που πρόκειται ναπαράσχει ­β) καθορισμός των πληροφοριών ή του αποκλειστικού μέσου
ταυτοποίησης που πρέπει να παράσχει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών
για την ορθή εκτέλεση της εντολής πληρωμής· γ) ο τύπος και η διαδικασίακοινοποίησης της συγκατάθεσης για την εκτέλεση μιας πράξης πληρωμής καθώς καιάρσης της συγκατάθεσης σύμφωνα με τα άρθρα 51 και 63 ­
δ) αναφορά του χρόνου λήψης της εντολής πληρωμής όπως ορίζεται στο άρθρο 61παράγραφος 1 και του τυχόν χρονικού σημείου λήξης των ημερήσιων εργασιών τουπαρόχου υπηρεσιών πληρωμών
ε) η μέγιστη προθεσμία εκτέλεσης μέσα στην οποία πρέπει να παρέχονται
οι υπηρεσίες πληρωμών και στ) εάν υπάρχει δυνατότητα συμφωνίας σχετικά με τοόριο δαπανών για τη χρήση του μέσου πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 52 παράγραφος1·
3. χρέωση, επιτόκια και συναλλαγματικές ισοτιμίες:
α) όλες τις επιβαρύνσεις που πρέπει να καταβάλει ο χρήστης στον πάροχο υπηρεσιώνπληρωμών και, ανάλογα με την περίπτωση, την ανάλυση των ποσών των επιβαρύνσεων
β) ανάλογα με την περίπτωση, το εφαρμοστέο επιτόκιο και η εφαρμοστέασυναλλαγματική ισοτιμία ή, εάν πρόκειται να εφαρμοστούν επιτόκιο καισυναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς, η μέθοδος υπολογισμού του πραγματικούεπιτοκίου και η σχετική ημερομηνία και ο δείκτης ή η βάση καθορισμού αυτού τουεπιτοκίου ή της συναλλαγματικής ισοτιμίας αναφοράς και
γ) εάν έχει συμφωνηθεί, η άμεση εφαρμογή αλλαγών στα επιτόκια ή τιςσυναλλαγματικές ισοτιμίες αναφοράς και οι απαιτήσεις ενημέρωσης σχετικά με τιςαλλαγές σύμφωνα με το άρθρο 41 παράγραφος 2·
4. επικοινωνία: α) ανάλογα με την περίπτωση, τα μέσα επικοινωνίας,συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών απαιτήσεων ως προς τον εξοπλισμό του χρήστηυπηρεσιών πληρωμών, που έχουν συμφωνήσει τα
μέρη για τη διαβίβαση των πληροφοριών ή ειδοποιήσεων στο πλαίσιο της παρούσαςοδηγίας­β) ο τρόπος με τον οποίον παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμες οι
πληροφορίες δυνάμει της παρούσας οδηγίας, καθώς και η σχετική
συχνότητα­γ) η γλώσσα ή οι γλώσσες σύναψης της σύμβασης-πλαισίου καιεπικοινωνίας κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης και
δ) το δικαίωμα του χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών να λαμβάνει τους συμβατικούςόρους της σύμβασης-πλαισίου και πληροφορίες και όρους σύμφωνα με το άρθρο 40 ­
5. προφυλάξεις και διορθωτικά μέτρα: α) ανάλογα με την περίπτωση, περιγραφή τωνμέτρων που πρέπει να λαμβάνειο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών για την ασφαλή φύλαξητου
μέσου πληρωμών, καθώς και τρόποι ειδοποίησης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμώνσύμφωνα με το άρθρο 53 παράγραφος 1 στοιχείο
β)·
β) εάν έχει συμφωνηθεί, οι όροι με τους οποίους ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμώνδιατηρεί το δικαίωμα να αναστείλει ένα μέσο πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 52 ­
γ) η ευθύνη του πληρωτή σύμφωνα με το άρθρο 58, μαζί με πληροφορίες
για το σχετικό ποσό ­δ) τρόπος και προθεσμία μέσα στην οποία ο χρήστης υπηρεσιώνπληρωμών οφείλει να ειδοποιεί τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών για τυχόν μηεγκεκριμένες ή λανθασμένα εκτελεσθείσες πράξεις πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 55καθώς και η ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για μη εγκεκριμένες πράξειςπληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 57· ε) η ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών γιατην εκτέλεση των πράξεων πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 71 και
στ) οι όροι επιστροφής σύμφωνα με τα άρθρα 59 και 60· 6. αλλαγές και λήξη τηςσύμβασης-πλαισίου: α) εφόσον συμφωνηθεί, επισήμανση του ότι ο χρήστης υπηρεσιώνπληρωμών θεωρείται ότι αποδέχεται τις τροποποιήσεις των όρων, σύμφωνα με τοάρθρο 41 εκτός εάν γνωστοποιήσει στον πάροχο
υπηρεσιών πληρωμών πριν την προτεινόμενη ημερομηνία έναρξης ισχύος τους ότι δεντις αποδέχεται ­β) διάρκεια της σύμβασης και γ) το δικαίωμα του χρήστη υπηρεσιώνπληρωμών να καταγγέλλει τη
σύμβαση-πλαίσιο καθώς και κάθε συμφωνία που αφορά την καταγγελία σύμφωνα με τοάρθρο 41 παράγραφος 1 και το άρθρο 42 ­
7. μέσα προσφυγής:
α) κάθε συμβατικός όρος σχετικά με το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σύμβαση-πλαίσιοή/και το αρμόδιο δικαστήριο και β) οι διαδικασίες εξωδικαστικής επίλυσηςδιαφορών και καταγγελιών που
έχει στη διάθεση του ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με τα άρθρα 76 έως 79.
 

Άρθρο 40 (Άρθρο 43 της οδηγίας 2007/64)

Δυνατότητα πρόσβασης σε πληροφορίες και στους συμβατικούς όρους τηςσύμβασης-πλαισίου
Ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης, ο χρήστης υπηρεσίαςπληρωμών έχει το δικαίωμα, κατόπιν αιτήματος του, να λαμβάνει τους συμβατικούςόρους της σύμβασης-πλαισίου καθώς και τις πληροφορίες και τους όρους πουαναφέρονται στο άρθρο 39 σε έντυπη μορφή ή άλλο ανθεκτικό στο χρόνο μέσο.
 

Άρθρο 41 (Άρθρο 44 της οδηγίας 2007/64)

Τροποποίηση των συμβατικών όρων της σύμβασης-πλαισίου
1. Κάθε τροποποίηση της σύμβασης-πλαισίου καθώς και η ενημέρωση και οι όροι πουπροσδιορίζονται στο άρθρο 39 προτείνονται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών μετον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 38 παράγραφος 1 και τουλάχιστον δύο μήνεςπριν από την ημερομηνία της προτεινόμενης έναρξης ισχύος.
Όπου συντρέχει η περίπτωση του άρθρου 39 παράγραφος 6 στοιχείο α), ο πάροχοςυπηρεσιών πληρωμών πληροφορεί τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών ότι θα θεωρηθεί ότιέχει αποδεχθεί τις τροποποιήσεις αυτές εάν δεν γνωστοποιήσει στον πάροχουπηρεσιών πληρωμών ότι δεν τις αποδέχεται πριν την προτεινόμενη ημερομηνίαέναρξης ισχύος τους. Σε αυτήν την περίπτωση, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμώνδιευκρινίζει επίσης ότι ο χρήστης των υπηρεσιών πληρωμών έχει το δικαίωμα νακαταγγείλει αμέσως τη σύμβαση-πλαίσιο και χωρίς επιβάρυνση πριν την ημερομηνίατης προτεινόμενης εφαρμογής των αλλαγών.
 
1.    Αλλαγές των επιτοκίων ή των συναλλαγματικών ισοτιμιών μπορούν ναεφαρμόζονται αμέσως και χωρίς προειδοποίηση, εφόσον το δικαίωμα αυτό έχεισυμφωνηθεί στη σύμβαση-πλαίσιο και οι αλλαγές βασίζονται στα επιτόκια ή τιςσυναλλαγματικές ισοτιμίες αναφοράς που έχουν συμφωνηθεί σύμφωνα με το άρθρο 39παράγραφος 3 στοιχεία β) και γ). Ο χρήστης των υπηρεσιών πληρωμών ενημερώνεταιτο ταχύτερο δυνατόν για κάθε αλλαγή του επιτοκίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 38παράγραφος 1, εκτός αν τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσει για συγκεκριμένησυχνότητα ή τρόπο παροχής των πληροφοριών ή θέσης του σε διάθεση του χρήστη.Ωστόσο, οι αλλαγές στο επιτόκιο ή τις συναλλαγματικές ισοτιμίες που είναιευνοϊκότερες για τους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών, μπορούν να εφαρμόζονται χωρίςπροειδοποίηση.
2.     Οι αλλαγές του επιτοκίου ή της συναλλαγματικής ισοτιμίας πουχρησιμοποιούνται κατά τις πράξεις πληρωμής εφαρμόζονται και υπολογίζονται κατάτρόπο ουδέτερο χωρίς διακρίσεις εις βάρος των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών.
 
Άρθρο 42 (Άρθρο 45 της οδηγίας 2007/64) Λύση
1.    Ο χρήστης υπηρεσίας πληρωμών μπορεί να λύσει τη σύμβαση-πλαίσιο ανά πάσαστιγμή, εκτός αν τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσει προθεσμία προειδοποίησης.Η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα μήνα.
2.     Η λύση σύμβασης-πλαισίου διάρκειας άνω των δώδεκα μηνών ή αορίστου χρόνουδεν συνεπάγεται επιβάρυνση για τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών μετά το πέραςδωδεκαμήνου. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η χρέωση για τη λήξη πρέπει να είναιεύλογη και σύμφωνη με το κόστος.
3.     Εάν συμφωνηθεί στη σύμβαση-πλαίσιο, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών μπορείνα καταγγείλει σύμβαση-πλαίσιο αορίστου χρόνου με ειδοποίηση τουλάχιστον δύομήνες πριν, με τον ίδιο τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 38 παράγραφος 1.
4.     Οι επιβαρύνσεις για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών που χρεώνονται σετακτική βάση καταβάλλονται από τον χρήστη της υπηρεσίας πληρωμών μόνον κατ'αναλογία προς το χρόνο μέχρι τη λύση της σύμβασης. Εάν οι επιβαρύνσειςκαταβληθούν προκαταβολικά, επιστρέφονται κατ' αναλογία.
5.     Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουν τις νομοθετικές καικανονιστικές ρυθμίσεις που διέπουν τα δικαιώματα των συμβαλλόμενων μερών ναυπαναχωρούν από τη σύμβαση-πλαίσιο ή να την κηρύσσουν άκυρη.
 
Άρθρο 43 (Άρθρο 46 της οδηγίας 2007/64) Πληροφόρηση πριν από την εκτέλεσημεμονωμένης πράξης
πληρωμής
Για κάθε μεμονωμένη πράξη πληρωμής την οποία κίνησε ο πληρωτής, και η οποίαεκτελείται στα πλαίσια σύμβασης-πλαισίου, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει,κατόπιν αιτήματος του πληρωτή, για τη συγκεκριμένη πράξη πληρωμής, σαφείςπληροφορίες σχετικά με τη μέγιστη προθεσμία εκτέλεσης, και σχετικά με τιςεπιβαρύνσεις που πρέπει να καταβληθούν από τον πληρωτή, και, ανάλογα με τηνπερίπτωση, την ανάλυση των ποσών των τυχόν επιβαρύνσεων.


Άρθρο 44 (Άρθρο 47 της οδηγίας 2007/64) Πληροφόρηση του πληρωτή για τιςμεμονωμένες πράξεις
πληρωμής
1. Μετά τη χρέωση του λογαριασμού του πληρωτή με το ποσό της μεμονωμένης πράξηςπληρωμής ή, όταν ο πληρωτής δεν χρησιμοποιεί λογαριασμό πληρωμών, μετά τηνπαραλαβή της εντολής πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή παρέχειαμελλητί στον πληρωτή, με τον τρόπο που ορίζεται στο άρθρο 38 παράγραφος 1, τιςακόλουθες πληροφορίες:
α) στοιχείο αναφοράς που επιτρέπει στον πληρωτή να ταυτοποιήσει κάθε πράξηπληρωμής και, κατά περίπτωση, τις πληροφορίες που αφορούν τον δικαιούχο"
β) το ποσό της πράξης πληρωμής στο νόμισμα στο οποίο χρεώνεται ο λογαριασμόςπληρωμών του πληρωτή ή στο νόμισμα που χρησιμοποιείται για την εντολή πληρωμής·
γ) το ποσό των τυχόν επιβαρύνσεων για την πράξη πληρωμής, και, ανάλογα με τηνπερίπτωση, την ανάλυση τους, ή τον τόκο που πρέπει να καταβάλλει ο πληρωτής·
δ) ανάλογα με την περίπτωση, τη συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιήθηκε στηνπράξη πληρωμής από τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, και το ποσότης πράξης πληρωμής μετά τη μετατροπή του νομίσματος και
ε) την ημερομηνία αξίας για τη χρέωση ή την ημερομηνία παραλαβής της εντολήςπληρωμής.
1.    Η σύμβαση-πλαίσιο μπορεί να περιλαμβάνει όρο ότι οι πληροφορίες πουαναφέρονται στην παράγραφο 1 παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμες περιοδικάτουλάχιστον μία φορά το μήνα, με τρόπο που έχει συμφωνηθεί και που επιτρέπειστον πληρωτή να αποθηκεύει και να αναπαράγει ακριβώς τις πληροφορίες.
2.    Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών υποχρεούται να παρέχει εγγράφως και δωρεάνπληροφορίες άπαξ κάθε τρεις μήνες.
 
Άρθρο 45 (Άρθρο 48 της οδηγίας 2007/64) Πληροφόρηση του δικαιούχου για τιςμεμονωμένες πράξεις
πληρωμής
1. Μετά την εκτέλεση μεμονωμένης πράξης πληρωμής ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμώντου δικαιούχου παρέχει αμελλητί στον δικαιούχο, με τον τρόπο που ορίζεται στοάρθρο 38 παράγραφος 1, τις ακόλουθες πληροφορίες:
α) τα στοιχεία που επιτρέπουν στον δικαιούχο να ταυτοποιήσει την πράξη πληρωμήςκαι, αν χρειάζεται, τον πληρωτή, καθώς και κάθε πληροφορία που διαβιβάζεται μετην πράξη πληρωμής­
β) το ποσό της πράξης πληρωμής στο νόμισμα στο οποίο πιστώνεται ο
λογαριασμός πληρωμών του δικαιούχου ­γ) το ποσό των τυχόν επιβαρύνσεων για τηνπράξη πληρωμής, και, ανάλογα με την περίπτωση, την ανάλυση τους, ή τον τόκο πουπρέπει να καταβάλλει ο πληρωτής­
δ) ανάλογα με την περίπτωση, τη συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιήθηκε στηνπράξη πληρωμής από τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου, και το ποσότης πράξης πληρωμής πριν τη μετατροπή του νομίσματος και
ε) την ημερομηνία αξίας για την πίστωση.
1.     Η σύμβαση-πλαίσιο μπορεί να περιλαμβάνει όρο ότι οι πληροφορίες πουαναφέρονται στην παράγραφο 1 παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμες περιοδικάτουλάχιστον μία φορά το μήνα, με τρόπο που έχει συμφωνηθεί και που επιτρέπει στοδικαιούχο να αποθηκεύει και να αναπαράγει ακριβώς τις πληροφορίες.
2.    Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών υποχρεούται να παρέχει εγγράφως και δωρεάνπληροφορίες άπαξ κάθε τρεις μήνες.
 
ΚΕΦΆΛΑΙΟ 4 Κοινές διατάξεις
Άρθρο 46 (Άρθρο 49 της οδηγίας 2007/64) Νόμισμα και μετατροπή νομίσματος
1.     Οι πληρωμές πραγματοποιούνται στο νόμισμα το οποίο έχουν συμφωνήσει ταμέρη.
2.     Όταν, πριν από την έναρξη της πράξης πληρωμής, προσφέρεται υπηρεσίαμετατροπής νομισμάτων στο σημείο πώλησης ή εκ μέρους του δικαιούχου, το μέροςπου προσφέρει την υπηρεσία μετατροπής νομισμάτων στον πληρωτή υποχρεούται να τουγνωστοποιήσει κάθε σχετική επιβάρυνση, καθώς και τη συναλλαγματική ισοτιμία πουπρόκειται να χρησιμοποιηθεί για τη μετατροπή.
Ο πληρωτής αποδέχεται την παροχή της υπηρεσίας μετατροπής νομισμάτων πάνω σεαυτή τη βάση.


Άρθρο 47 (Άρθρο 50 της οδηγίας 2007/64) Ενημέρωση σχετικά με πρόσθετη επιβάρυνσηή έκπτωση
1.     Όταν, για τη χρήση ενός συγκεκριμένου μέσου πληρωμών, ο δικαιούχοςεπιβάλλει επιβάρυνση ή προσφέρει έκπτωση, ο δικαιούχος ενημερώνει σχετικά τονπληρωτή πριν από την έναρξη της πράξης πληρωμής.
2.    Όταν, για τη χρήση ενός συγκεκριμένου μέσου πληρωμών, ο πάροχος υπηρεσιώνπληρωμών ή τρίτος επιβάλλει επιβάρυνση, ενημερώνει σχετικά τον χρήστη υπηρεσιώνπληρωμών πριν από την έναρξη της πράξης πληρωμής.
 
ΤΙΤΛΟΣ IV ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΚΑΙ ΤΗ ΧΡΗΣΗΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Κοινές διατάξεις
Άρθρο 48 (Άρθρο 51 της οδηγίας 2007/64) Πεδίο εφαρμογής
1.    Όταν ο χρήστης των υπηρεσιών πληρωμών δεν είναι καταναλωτής, τα μέρημπορούν να συμφωνούν ότι δεν εφαρμόζονται εν όλω ή εν μέρει το άρθρο 49παράγραφος 1, το άρθρο 51 παράγραφος 2 και τα άρθρα 56, 58, 59, 60, 63 και 71.Τα μέρη μπορούν επίσης να συμφωνούν χρονική περίοδο διαφορετική από τηνοριζόμενη στο άρθρο 55.
2.     Ο παρών νόμος δεν θίγει τις διατάξεις της Κ.Υ.Α. Φ1-983/1991 (Β' 172),όπως ισχύει (εθνικό μέτρο εφαρμογής της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ). Ο παρών νόμος δενθίγει επίσης άλλες σχετικές κοινοτικές ή εθνικές νομοθετικές διατάξεις πουαφορούν τις προϋποθέσεις όσον αφορά τη χορήγηση πιστώσεων στους καταναλωτές οιοποίες δεν εναρμονίζονται με την παρούσα οδηγία, οι οποίες είναι σύμφωνες με τοδίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


Άρθρο 49 (Άρθρο 52 της οδηγίας 2007/64) Επιβαλλόμενες επιβαρύνσεις
1.    Ο πάροχος υπηρεσίας πληρωμών δεν μπορεί να χρεώνει τον χρήστη υπηρεσιώνπληρωμών για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων ενημέρωσης που υπέχει ή για ταδιορθωτικά και προληπτικά μέτρα που οφείλει να λαμβάνει δυνάμει του παρόντοςτίτλου, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο άρθρο 62 παράγραφος 1, στο άρθρο 63παράγραφος 5 και στο άρθρο 70 παράγραφος 2. Οι επιβαρύνσεις αυτές συμφωνούνταιμεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών καιείναι εύλογες και ανάλογες με το πραγματικό κόστος στο οποίο υποβάλλεται οπάροχος των υπηρεσιών πληρωμών.
2.    Όταν μια πράξη πληρωμής δεν συνεπάγεται μετατροπή νομισμάτων, ο μενδικαιούχος επωμίζεται τις επιβαρύνσεις που επιβάλλει ο δικός του πάροχοςυπηρεσιών πληρωμών, ο δε πληρωτής να επωμίζεται τις επιβαρύνσεις που επιβάλλει οδικός του πάροχος υπηρεσιών πληρωμών.
3.     Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν δικαιούται να θέτει περιορισμούς στοδικαίωμα του δικαιούχου να προσφέρει στον πληρωτή έκπτωση για τη χρήση τουσυγκεκριμένου μέσου πληρωμών. Ο δικαιούχος δεν δικαιούται να επιβάλλειεπιβαρύνσεις στον πληρωτή για την χρήση συγκεκριμένου μέσου πληρωμών.
 
Άρθρο 50 (Άρθρο 53 της οδηγίας 2007/64) Παρέκκλιση για τα μέσα πληρωμών μικρήςαξίας και το ηλεκτρονικό χρήμα
1. Στις περιπτώσεις μέσων πληρωμών τα οποία, σύμφωνα με τη σύμβαση-πλαίσιο,αφορούν αποκλειστικά επιμέρους πράξεις πληρωμής που δεν υπερβαίνουν τα 30 ευρώ ήείτε έχουν όριο δαπανών 150 ευρώ είτε αποθηκεύουν χρηματικά ποσά που δενυπερβαίνουν ποτέ τα 150 ευρώ, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών μπορούν να συμφωνούνμε τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών τους ότι:
α) το άρθρο 53 παράγραφος 1 στοιχείο β), το άρθρο 54 παράγραφος 1 στοιχεία γ)και δ) και το άρθρο 58 παράγραφοι 4 και 5 δεν εφαρμόζονται εάν το μέσο πληρωμήςδεν επιτρέπει τη δέσμευση του ή την πρόληψη της περαιτέρω χρήσης του ­
β) τα άρθρα 56 και 57 και το άρθρο 58 παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται εάν τομέσο πληρωμής χρησιμοποιείται ανωνύμως ή ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν είναισε θέση, για άλλους λόγους που είναι εγγενείς στο μέσο πληρωμής, να αποδείξειότι μια πράξη
πληρωμής είναι εγκεκριμένη· γ) κατά παρέκκλιση του άρθρου 62 παράγραφος 1, οπάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν υποχρεούται να ενημερώσει τον χρήστη τωνυπηρεσιών πληρωμών για την άρνηση εκτέλεσης εντολής πληρωμής, εάν ο λόγος μηεκτέλεσης είναι πρόδηλος·
δ) κατά παρέκκλιση του άρθρου 66, ότι ο πληρωτής δεν μπορεί να ανακαλέσει τηνεντολή πληρωμής μετά τη διαβίβαση στο δικαιούχο της εντολής πληρωμής ή τηςσυγκατάθεσης του να εκτελεσθεί η εντολή·
ε) κατά παρέκκλιση των άρθρων 66 και 67 ότι ισχύουν άλλες προθεσμίες εκτέλεσης.
1.     Για τις εγχώριες συναλλαγές πληρωμών, τα ποσά που αναφέρονται στηνπαράγραφο 1 διπλασιάζονται. Για προπληρωμένα μέσα πληρωμών τα ποσά αυξάνονταιμέχρι 200 ευρώ.
2.    Τα άρθρα 57 και 58 εφαρμόζονται επίσης στο ηλεκτρονικό χρήμα κατά τηνέννοια της παραγράφου 20 του άρθρου 2 του ν. 3601/2007, εκτός εάν ο πάροχοςυπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή δεν έχει τη δυνατότητα να δεσμεύει το λογαριασμόή το μέσο πληρωμών.
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Έγκριση πράξεων πληρωμής
Άρθρο 51 (Άρθρο 54 της οδηγίας 2007/64) Συγκατάθεση και άρση της συγκατάθεσης
1.    Η πράξη πληρωμής να θεωρείται εγκεκριμένη μόνον εάν ο πληρωτής έχεισυναινέσει να εκτελεσθεί η πράξη πληρωμής. Η πράξη πληρωμής μπορεί να εγκρίνεταιαπό τον πληρωτή πριν ή, εφόσον έχουν συμφωνήσει ο πληρωτής και ο οικείος τουπάροχος υπηρεσιών πληρωμών, μετά την εκτέλεση της.
2.    Η συγκατάθεση για την εκτέλεση μιας πράξης πληρωμής ή μιας σειράς πράξεωνπληρωμής δίδεται υπό τη μορφή που συμφωνήθηκε μεταξύ του πληρωτή και του οικείουτου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών.
 
Ελλείψει συγκατάθεσης, η πράξη πληρωμής θεωρείται μη εγκεκριμένη.
1.     Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί από τον πληρωτή σε οποιαδήποτε στιγμή,αλλά όχι αργότερα από το χρονικό σημείο έναρξης του ανέκκλητου σύμφωνα με τοάρθρο 63. Το ίδιο ισχύει και για τη συγκατάθεση που δίδεται για να εκτελεσθείμια σειρά πράξεων πληρωμής, η οποία μπορεί να ανακληθεί με αποτέλεσμα κάθεμελλοντική πράξη πληρωμής, να θεωρείται μη εγκεκριμένη.
2.     Η διαδικασία διά της οποίας δίδεται η συγκατάθεση συμφωνείται μεταξύ τουπληρωτή και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών.
 
Άρθρο 52 (Άρθρο 55 της οδηγίας 2007/64) Περιορισμοί της χρήσης του μέσουπληρωμών
1.    Στις περιπτώσεις που χρησιμοποιείται συγκεκριμένο μέσο πληρωμών για τηνκοινοποίηση της συγκατάθεσης, ο πληρωτής και ο αντίστοιχος πάροχος υπηρεσιώνπληρωμών μπορούν να συμφωνήσουν όρια δαπάνης όσον αφορά τις πράξεις πληρωμών πουεκτελούνται μέσω αυτού του μέσου πληρωμών.
2.     Εάν έχει συμφωνηθεί στη σύμβαση-πλαίσιο, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμώνμπορεί να επιφυλάσσεται του δικαιώματος να αναστείλει τη χρήση του μέσουπληρωμών, για αντικειμενικώς αιτιολογημένους λόγους σχετικούς με την ασφάλειατου μέσου πληρωμών, την υπόνοια μη εγκεκριμένης ή δόλιας χρήσης του μέσουπληρωμών ή, στην περίπτωση μέσου πληρωμών με πιστωτικό άνοιγμα, σημαντικάαυξημένο κίνδυνο να ενδέχεται να μην είναι ο πληρωτής σε θέση να εκπληρώσει τιςυποχρεώσεις πληρωμής του.
3.    Στις περιπτώσεις αυτές, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ενημερώνει τονπληρωτή για την αναστολή του μέσου πληρωμών και τους λόγους για την ενέργειααυτή με τρόπο που έχει συμφωνηθεί, ει δυνατόν προτού ανασταλεί το μέσο πληρωμώνή, το αργότερο, αμέσως μετά, εκτός εάν η ενημέρωση αυτή αντιβαίνει σεαντικειμενικώς αιτιολογημένους λόγους ασφαλείας ή απαγορεύεται από άλλη συναφήνομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή εθνική νομοθεσία.
4.    Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών αίρει την αναστολή της χρήσης του μέσουπληρωμών ή το αντικαθιστά με νέο μέσο πληρωμών μόλις οι λόγοι αναστολής πάψουννα υφίστανται.
 
Άρθρο 53 (Άρθρο 56 της οδηγίας 2007/64) Υποχρεώσεις του χρήστη υπηρεσιώνπληρωμών όσον αφορά τα
μέσα πληρωμών
1. Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών που έχει το δικαίωμα να
χρησιμοποιεί το μέσο πληρωμών οφείλει: α) να χρησιμοποιεί το μέσο πληρωμώνσύμφωνα με τους όρους που διέπουν την έκδοση και χρήση του και
β) να ειδοποιεί αμελλητί τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών ή τον φορέα που αυτόςορίζει, μόλις υποπέσει στην αντίληψη του απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση του μέσουπληρωμών ή μη εγκεκριμένη χρήση του.
2. Για τους σκοπούς του στοιχείου α) της παραγράφου 1, μόλις ο χρήστης υπηρεσιώνπληρωμών λάβει το μέσο πληρωμών, λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για την ασφαλήφύλαξη των εξατομικευμένων στοιχείων ασφαλείας του.
 

Άρθρο 54 (Άρθρο 57 της οδηγίας 2007/64) Υποχρεώσεις του πσρόχου υπηρεσιώνπληρωμών όσον αφορά τα
μέσα πληρωμών
1. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που εκδίδει το μέσο πληρωμών έχει
τις ακόλουθες υποχρεώσεις: α) να μην αποκαλύπτει τα εξατομικευμένα στοιχείαασφαλείας του μέσου πληρωμών παρά μόνο στον χρήστη της υπηρεσίας πληρωμών πουέχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το μέσο πληρωμών, τηρουμένων των κατά το άρθρο53­
β) να μην αποστέλλει μέσο πληρωμών που δεν έχει ζητηθεί, εκτός εάν το στέλνειπρος αντικατάσταση μέσου που κατέχει ήδη ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών
γ) να εξασφαλίζει ανά πάσα στιγμή στο χρήστη κατάλληλα μέσα για να προβαίνει σεγνωστοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 53 παράγραφος 1 στοιχείο β) ή να ζητεί άρση τηςαναστολής σύμφωνα με το άρθρο 52 παράγραφος 4· κατόπιν αιτήσεως, ο πάροχοςυπηρεσιών πληρωμών παρέχει στο χρήστη της υπηρεσίας πληρωμών τα μέσα για νααποδείξει, μέσα σε 18 μήνες από τη γνωστοποίηση, ότι όντως προέβη στην εν λόγωγνωστοποίηση, και
δ) να αποτρέπει κάθε χρήση του μέσου πληρωμών μόλις πραγματοποιηθεί ηγνωστοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 53 παράγραφος 1 στοιχείο β).
2. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών επωμίζεται τον κίνδυνο της αποστολής μέσουπληρωμών στον πληρωτή ή αποστολής κάθε εξατομικευμένου στοιχείου ασφαλείας του.
 

Άρθρο 55 (Άρθρο 58 της οδηγίας 2007/64) Γνωστοποίηση μη εγκεκριμένων ήεσφαλμένων πράξεων
πληρωμών
Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει επανόρθωση στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών,μόνο εάν ειδοποιήσει αμελλητί τον παροχο υπηρεσιών πληρωμών του μόλιςπληροφορηθεί οποιαδήποτε μη εγκεκριμένη ή εσφαλμένα εκτελεσθείσα πράξη πληρωμώνπου θεμελιώνει δικαίωμα απαιτήσεως, συμπεριλαμβανομένου του καθοριζόμενου στοάρθρο 71, και το αργότερο έως 13 μήνες από την ημερομηνία χρέωσης, εκτός εάν,ενδεχομένως, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν παρέσχε ούτε κατέστησε διαθέσιμεςτις πληροφορίες για την πράξη αυτήν σύμφωνα με τον τίτλο II!.
 

Άρθρο 56 (Άρθρο 59 της οδηγίας 2007/64)
Στοιχεία που τεκμηριώνουν τη γνησιότητα και την εκτέλεση πράξεων πληρωμών
1.    Ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών, εφόσον ο χρήστης αρνείται ότι έχειεγκρίνει εκτελεσθείσα πράξη πληρωμής ή ισχυρίζεται ότι η πράξη πληρωμής δενεκτελέσθηκε σωστά, υποχρεούται να αποδεικνύει ότι εξακριβώθηκε η γνησιότητα τηςπράξης πληρωμής, ότι αυτή καταγράφηκε επακριβώς, καταχωρίσθηκε στουςλογαριασμούς και δεν επηρεάσθηκε από τεχνική βλάβη ή άλλη δυσλειτουργία.
2.     Εάν ένας χρήστης υπηρεσίας πληρωμών αρνείται ότι έχει εγκρίνειεκτελεσθείσα πράξη πληρωμής, η χρήση ενός μέσου πληρωμών που έχει καταγραφεί απότον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών δεν αποτελεί αναγκαστικά, αφ' εαυτής, επαρκήαπόδειξη του ότι ο πληρωτής είχε εγκρίνει την πράξη πληρωμής ή ότι ενήργησε μεδόλο ή δεν εκπλήρωσε από πρόθεση ή βαριά αμέλεια μία ή περισσότερες από τιςυποχρεώσεις του δυνάμει του άρθρου 53.
 
 

Άρθρο 57 (Άρθρο 60 της οδηγίας 2007/64) Ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμώνγια μη εγκεκριμένες
πράξεις πληρωμής
1.    Με την επιφύλαξη του άρθρου 55 σε περίπτωση μη εγκεκριμένης πράξηςπληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή υποχρεούται να επιστρέφειαμέσως στον πληρωτή το ποσό της μη εγκεκριμένης πράξης και, εφόσον συντρέχειπερίπτωση, να επαναφέρει τον χρεωθέντα λογαριασμό πληρωμών στην κατάσταση που θαβρισκόταν εάν δεν είχε πραγματοποιηθεί η μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής.
2.     Δεν αποκλείεται η χορήγηση περαιτέρω οικονομικής αποζημίωσης σύμφωνα μετο δίκαιο που διέπει τη σύμβαση που έχει συναφθεί μεταξύ του πληρωτή και τουοικείου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών.
 
Άρθρο 58 (Άρθρο 61 της οδηγίας 2007/64) Ευθύνη του πληρωτή για μη εγκεκριμένηπράξη πληρωμών
1.    Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 57, ο πληρωτής ευθύνεται σχετικά με μηεγκεκριμένες πράξεις πληρωμής μέχρι ανώτατου ποσού 150 ευρώ, για τις ζημίες πουαπορρέουν από τη χρήση απολεσθέντος ή κλαπέντος μέσου πληρωμών ή, εάν ο πληρωτήςδεν έχει κρατήσει ασφαλή τα εξατομικευμένα στοιχεία ασφαλείας, από υπεξαίρεσημέσου πληρωμών.
2.     Ο πληρωτής ευθύνεται για όλες τις ζημίες που σχετίζονται με μηεγκεκριμένες πράξεις πληρωμών, εφόσον οι ζημίες αυτές οφείλονται στο γεγονός ότιενήργησε με δόλο ή δεν εκπλήρωσε μία ή περισσότερες από τις κατά το άρθρο 53υποχρεώσεις του από πρόθεση ή βαριά αμέλεια. Στις περιπτώσεις αυτές δεν ισχύειτο ανώτατο ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
1.    Ο πληρωτής δεν φέρει τις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν από τη χρήσηαπολεσθέντος, κλαπέντος ή υπεξαιρεθέντος μέσου πληρωμών μετά την ειδοποίησησύμφωνα με το άρθρο 53 παράγραφος 1 στοιχείο β), εκτός εάν ενήργησε με δόλο.
2.    Εάν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν παρέχει τα κατάλληλα μέσα πουεπιτρέπουν ανά πάσα στιγμή την ειδοποίηση για την απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεσητου μέσου πληρωμών, όπως ορίζεται στο άρθρο 54 παράγραφος 1 στοιχείο γ), οπληρωτής δεν ευθύνεται για τις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν από τη χρήσητου εν λόγω μέσου, εκτός εάν ενήργησε με δόλο.
 
Άρθρο 59 (Άρθρο 62 της οδηγίας 2007/64) Επιστροφές χρημάτων για πράξεις πληρωμήςοι οποίες κινούνται από δικαιούχο ή μέσω αυτού
1. Ο πληρωτής έχει το δικαίωμα επιστροφής, εκ μέρους του οικείου παρόχουυπηρεσιών πληρωμών, των χρημάτων που αντιστοιχούν σε εγκεκριμένη πράξη πληρωμήςη οποία κινήθηκε από δικαιούχο ή μέσω δικαιούχου και η οποία έχει ήδηεκτελεσθεί, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) κατά την έγκριση δεν προσδιορίσθηκε το ακριβές ποσό της πράξης
πληρωμής και β) το ποσό της πράξης πληρωμής υπερβαίνει το ποσό που θα ανέμενεεύλογα ο πληρωτής λαμβάνοντας υπόψη τη μορφή, τις προηγούμενες συνήθειες εξόδωντου, τους όρους της σύμβασης-πλαισίου και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης.
Κατόπιν αιτήσεως του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, ο πληρωτής
παρέχει πραγματικά στοιχεία που σχετίζονται με τους όρους αυτούς. Η επιστροφήαφορά ολόκληρο το ποσό της εκτελεσθείσας πράξης πληρωμής.
Για τις άμεσες χρεώσεις, ο πληρωτής και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του μπορούννα συμφωνούν με τη σύμβαση-πλαίσιο ότι ο πληρωτής δικαιούται επιστροφή χρημάτωναπό τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του έστω και εάν δεν πληρούνται οιπροϋποθέσεις για επιστροφή χρημάτων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.
1.     Ωστόσο, για τους σκοπούς της παραγράφου 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), οπληρωτής δεν μπορεί να επικαλεσθεί λόγους που συνδέονται με μετατροπήσυναλλάγματος, εφόσον εφαρμόσθηκε η ισοτιμία αναφοράς που έχει συμφωνήσει με τονοικείο του πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 1στοιχείο δ) και το άρθρο 39 παράγραφος 3 στοιχείο β).
2.     Μπορεί να συμφωνείται στη σύμβαση-πλαίσιο μεταξύ του πληρωτή και τουπαρόχου υπηρεσιών πληρωμών ότι ο πληρωτής δεν δικαιούται επιστροφή όταν έχειδιαβιβάσει τη συγκατάθεση του για να εκτελεσθεί η εντολή πληρωμής απευθείας στονπάροχο υπηρεσιών πληρωμών του και, ανάλογα με την περίπτωση, οι πληροφορίες γιατη μελλοντική πράξη πληρωμής παρέχονται ή τίθενται στη διάθεση του πληρωτή, κατάσυμφωνηθέντα τρόπο, τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες πριν από την προβλεπόμενηημερομηνία από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ή από τον δικαιούχο.
 
Άρθρο 60 (Άρθρο 63 της οδηγίας 2007/64) Αιτήσεις επιστροφής χρημάτων για πράξειςπληρωμής που κινούνται από δικαιούχο ή μέσω αυτού
1.    Ο πληρωτής έχει το δικαίωμα να ζητήσει την επιστροφή των χρημάτων πουαναφέρεται στο άρθρο 59 και η οποία αντιστοιχεί σε εγκεκριμένη πράξη πληρωμής ηοποία κινήθηκε από δικαιούχο ή μέσω αυτού, μέσα σε οκτώ εβδομάδες από τηνημερομηνία χρέωσης των χρηματικών ποσών.
2.     Μέσα σε δέκα εργάσιμες ημέρες από την παραλαβή της αίτησης επιστροφής, οπάροχος των υπηρεσιών πληρωμών είτε επιστρέφει ολόκληρο το ποσό της πράξηςπληρωμής είτε αιτιολογεί την άρνηση επιστροφής, υποδεικνύοντας το όργανο στοοποίο μπορεί να προσφύγει ο πληρωτής αν δεν αποδέχεται, την αιτιολόγηση, σύμφωναμε τα άρθρα 76 έως 79.
 
Το δικαίωμα του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών δυνάμει του πρώτου εδαφίου νααρνείται επιστροφή χρημάτων δεν ισχύει στην περίπτωση του άρθρου 59 παράγραφος 1τέταρτο εδάφιο.
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Εκτέλεση πράξης πληρωμής
Τμήμα 1 Εντολές πληρωμής και μεταφερόμενα ποσά
 

Άρθρο 61 (Άρθρο 64 της οδηγίας 2007/64) Λήψη εντολών πληρωμής
1. Σε περίπτωση εντολής πληρωμής η οποία διαβιβάστηκε απευθείας από τον πληρωτήή εμμέσως από τον δικαιούχο ή μέσω του δικαιούχου, ως χρόνος λήψης ορίζεται οχρόνος κατά τον οποίο ο πάροχος
υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή λαμβάνει την εντολή πληρωμής. Εάν ο χρόνος λήψηςδεν είναι μέσα σε εργάσιμη ημέρα του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, ηεντολή πληρωμής θα λογίζεται ως ληφθείσα την επόμενη εργάσιμη ημέρα. Ο πάροχοςυπηρεσιών πληρωμών μπορεί να ορίσει ένα οριακό χρονικό σημείο προς το τέλος τηςεργάσιμης ημέρας, πέραν του οποίου κάθε λαμβανομένη εντολή πληρωμής θα λογίζεταιληφθείσα την επόμενη εργάσιμη ημέρα.
2. Εάν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών που κίνησε εντολή πληρωμής και ο πάροχοςυπηρεσιών πληρωμών του συμφωνήσουν ότι η εκτέλεση της εντολής πληρωμής αρχίζεισε συγκεκριμένη ημέρα ή στο τέλος συγκεκριμένης περιόδου ή την ημέρα που οπληρωτής θα έχει θέσει χρήματα στη διάθεση του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του,χρονικό σημείο λήψης της εντολής για τους σκοπούς του άρθρου 66 θεωρείται ησυμφωνηθείσα ημέρα. Εάν η συμφωνηθείσα ημέρα δεν είναι εργάσιμη ημέρα για τονπαροχο υπηρεσιών πληρωμών, η εντολή πληρωμής που λαμβάνεται θα λογίζεται ωςληφθείσα την επόμενη εργάσιμη ημέρα.
 

Άρθρο 62 (Άρθρο 65 της οδηγίας 2007/64) Άρνηση εντολών πληρωμής
1. Αν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών αρνηθεί να εκτελέσει εντολή πληρωμής, ηάρνηση και, ει δυνατόν, οι λόγοι της άρνησης και η διαδικασία επανόρθωσης τωντυχόν λαθών που οδήγησαν στην άρνηση γνωστοποιούνται στον χρήστη των υπηρεσιώνπληρωμών, εκτός αν αυτό απαγορεύεται από άλλη σχετική νομοθεσία της ΕυρωπαϊκήςΈνωσης ή εθνική νομοθεσία.
Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών αποστέλλει ή καθιστά διαθέσιμη κατά τονσυμφωνηθέντα τρόπο τη γνωστοποίηση, με την πρώτη ευκαιρία, και πάντως μέσα στιςπροθεσμίες που προβλέπει το άρθρο 66.
Η σύμβαση-πλαίσιο μπορεί να περιλαμβάνει όρο ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμώνμπορεί να επιβάλλει χρέωση για την ειδοποίηση αυτή, εάν η άρνηση είναιαντικειμενικώς αιτιολογημένη.
1.     Εφόσον πληρούνται όλοι οι όροι που προβλέπονται στη σύμβαση­πλαίσιο τουπληρωτή, ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή δεν αρνείται να εκτελέσειεγκεκριμένη εντολή πληρωμής, ανεξαρτήτως του αν η εντολή κινήθηκε από πληρωτή ήαπό δικαιούχο ή μέσω αυτού, εκτός αν η εκτέλεση της απαγορεύεται από άλλησχετική νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή εθνική.
2.    Για τους σκοπούς των άρθρων 66 και 71, εντολή πληρωμής της οποίας ηεκτέλεση απορρίφθηκε θεωρείται ως μη ληφθείσα.
 
Άρθρο 63 (Άρθρο 66 της οδηγίας 2007/64) Ανέκκλητο εντολής πληρωμής
 
1.     Ο χρήστης των υπηρεσιών πληρωμών δεν μπορεί να ανακαλέσει εντολή πληρωμήςεάν ληφθεί από τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, εφόσον δενπροβλέπεται διαφορετική ρύθμιση στο παρόν άρθρο.
2.    Όταν η πράξη πληρωμής κινείται από τον δικαιούχο ή μέσω αυτού, ο πληρωτήςδεν μπορεί να ανακαλέσει την εντολή πληρωμής μετά τη διαβίβαση στο δικαιούχο τηςεντολής πληρωμής ή της συγκατάθεσης του να εκτελεσθεί η πράξη πληρωμής.
3.    Ωστόσο, στην περίπτωση άμεσης χρέωσης και με την επιφύλαξη των δικαιωμάτωνεπιστροφής, ο πληρωτής μπορεί να ανακαλέσει την εντολή πληρωμής το αργότερο έωςτο τέλος της εργάσιμης ημέρας που προηγείται της ημέρας που συμφωνήθηκε για τηχρέωση των χρηματικών ποσών.
4.    Στην περίπτωση του άρθρου 61 παράγραφος 2, ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμώνμπορεί να ανακαλέσει εντολή πληρωμής το αργότερο έως το τέλος της εργάσιμηςημέρας που προηγείται της συμφωνηθείσας ημέρας.
5.     Μετά τα χρονικά όρια που ορίζονται στις παραγράφους 1 έως 4, η εντολήπληρωμής μπορεί να ανακληθεί μόνο με συμφωνία μεταξύ του χρήστη των υπηρεσιώνπληρωμών και του οικείου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών. Στην περίπτωση τωνπαραγράφων 2 και 3, απαιτείται επίσης και η συμφωνία του δικαιούχου. Εάνπροβλέπεται στη σύμβαση-πλαίσιο, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να επιβάλειχρέωση σε περίπτωση ανάκλησης.
 
Άρθρο 64 (Άρθρο 67 της οδηγίας 2007/64) Μεταβίβαση και λήψη χρηματικών ποσών
1.     Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμώντου δικαιούχου και οι τυχόν ενδιάμεσοι των παροχών υπηρεσιών πληρωμώνυποχρεούνται να μεταφέρουν το πλήρες ποσό της πράξης πληρωμής και να μηναφαιρούν επιβαρύνσεις από το μεταφερόμενο ποσό.
2.    Εντούτοις, ο δικαιούχος και ο οικείος πάροχος υπηρεσιών πληρωμών μπορούννα συμφωνούν ότι ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών αφαιρεί τη χρέωση του από τομεταβιβαζόμενο ποσό πριν αυτό πιστωθεί στον δικαιούχο. Στην περίπτωση αυτήν, τοπλήρες ποσό της πράξης πληρωμής και οι επιβαρύνσεις εμφαίνονται χωριστά στιςπληροφορίες που παρέχονται στο δικαιούχο.
3.     Εάν από το μεταφερόμενο ποσό αφαιρούνται επιβαρύνσεις άλλες πλην εκείνωντης παραγράφου 2, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμής του πληρωτή μεριμνά ώστε οδικαιούχος να λαμβάνει το πλήρες ποσό της πράξης πληρωμής που κινήθηκε από τονπληρωτή. Όταν η πράξη πληρωμής κινείται από το δικαιούχο ή μέσω αυτού, ο οικείοςπάροχος υπηρεσιών πληρωμών μεριμνά ώστε ο δικαιούχος να λαμβάνει το πλήρες ποσότης πράξης πληρωμής.
 
Τμήμα 2 Προθεσμία εκτέλεσης και ημερομηνία αξίας
Άρθρο 65 (Άρθρο 68 της οδηγίας 2007/64) Πεδίο εφαρμογής
1. Το παρόν τμήμα εφαρμόζεται σε: α) πράξεις πληρωμής σε ευρώ ­β) εθνικέςπράξεις πληρωμής στο νόμισμα του κράτους μέλους εκτός της ζώνης ευρώ και γ)πράξεις πληρωμών που απαιτούν μόνο μία μετατροπή νομίσματος μεταξύ του ευρώ καιτου επίσημου νομίσματος κράτους μέλους εκτός της ζώνης ευρώ, εφόσον ηαπαιτούμενη μετατροπή νομίσματος πραγματοποιείται στο κράτος μέλος που δενχρησιμοποιεί το ευρώ και, στην περίπτωση διασυνοριακών συναλλαγών πληρωμών, ηδιασυνοριακή μεταβίβαση πραγματοποιείται σε ευρώ.
2. Το παρόν τμήμα εφαρμόζεται και σε άλλες πράξεις πληρωμής, εκτός αν υπάρχειδιαφορετική συμφωνία μεταξύ του χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών και του παρόχουυπηρεσιών πληρωμών του, με εξαίρεση το άρθρο 69 η εφαρμογή του οποίου δενεμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια των μερών. Ωστόσο, όταν ο χρήστης υπηρεσιώνπληρωμών και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του συμφωνούν περίοδο μεγαλύτερη απότις οριζόμενες στο άρθρο 66, για ενδοκοινοτικές πράξεις πληρωμών η περίοδος αυτήδεν υπερβαίνει τις τέσσερις εργάσιμες ημέρες από το χρονικό σημείο λήψης τηςεντολής σύμφωνα με το άρθρο 61.
 
Άρθρο 66 (Άρθρο 69 της οδηγίας 2007/64) Πράξεις πληρωμής προς λογαριασμόπληρωμών
1.    Ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου υποχρεούται να μεριμνάώστε, μετά τον κατά το άρθρο 61 χρόνο λήψης της εντολής, το ποσό της πράξηςπληρωμής να πιστώνεται στο λογαριασμό του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών τουδικαιούχου το αργότερο στο τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας. Έως την1η Ιανουαρίου 2012, ο πληρωτής και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του μπορούν νασυμφωνούν διαφορετική προθεσμία που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τρεις εργάσιμεςημέρες. Οι προθεσμίες αυτές μπορούν να παρατείνονται κατά μία επιπλέον εργάσιμηημέρα για τις πράξεις πληρωμής που εκτελούνται σε έντυπη μορφή.
2.     Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου υποχρεούται να καθορίζειημερομηνία αξίας και να καθιστά διαθέσιμο το ποσό της πράξης πληρωμής στολογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου μετά την παραλαβή των χρηματικών ποσών απότον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 69.
3. Ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου υποχρεούται να μεταβιβάζειεντολή πληρωμής η οποία κινήθηκε από το δικαιούχο ή μέσω του δικαιούχου στονπάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή μέσα στην προθεσμία που συμφωνήθηκε μεταξύτου δικαιούχου και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του, καθιστώντας δυνατή τηντακτοποίηση της, όσον αφορά την άμεση χρέωση, κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία.
 

Άρθρο 67 (Άρθρο 70 της οδηγίας 2007/64)
Όταν ο δικαιούχος δεν έχει λογαριασμό πληρωμών στον πάροχο των υπηρεσιώνπληρωμών
Όταν ο δικαιούχος δεν έχει λογαριασμό πληρωμών στον πάροχο των υπηρεσιώνπληρωμών, τα χρηματικά ποσά τίθενται στη διάθεση του δικαιούχου από τον πάροχοτων υπηρεσιών πληρωμών, ο οποίος τα παραλαμβάνει για λογαριασμό του δικαιούχου,μέσα στην προθεσμία του άρθρου 66.


Άρθρο 68 (Άρθρο 71 της οδηγίας 2007/64) Μετρητά που τοποθετούνται σε λογαριασμόπληρωμών
Όταν καταναλωτής τοποθετεί μετρητά σε λογαριασμό πληρωμών τηρούμενο από τονοικείο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών στο νόμισμα του εν λόγω λογαριασμού πληρωμών, οπάροχος υπηρεσιών πληρωμών μεριμνά ώστε το ποσό να καθίσταται διαθέσιμο αμέσωςμετά τη λήψη του ποσού, με την αντίστοιχη ημερομηνία αξίας. Αν ο χρήστηςυπηρεσιών πληρωμών δεν είναι καταναλωτής, το ποσό καθίσταται διαθέσιμο μεημερομηνία αξίας το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα μετά τη λήψη του.


Άρθρο 69 (Άρθρο 73 της οδηγίας 2007/64) Ημερομηνία αξίας και διαθεσιμότητα τωνχρηματικών ποσών
1. Η ημερομηνία αξίας για την πίστωση του λογαριασμού πληρωμών του δικαιούχουδεν επιτρέπεται να είναι μεταγενέστερη της εργάσιμης ημέρας κατά την οποίαπιστώνεται ο λογαριασμός του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου με τοποσό της πράξης πληρωμής.
Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου μεριμνά ώστε το ποσό της πράξηςπληρωμής να είναι στη διάθεση του δικαιούχου αμέσως μόλις ο λογαριασμός τουπαρόχου υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου πιστωθεί με το ποσό της πράξηςπληρωμής.
2. Η ημερομηνία αξίας για τη χρέωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή δενεπιτρέπεται να είναι προγενέστερη του χρονικού σημείου κατά το οποίο γίνεται ηχρέωση του εν λόγω λογαριασμού πληρωμών με το ποσό της πράξης πληρωμής.


Τμήμα 3 Ευθύνη
Άρθρο 70 (Άρθρο 74 της οδηγίας 2007/64)
Λανθασμένα αποκλειστικά μέσα ταυτοποίησης
1.    Εάν η πράξη πληρωμής εκτελεστεί σύμφωνα με το αποκλειστικό μέσοταυτοποίησης, θεωρείται ότι εκτελέστηκε ορθά όσον αφορά τον δικαιούχο πουαναγράφεται στο αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης.
2.     Εάν το αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης που παρέχει ο χρήστης υπηρεσιώνπληρωμών είναι λανθασμένο, ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών δεν φέρει ευθύνηδυνάμει του άρθρου 71 για τη μη εκτέλεση ή την εσφαλμένη εκτέλεση της πράξηςπληρωμής.
Ωστόσο, ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή καταβάλλει εύλογεςπροσπάθειες για την ανάκτηση των χρηματικών ποσών που αφορά η πράξη πληρωμής.
Εάν προβλέπεται στη σύμβαση-πλαίσιο, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών μπορεί ναεπιβάλει χρέωση στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών για την ανάκτηση των ποσών.
3. Εάν ο χρήστης των υπηρεσιών πληρωμών προσκομίσει πρόσθετες πληροφορίες πέρανεκείνων του άρθρου 34 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή του άρθρου 39 παράγραφος 2στοιχείο β), ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών ευθύνεται μόνο για την εκτέλεσηπράξεων πληρωμής σύμφωνα με το παρασχεθέν από τον χρήστη των υπηρεσιών πληρωμώναποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης.
 

Άρθρο 71 (Άρθρο 75 της οδηγίας 2007/64) Μη εκτέλεση ή εσφαλμένη εκτέλεση
1. Όταν εντολή πληρωμής κινείται από τον πληρωτή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμώντου είναι, με την επιφύλαξη του άρθρου 55, του άρθρου 70 παράγραφοι 2 και 3 καιτου άρθρου 74, υπεύθυνος έναντι του πληρωτή για την ορθή εκτέλεση της πράξηςπληρωμής, εκτός αν μπορεί να αποδείξει στον πληρωτή και, ενδεχομένως, στονπάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών τουδικαιούχου έλαβε το ποσό της πράξης πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 66 παράγραφος1, οπότε ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου είναι υπεύθυνος έναντι τουδικαιούχου για την ορθή εκτέλεση της πράξης πληρωμής.
Εάν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή είναι υπεύθυνος βάσει του πρώτουεδαφίου, επιστρέφει αμελλητί στον πληρωτή το ποσό της ανεκτέλεστης ή εσφαλμένηςπράξης πληρωμής και, ανάλογα με την περίπτωση, επαναφέρει τον χρεωθένταλογαριασμό πληρωμών στην κατάσταση που θα βρισκόταν εάν δεν είχε πραγματοποιηθείη εσφαλμένη πράξη πληρωμής.
Όταν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου είναι υπεύθυνος βάσει τουπρώτου εδαφίου, θέτει αμέσως το ποσό της πράξης πληρωμής στη διάθεση τουδικαιούχου και, ανάλογα με την περίπτωση, πιστώνει το αντίστοιχο πόσο στονλογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου.
Σε περίπτωση μη εκτέλεσης ή εσφαλμένης εκτέλεσης πράξης πληρωμής, όταν η εντολήπληρωμής κινείται από τον πληρωτή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του, ανεξαρτήτωςτης ευθύνης στο πλαίσιο της παρούσας παραγράφου, προσπαθεί αμέσως, αν τουζητηθεί, να ανιχνεύσει την πράξη πληρωμής και ειδοποιεί τον πληρωτή για τοαποτέλεσμα.
2. Όταν εντολή πληρωμής κινείται από τον δικαιούχο ή μέσω αυτού, ο πάροχοςυπηρεσιών πληρωμών του είναι, με την επιφύλαξη του άρθρου 55, του άρθρου 70,παράγραφοι 2 και 3 και του άρθρου 74, υπεύθυνος έναντι του δικαιούχου για τηνορθή διαβίβαση της εντολής πληρωμής στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτήσύμφωνα με το άρθρο 66, παράγραφος 3. Εάν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών τουπληρωτή είναι υπεύθυνος βάσει του παρόντος εδαφίου, αναδιαβιβάζει αμέσως την ενλόγω εντολή πληρωμής στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή.
Επιπλέον, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου είναι, με την επιφύλαξητου άρθρου 55, του άρθρου 70 παράγραφοι 2 και 3 και του άρθρου 74, υπεύθυνοςέναντι του δικαιούχου για τη διεκπεραίωση της εντολής πληρωμής σύμφωνα με τιςυποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 69. Όταν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμώντου δικαιούχου είναι υπεύθυνος δυνάμει του παρόντος εδαφίου, μεριμνά ώστε τοποσό της πράξης πληρωμής να είναι στη διάθεση του δικαιούχου αμέσως μόλις τοπόσο αυτό πιστωθεί στο λογαριασμό του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου.
Σε περίπτωση μη εκτέλεσης ή εσφαλμένης εκτέλεσης πράξης πληρωμής για την οποία οπάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου δεν είναι υπεύθυνος στο πλαίσιο τουπρώτου και του δεύτερου εδαφίου, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή είναιυπεύθυνος έναντι του πληρωτή. Οσάκις ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτήείναι υπεύθυνος εν προκειμένω, τότε, ανάλογα με την περίπτωση, και χωρίςαδικαιολόγητη καθυστέρηση, επιστρέφει στον πληρωτή το ποσό της ανεκτέλεστης ήεσφαλμένης πράξης πληρωμής και επαναφέρει τον χρεωθέντα λογαριασμό πληρωμών στηνκατάσταση που θα βρισκόταν
εάν δεν είχε πραγματοποιηθεί η εσφαλμένη πράξη πληρωμής. Σε περίπτωση μηεκτέλεσης ή εσφαλμένης εκτέλεσης πράξης πληρωμής, όπου η εντολή πληρωμήςκινείται από τον δικαιούχο ή μέσω του δικαιούχου, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμώντου, ανεξαρτήτως της ευθύνης στο πλαίσιο της παρούσας παραγράφου, καταβάλλειάμεσα, αφού του ζητηθεί, προσπάθειες να ανιχνεύσει τις πράξεις πληρωμών καιειδοποιεί το δικαιούχο για το αποτέλεσμα.
3. Επιπλέον, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών είναι υπεύθυνος έναντι των αντίστοιχωνχρηστών υπηρεσιών πληρωμών τους για τυχόν χρεώσεις για τις οποίες φέρουν τηνευθύνη και για τόκους που επιβαρύνουν τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών συνεπεία μηεκτέλεσης ή εσφαλμένης εκτέλεσης της πράξης πληρωμής.
 

Άρθρο 72 (Άρθρο 76 της οδηγίας 2007/64) Πρόσθετη οικονομική αποζημίωση
Πρόσθετη οικονομική αποζημίωση σε σχέση με αυτή που προβλέπεται στο παρόν τμήμαμπορεί να καθορίζεται σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο στη συναφθείσα σύμβασημεταξύ του χρήστη και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών του.
 

Άρθρο 73 (Άρθρο 77 της οδηγίας 2007/64) Δικαίωμα προσφυγής
1.    Όταν η ευθύνη ενός παρόχου υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 71αποδίδεται σε άλλον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ή σε μεσάζοντα, ο δεύτερος πάροχοςυπηρεσιών πληρωμών ή μεσάζων αποζημιώνει τον πρώτο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών γιακάθε ζημία που υπέστη ή κάθε ποσό που κατέβαλε στο πλαίσιο του άρθρου 71.
2.     Η χορήγηση περαιτέρω οικονομικής αποζημίωσης μπορεί να αποφασίζεται βάσεισυμφωνιών μεταξύ των παροχών υπηρεσιών πληρωμών ή/και των μεσαζόντων και τουδικαίου που εφαρμόζεται στη μεταξύ τους συμφωνία.
 
Άρθρο 74 (Άρθρο 78 της οδηγίας 2007/64) Απουσία ευθύνης
Η ευθύνη που προβλέπεται στα Κεφάλαια 2 και 3 δεν ισχύει σε περιστάσεις πουείναι ασυνήθεις και απρόβλεπτες, ξένες προς τη βούληση του μέρους που τιςεπικαλείται, και των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρ'όλες τις προσπάθειες για το αντίθετο, ούτε όταν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμώνδεσμεύεται από άλλες νομικές υποχρεώσεις που προβλέπονται στην εθνική νομοθεσίαή τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Προστασία των δεδομένων
Άρθρο 75 (Άρθρο 79 της οδηγίας 2007/64) Προστασία των δεδομένων
Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα συστήματα πληρωμών και τουςπαρόχους υπηρεσιών πληρωμών, όταν χρειάζεται για την πρόληψη, τη διερεύνηση καιτον εντοπισμό της απάτης στον τομέα των πληρωμών. Η επεξεργασία των εν λόγωδεδομένων προσωπικού χαρακτήρα διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου2472/1997 (Α' 50), όπως ισχύει.
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 Διαδικασίες καταγγελίας και εξωδικαστικών προσφυγών για τηνεπίλυση διαφορών
Τμήμα 1 Διαδικασίες καταγγελίας
Άρθρο 76 (Άρθρο 80 της οδηγίας 2007/64) Καταγγελίες
1.    Οι χρήστες υπηρεσιών πληρωμών και στα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη,περιλαμβανομένων των ενώσεων καταναλωτών, έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουνκαταγγελίες στην Γενική Γραμματεία Καταναλωτή του Υπουργείου Οικονομίας,Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας σχετικά με ισχυρισμούς περί παραβάσεων τωνδιατάξεων των Κεφαλαίων IV και V του Α' Μέρους του παρόντος νόμου από παρόχουςυπηρεσιών πληρωμών.
2.     Ανάλογα με την περίπτωση και με την επιφύλαξη του δικαιώματος προσφυγήςενώπιον δικαστηρίου σύμφωνα με την δικονομία, η αρμόδια αρχή ενημερώνει με τηναπάντηση της τον καταγγέλλοντα για τις προβλεπόμενες από το άρθρο 79εξωδικαστικές διαδικασίες υποβολής καταγγελιών και προσφυγής.
 
Άρθρο 77 (Άρθρο 81 της οδηγίας 2007/64) Κυρώσεις
1.     Με την επιφύλαξη άλλων ειδικότερων διατάξεων, με απόφαση του ΥπουργούΟικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας επιβάλλεται σε βάρος των φορέωνπαροχής υπηρεσιών πληρωμών, οι οποίοι δεν τηρούν τις υποχρεώσεις τους πουαπορρέουν από διατάξεις των κεφαλαίων IV και V αυτού του νόμου πρόστιμο απόπέντε χιλιάδες (5.000) έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. Σε περίπτωσηυποτροπής το ανώτατο όριο προστίμου διπλασιάζεται. Κατά την επιμέτρηση τουπροστίμου λαμβάνονται ιδίως υπόψη και συνεκτιμώνται: α) η βαρύτητα τηςπαράβασης, β) η συχνότητα αυτής, γ) η διάρκεια της, δ) οι ειδικές συνθήκεςτέλεσης της, ε) ο βαθμός υπαιτιότητας και στ) ο κύκλος εργασιών του παραβάτη.
2.     Τα ποσά των προστίμων που επιβάλλονται αποτελούν δημόσιο έσοδο καιεισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974, Α' 90) καιμπορεί να αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών καιΟικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.
3.     Η επιβολή των ως άνω διοικητικών κυρώσεων είναι ανεξάρτητη από κάθε άλληαστική, ποινική ή πειθαρχική κύρωση που προβλέπεται σε βάρος των φορέων παροχήςυπηρεσιών πληρωμών από το νόμο αυτό και την κείμενη νομοθεσία.
 
Άρθρο 78 (Άρθρο 82 της οδηγίας 2007/64) Αρμόδιες αρχές
1.     Αρμόδια αρχή για τη διαχείριση καταγγελιών, σύμφωνα με τις διατάξεις τουάρθρου 69, παράγραφος 1, αυτού του νόμου και την επιβολή των κυρώσεων πουπροβλέπονται στο άρθρο 70 αυτού του νόμου ορίζεται η Γενική ΓραμματείαΚαταναλωτή του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.
2.     Σε περίπτωση παράβασης ή εικαζόμενης παράβασης των διατάξεων του εθνικούδικαίου που θεσπίζονται κατ' εφαρμογή των τίτλων III και IV, υπεύθυνες δυνάμειτης παραγράφου 1 είναι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τουπαρόχου υπηρεσιών πληρωμών. Ωστόσο, για τους αντιπροσώπους και τα υποκαταστήματαπου λειτουργούν υπό το δικαίωμα εγκατάστασης αρμόδιες είναι οι αρχές του κράτουςμέλους υποδοχής.
 
Τμήμα 2
Διαδικασία εξωδικαστικών προσφυγών
Άρθρο 79 (Άρθρο 83 της οδηγίας 2007/64) Εξωδικαστική επίλυση διαφορών
1.     Για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών, οι οποίες ανακύπτουν μεταξύ χρήστηυπηρεσιών πληρωμών και φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών και αφορούν ταδικαιώματα και τις υποχρεώσεις που καθορίζονται με τις διατάξεις αυτού τουνόμου, αρμόδιοι είναι ο Συνήγορος του Καταναλωτή, ο ΜεσολαβητήςΤραπεζικών-Επενδυτικών Υπηρεσιών και οι Επιτροπές Φιλικού Διακανονισμού πουπροβλέπονται στο άρθρο 11 του ν. 2251/1994 (Α' 191).
2.     Σε περίπτωση διασυνοριακών διαφορών, οι ανωτέρω φορείς συνεργάζονταιενεργά με τους αντίστοιχους φορείς των άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
 
ΤΙΤΛΟΣ V (τίτλος VI της Οδηγίας 2007/64) ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 80 (Άρθρο 86 της Οδηγίας 2007/64) Πλήρης εναρμόνιση
Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών απαγορεύεται να παρεκκλίνουν, εις βάρος τωνχρηστών των υπηρεσιών πληρωμών, από τις διατάξεις του παρόντος νόμου , εκτός εάνη δυνατότητα παρέκκλισης προβλέπεται ρητά από αυτόν το νόμο .
Ωστόσο, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών μπορούν να αποφασίζουν να προσφέρουνευνοϊκότερους όρους στους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών.
 

Άρθρο 81 (Άρθρο 88 της Οδηγίας 2007/64) Μεταβατική διάταξη
1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3691/2008 ή άλλων σχετικών νομοθετικώνδιατάξεων, νομικά πρόσωπα, τα οποία κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος αυτού τουνόμου ασκούν ήδη, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, δραστηριότητες ιδρύματοςπληρωμών επιτρέπεται να συνεχίσουν να ασκούν τις δραστηριότητες αυτές έως την30η Απριλίου 2011, χωρίς να έχουν αδειοδοτηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις τουάρθρου 10 αυτού του νόμου. Νομικά πρόσωπα που δεν θα έχουν αδειοδοτηθεί έωςαυτήν την ημερομηνία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 αυτού του νόμου, θααπαγορεύεται εφεξής να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών, σύμφωνα με τις διατάξεις τουάρθρου 26 αυτού του νόμου.
2. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου, εξαιρούνταιαπό την υποχρέωση αδειοδότησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 αυτού τουνόμου, τα χρηματοδοτικά ιδρύματα τα οποία ασκούν τις δραστηριότητες του εδαφίου(δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του ν. 3601/2007 και πληρούν τις προϋποθέσειςτου εδαφίου (ε) της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του ν. 3601/2007 πριν από τηνημερομηνία έναρξης ισχύος αυτού του νόμου.
Τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή υποχρεούνται ναγνωστοποιήσουν στην Τράπεζα της Ελλάδος τις δραστηριότητες που ασκούν έως τηνημερομηνία έναρξης ισχύος αυτού του νόμου. Η γνωστοποίηση αυτή πρέπει ναπεριλαμβάνει πληροφορίες που να αποδεικνύουν ότι έχουν συμμορφωθεί με τιςδιατάξεις των περιπτώσεων (α), (δ), (ζ), (η), (θ), (ια) και (ιβ) του άρθρου 5αυτού του νόμου. Εφόσον η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι τηρούνται οιυποχρεώσεις που απορρέουν από τις ανωτέρω διατάξεις, το ενδιαφερόμενοχρηματοδοτικό ίδρυμα εγγράφεται στο μητρώο που προβλέπεται στο άρθρο 13 αυτούτου νόμου.
Η Τράπεζα της Ελλάδος δικαιούται να εξαιρεί τα χρηματοδοτικά ιδρύματα πουεμπίπτουν στην κατηγορία αυτή από τις απαιτήσεις που απορρέουν από τις διατάξειςτου άρθρου 5 αυτού του νόμου.
3. Τα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 αυτού του άρθρου λαμβάνουναυτομάτως άδεια λειτουργίας και εγγράφονται στο μητρώο που προβλέπεται στο άρθρο13 αυτού του νόμου, εφόσον η Τράπεζα της Ελλάδος διαθέτει ήδη στοιχεία ότισυμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 5και 10 αυτού του νόμου. Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει σχετικά ταενδιαφερόμενα νομικά πρόσωπα πριν από την έκδοση της άδειας λειτουργίας.
 

Άρθρο 82
(άρθρα 89, 90 τταρ.2, 91 παρ.3 και 93 της Οδηγίας 2007/64)
Καταργούμενες διατάξεις
Από την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου καταργούνται:
(α) το Π.Δ. 33/2000 «Προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 97/5/ΕΚτης 27.1.1997 για τις διασυνοριακές μεταφορές πιστώσεων» (ΦΕΚ 27 Α'),
(β) οι διατάξεις των άρθρων 2 έως 4 της Κ.Υ.Α. Ζ1 -178/2001 (ΦΕΚ Β' 255),
(γ) οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 11 του άρθρου 4, και τηςπαραγράφου 8 του άρθρου 4α του νόμου 2251/1994,
(δ) οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 43 του νόμου 3691/2008,
(ε) οι διατάξεις του άρθρου 18 του νόμου 3148/2003 (ΦΕΚ136 Α')
«Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, αντικατάσταση και συμπλήρωση τωνδιατάξεων για τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και άλλες διατάξεις».
 

Άρθρο 83
(άρθρα 90 παρ.1, 91 τταρ.1 και 92 της Οδηγίας 2007/64)
Τροποποιούμενες διατάξεις
1. α) Στην περίπτωση δ' της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν.3601/2007 (Α' 178) αντίτων λέξεων «πράξεις διενέργειας πληρωμών» τίθενται οι λέξεις «υπηρεσίεςπληρωμών».
β) Η περίπτωση ε' της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του ν. 3601/2007 αντικαθίσταταιως εξής: «ε. έκδοση και διαχείριση άλλων μέσων πληρωμής (ταξιδιωτικών καιτραπεζικών επιταγών), εφόσον η δραστηριότητα αυτή δεν καλύπτεται από τηνπροηγούμενη περίπτωση δ'.»
2. Η περίπτωση δ' της παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 3691/2008 αντικαθίσταται ωςεξής «δ) Τα ιδρύματα πληρωμών.»
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ Ολοκλήρωση ενσωμάτωσης της οδηγίας 2007/44/ΕΚ και Ενσωμάτωση τηςοδηγίας 2010/16/ΕΕ
Για τον Καθορισμό διαδικαστικών κανόνων και κριτηρίων για την
προληπτική αξιολόγηση προτάσεων απόκτησης συμμετοχής σε
πιστωτικά ιδρύματα, ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις
 

Άρθρο 84 Σκοπός
Σκοπός του Δεύτερου Μέρους του νόμου αυτού, είναι η ενσωμάτωση στην ελληνικήνομοθεσία των άρθρων 1, 2, 4-6 της Οδηγίας 2007/44/ΕΚ του ΕυρωπαϊκούΚοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5η ς Σεπτεμβρίου 2007 «για την τροποποίησητης οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 2002/83/ΕΚ, 2004/39/ΕΚ,2005/68/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ σχετικά με τους διαδικαστικούς κανόνες και τα κριτήριααξιολόγησης για την προληπτική αξιολόγηση της απόκτησης και της αύξησηςσυμμετοχών στο μετοχικό κεφάλαιο επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα» (ΕΕ ί247 καθώς και της οδηγίας 2010/16/ΕΕ της Επιτροπής της 9ης Μαρτίου 2010 «για τηντροποποίηση της οδηγίας 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τουΣυμβουλίου όσον αφορά την εξαίρεση ενός συγκεκριμένου ιδρύματος από το πεδίοεφαρμογής»(ΕΕ ί 60).
 

Άρθρο 85 (άρθρο 5 της Οδηγίας 2007/44) Αξιολόγηση απόκτησης ή εκχώρησηςσυμμετοχών σε πιστωτικά
ιδρύματα
Το άρθρο 24 του ν. 3601/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 24 Συμμετοχές σε πιστωτικά ιδρύματα
1. α) Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (στο εξής: «υποψήφιος αγοραστής»), το οποίομεμονωμένα ή μέσω κοινής δράσης με άλλα πρόσωπα, υπό την έννοια του εδαφίου γ'της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, έχει αποφασίσει είτε να αποκτήσει, άμεσα ήέμμεσα, ειδική συμμετοχή, σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα, είτε νααυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, υφιστάμενη συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα,ούτως ώστε το ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου ή του μετοχικού κεφαλαίου που θακατέχει
να φθάνει ή να υπερβαίνει τα όρια του 10%, του 20%, του 1/3 ή του 50% ή ώστε νααποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, τον έλεγχο του πιστωτικού ιδρύματος υπό την έννοιατης παραγράφου 12 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου (στο εξής: «προτεινόμενηαπόκτηση συμμετοχής»), αρχικά απευθύνει κοινοποίηση εγγράφως στην Τράπεζα τηςΕλλάδος και της γνωστοποιεί το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής, καθώς και τιςσχετικές απαιτούμενες πληροφορίες, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντοςάρθρου.
β) Κάθε υποψήφιος αγοραστής, ο οποίος έχει αποφασίσει να αποκτήσει ή να αυξήσειπεραιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, υφιστάμενη συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύειστην Ελλάδα ούτως ώστε το ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου ή του μετοχικούκεφαλαίου που θα κατέχει να φθάνει ή να υπερβαίνει το όριο του 5%, ενημερώνειπροηγουμένως την Τράπεζα της Ελλάδος και της γνωστοποιεί το ποσοστό της νέαςσυμμετοχής. Η Τράπεζα της Ελλάδος αξιολογεί, κατά περίπτωση, εντός πέντε (5)εργασίμων ημερών, εάν η συμμετοχή αυτή οδηγεί σε σημαντική επιρροή και σε θετικήπερίπτωση ενημερώνει τον υποψήφιο αγοραστή και προβαίνει στην απαιτούμενηαξιολόγηση της παραγράφου 11.
γ) Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο έχει αποφασίσει να παύσει να κατέχει,άμεσα ή έμμεσα, συμμετοχή των ανωτέρω εδαφίων α' ή β', σε πιστωτικό ίδρυμα πουεδρεύει στην Ελλάδα ή έχει αποφασίσει:
Ί) να μειώσει τη συμμετοχή του σε πιστωτικό ίδρυμα, ούτως ώστε το
ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου ή του μετοχικού κεφαλαίου που θα
κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, να διαμορφώνεται σε ποσοστό μικρότερο από
το 5%, το 10%, το 20%, το 1/3 ή το 50% ή
ϋ) να παύσει να έχει, άμεσα ή έμμεσα, τον έλεγχο του πιστωτικού
ιδρύματος, ενημερώνει προηγουμένως εγγράφως την Τράπεζα της Ελλάδος και τηςγνωστοποιεί το τυχόν ύψος της συμμετοχής που προτίθεται να διατηρήσει.
δ) Εφόσον τις συμμετοχές των εδαφίων α' ή β' της παρούσας παραγράφου προτίθενταινα πραγματοποιήσουν νομικά πρόσωπα, αυτά γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδοςτην ταυτότητα των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, των σημαντικότερωνδιευθυντικών στελεχών, των μετόχων που κατέχουν τουλάχιστον 5%, καθώς και όπουενδείκνυται την ταυτότητα των φυσικών προσώπων, υπό την έννοια του πραγματικούδικαιούχου της παραγράφου 16 του άρθρου 4 του ν. 3691/2008 (Α' 166), που, άμεσαή έμμεσα, τα ελέγχουν, καθώς και κάθε μεταγενέστερη μεταβολή. Αντίστοιχηυποχρέωση γνωστοποίησης στην Τράπεζα της Ελλάδος υπέχουν και τα ανωτέρω φυσικάπρόσωπα.
ε) Εάν τις συμμετοχές των εδαφίων α' και β' προτίθενται να αποκτήσουν έμμεσα έναή περισσότερα πρόσωπα, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να
αξιολογεί με βάση τα κριτήρια της παραγράφου 11, πέραν του υποψήφιου αγοραστήπου προτίθεται να αποκτήσει άμεσα τη συμμετοχή και του πραγματικού δικαιούχου,και τα τυχόν παρεμβαλλόμενα, μεταξύ των δύο προηγούμενων περιπτώσεων, πρόσωπα.
2. α) Για το σκοπό υπολογισμού του ποσοστού συμμετοχής, σύμφωνα με τις διατάξειςτου παρόντος άρθρου λαμβάνονται υπόψη τα άρθρα 9, 10,12 και 13 παράγραφοι 4 και5 του ν. 3556/2007 (Α' 91), υπό την επιφύλαξη του εδαφίου β' της παρούσαςπαραγράφου.
β) Κατά τον ως άνω υπολογισμό του ποσοστού συμμετοχής δεν λαμβάνονται υπόψη ταδικαιώματα ψήφου ή οι μετοχές με δικαίωμα ψήφου που κατέχουν πιστωτικά ιδρύματαή επιχειρήσεις επενδύσεων ως αποτέλεσμα αναδοχής ή/ και τοποθέτησηςχρηματοπιστωτικών μέσων με ρητή δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με το εδάφιο (στ) τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 3606/2007, εφόσον τα εν λόγω δικαιώματα δενασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ' άλλον τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στηδιαχείριση του εκδότη και πρόκειται βάσει ρητής δέσμευσης να μεταβιβαστούν εντόςενός
(1) έτους από την απόκτηση. γ) Ως «από κοινού δράση» για την εφαρμογή τουπαρόντος άρθρου νοείται η περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότεροι υποψήφιοιαγοραστές προτίθενται να ενεργούν συντονισμένα κατά την άσκηση των δικαιωμάτωντους μετά την απόκτηση μετοχών ή δικαιωμάτων ψήφου με συμφωνία που μπορεί ναγίνεται εγγράφως ή προφορικά ή συνάγεται από πραγματικά περιστατικά, ανεξαρτήτωςεάν τα πρόσωπα που δρουν από κοινού συνδέονται μεταξύ τους. Η κοινοποίηση τωνδικαιωμάτων ψήφου της ως άνω περίπτωσης στην Τράπεζα της Ελλάδος γίνεται είτεαπό τον κάθε
υποψήφιο αγοραστή είτε από έναν από αυτούς, ο οποίος έχει εξουσιοδοτηθεί για τοσκοπό αυτό.
1.     Η Τράπεζα της Ελλάδος, γνωστοποιεί εγγράφως στον υποψήφιο αγοραστή τηνπαραλαβή της κοινοποίησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, καθώς και τωνπληροφοριών που προβλέπονται στην παράγραφο 6, και τις οποίες ενδεχομένωςπαρέλαβε μεταγενέστερα της εν λόγω κοινοποίησης. Η εν λόγω γνωστοποίησηπαρέχεται εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης καιτων σχετικών πρόσθετων στοιχείων.
2.     α) Η Τράπεζα της Ελλάδος εντός εξήντα (60) εργασίμων ημερών από τηνημερομηνία της τελευταίας γραπτής επιβεβαίωσης περί της παραλαβής εκ μέρους τηςόλων των απαιτούμενων εγγράφων της παραγράφου 5 (στο εξής: "περίοδοςαξιολόγησης"), προβαίνει στην αξιολόγηση που προβλέπεται στην παράγραφο 11 (στοεξής: "αξιολόγηση").
 
β) Η Τράπεζα της Ελλάδος στη γνωστοποίηση παραλαβής που προβλέπεται στην ανωτέρωπαράγραφο 3 αναφέρει και την ημερομηνία λήξης της περιόδου αξιολόγησης,
5. α) Η Τράπεζα της Ελλάδος με απόφαση της δημοσιοποιεί κατάλογο με τιςαναγκαίες, για τους σκοπούς της προληπτικής εποπτείας, πληροφορίες για τηδιενέργεια της αξιολόγησης, οι οποίες πρέπει να υποβάλλονται σε αυτήν κατά τηνκοινοποίηση που προβλέπει η παράγραφος 1. β) Οι πληροφορίες του εδαφίου α' είναιπροσαρμοσμένες αναλόγως με τα χαρακτηριστικά του υποψήφιου αγοραστή (φυσικό ήνομικό πρόσωπο, εποπτευόμενο ή μη κ.λπ.), το βαθμό συμμετοχής του στη διοίκησητου πιστωτικού ιδρύματος για το οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής και τούψος της σκοπούμενης συμμετοχής.
6. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, μέχρι και την πεντηκοστή εργάσιμη ημέρα τηςπεριόδου αξιολόγησης, να ζητήσει εγγράφως πληροφορίες διευκρινιστικές καισυναφείς με αυτές του καταλόγου της παραγράφου 5, αναγκαίες για την ολοκλήρωσητης αξιολόγησης, καθορίζοντας τα απαιτούμενα για το σκοπό αυτό συμπληρωματικάστοιχεία.
7. Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποίαζητήθηκαν οι πληροφορίες της παραγράφου 6 και της ημερομηνίας παραλαβής τηςαπάντησης του υποψήφιου αγοραστή, η περίοδος αξιολόγησης αναστέλλεται. Ηαναστολή αυτή δεν υπερβαίνει τις είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες. Η Τράπεζα τηςΕλλάδος έχει τη διακριτική ευχέρεια να ζητήσει τη συμπλήρωση ή τη διευκρίνισητων πληροφοριών, χωρίς όμως στην περίπτωση αυτή να επέρχεται νέα αναστολή τηςπεριόδου αξιολόγησης.
8. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να παρατείνει την αναστολή που αναφέρεται στηνπαράγραφο 7, κατά δέκα (10) εργάσιμες ημέρες, εάν ο υποψήφιος αγοραστής:
 
α) είναι εγκατεστημένος ή υπόκειται σε ρυθμιστικό πλαίσιο σε χώρα εκτός τηςΕυρωπαϊκής Ένωσης ή
β) είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο μη υποκείμενο στο εποπτικό καθεστώς που με βάσητην κοινοτική νομοθεσία διέπει τα πιστωτικά ιδρύματα, τις επιχειρήσεις παροχήςεπενδυτικών υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.), τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικέςεπιχειρήσεις ή εταιρίες διαχείρισης οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητέςαξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.).
9. Εάν η Τράπεζα της Ελλάδος αποφασίσει, μόλις ολοκληρώσει την αξιολόγηση της,να αντιταχθεί στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, εφόσον υπάρχουν βάσιμοιλόγοι γΓ αυτό, με βάση τα κριτήρια της παραγράφου 11, ή εάν οι πληροφορίες πουδιαβιβάσθηκαν από τον υποψήφιο αγοραστή δεν είναι πλήρεις ή αληθείς, ενημερώνειεγγράφως τον υποψήφιο
αγοραστή, εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από τη λήξη της περιόδου αξιολόγησης ήκαι πριν από την εκπνοή αυτής, εκθέτοντας τους λόγους αυτής της απόφασης. Σεαντίθετη περίπτωση, η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής θεωρείται ότι εγκρίθηκε.Η απόφαση περί απόρριψης της συμμετοχής με τη δέουσα αιτιολόγηση μπορεί ναδημοσιοποιείται κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος ή και κατόπιν αιτήματοςτου υποψήφιου αγοραστή. Η θετική απόφαση δημοσιοποιείται σε κάθε περίπτωση.
1.     Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ορίζει μέγιστη προθεσμία για την απόκτησηή αύξηση υφιστάμενης συμμετοχής και να παρατείνει την προθεσμία αυτή, οσάκιςενδείκνυται.
2.     α) Κατά την αξιολόγηση της κοινοποίησης που προβλέπει η παράγραφος 1 καιτων πληροφοριών που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6, η Τράπεζα της Ελλάδος,προκειμένου να διασφαλίσει τη χρηστή και συνετή διοίκηση του πιστωτικούιδρύματος για το οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής και λαμβάνοντας υπόψητην ενδεχόμενη επιρροή του υποψήφιου αγοραστή στο πιστωτικό ίδρυμα, αξιολογείτην καταλληλότητα του υποψήφιου αγοραστή και τα οικονομικά εχέγγυα τηςπροτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής από χρηματοοικονομική άποψη, με βάση τοσύνολο των ακόλουθων κριτηρίων:
 
ί) τη φήμη του υποψήφιου αγοραστή, ϋ) τη φήμη και την εμπειρία οποιουδήποτεπροσώπου το οποίο θα διευθύνει τις δραστηριότητες του πιστωτικού ιδρύματοςκατόπιν της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής, ϋί) τη χρηματοοικονομικήευρωστία του υποψήφιου αγοραστή, ιδίως ως προς το είδος των δραστηριοτήτων πουασκούνται ή προβλέπεται ότι θα ασκούνται από το πιστωτικό ίδρυμα για το οποίοπροτείνεται η απόκτηση συμμετοχής, ίν) την ικανότητα του πιστωτικού ιδρύματος ναανταποκρίνεται και να συνεχίσει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις προληπτικήςεποπτείας βάσει κυρίως του παρόντος νόμου, του ν. 3455/2006 (Α' 84) και του ν.3606/2007 και, ιδίως, το βαθμό κατά τον οποίον ο όμιλος του οποίου, ενδεχομένως,το πιστωτικό ίδρυμα θα καταστεί μέλος, μέσω της σχεδιαζόμενης συμμετοχής,διαθέτει δομή που καθιστά δυνατή την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας, τηναποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος και τωνάλλων ημεδαπών ή αλλοδαπών αρμόδιων αρχών, καθώς και τον προσδιορισμό τηςκατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ τους, ν) το βαθμό κατά τον οποίο υπάρχουνβάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέση με την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής,διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε ναδιαπραχθεί, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησητης τρομοκρατίας, κατά την έννοια του ν. 3691/2008 ή ότι η προτεινόμενη απόκτησησυμμετοχής είναι δυνατόν να αυξήσει αυτό τον κίνδυνο.
β) Τηρουμένων των διατάξεων των παραγράφων 3, 4, 6, 7 και 8, σε περίπτωση πουκατά την περίοδο αξιολόγησης μίας πρότασης κοινοποιηθούν και άλλη ή άλλεςπροτάσεις για απόκτηση ή αύξηση υφιστάμενης συμμετοχής στο ίδιο πιστωτικόίδρυμα, η Τράπεζα της Ελλάδος τις αντιμετωπίζει αμερόληπτα.
γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν επιβάλλει εκ των προτέρων όρους, όσον αφορά το ύφοςτης συμμετοχής που πρέπει να αποκτηθεί ούτε εξετάζει την προτεινόμενη απόκτησησυμμετοχής από πλευράς οικονομικών αναγκών της αγοράς.
12. α) Η Τράπεζα της Ελλάδος κατά την αξιολόγηση της προτεινόμενης απόκτησηςσυμμετοχής ακολουθεί διαδικασία προηγούμενης διαβούλευσης με τις ημεδαπές ήαλλοδαπές αρμόδιες αρχές, εάν ο υποψήφιος αγοραστής είναι:
Ί) πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση,επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή εταιρία διαχείρισης οργανισμούσυλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σεκράτος μέλος ή ϋ) μητρική πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής επιχείρησης,αντασφαλιστικής επιχείρησης, επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ήεταιρίας διαχείρισης οργανισμού συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες που έχουνλάβει άδεια λειτουργίας σε κράτος-μέλος ή Ίϋ) φυσικό ή νομικό πρόσωπο πουελέγχει άλλο πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστικήεπιχείρηση, επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή εταιρία διαχείρισηςοργανισμού συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, που έχουν λάβει άδειαλειτουργίας σε κράτος-μέλος.
β) Η Τράπεζα της Ελλάδος διαβιβάζει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στις αρμόδιεςαρχές των λοιπών κρατών-μελών, για τους σκοπούς της αξιολόγησης τηςπροτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής που προβλέπεται στο παρόν άρθρο ή σεαντίστοιχη διάταξη νομοθεσίας κρατών μελών που ενσωματώνει το άρθρο 19 τηςΟδηγίας 2006/48, όπως ισχύει:
ΐ) κατόπιν αιτήματος τους, κάθε σχετική πληροφορία και
ϋ) με δική της πρωτοβουλία, όλες τις ουσιαστικής σημασίας σχετικές
πληροφορίες, διαβιβάζοντας και στις δύο περιπτώσεις τυχόν απόψεις ή επιφυλάξειςσχετικά με τον υποψήφιο αγοραστή.
γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να ζητά πληροφορίες από αρμόδιες αρχές άλλωνκρατών μελών για τους σκοπούς αξιολόγησης από αυτήν προτεινόμενης απόκτησηςσυμμετοχής.
Στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος για την προτεινόμενη συμμετοχή σεπιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα επισημαίνονται τυχόν απόψεις ήεπιφυλάξεις τις οποίες ενδεχομένως εξέφρασε η αλλοδαπή αρχή, στο πλαίσιο τηςανωτέρω διαβούλευσης.
13. α) Εφόσον οι κληρονόμοι προσώπου που ήταν κάτοχος συμμετοχής των εδαφίων α'και β' της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, αποκτούν ατομικά συμμετοχή των ανωτέρωεδαφίων, ενημερώνουν σχετικά την Τράπεζα της Ελλάδος εντός προθεσμίας τεσσάρων(4) μηνών από την ημερομηνία θανάτου του κληρονομούμενου ή από την ημερομηνίανόμιμης επαγωγής της κληρονομιάς σε αυτούς. Σε περίπτωση αποποίησης τηςκληρονομιάς, η προαναφερόμενη προθεσμία παρατείνεται αντιστοίχως μέχρι τηνπαρέλευση τεσσάρων (4) μηνών από την επαγωγή της κληρονομιάς στους περαιτέρωκληρονόμους, οι οποίοι έχουν την υποχρέωση ενημέρωσης. Την ίδια υποχρέωσηενημέρωσης έχει και ο τυχόν εκτελεστής της διαθήκης ή ο κηδεμόνας τηςσχολάζουσας κληρονομιάς ή ο εκκαθαριστής της κληρονομιάς που ορίζεται σύμφωνα μετις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.
β) Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, εφόσον κρίνει ότι κληρονόμοι εκ τωναναφερομένων στο ανωτέρω εδάφιο α' δεν είναι κατάλληλοι για να διασφαλίσουν τησυνετή και χρηστή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος, να ακολουθήσει τηδιαδικασία της παραγράφου 5 του άρθρου 62.
14. α) Τα πιστωτικά ιδρύματα γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος, μέχρι την15η Ιουλίου κάθε έτους, τα ονόματα των μετόχων που κατέχουν συμμετοχή άνω του1%, καθώς και τα ποσοστά των συμμετοχών αυτών, όπως προκύπτουν, ιδίως από ταστοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων ή απότην τυχόν πληρωμή μερισμάτων ή από τις πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώσητους, δυνάμει ιδίως των υποχρεώσεων που επιβάλλονται σύμφωνα με την κείμενηνομοθεσία στις εταιρίες, οι μετοχές των οποίων αποτελούν αντικείμενοδιαπραγμάτευσης σε οργανωμένη αγορά.
β) Τα πιστωτικά ιδρύματα, εντός 10 εργασίμων ημερών αφότου λάβουν γνώση,γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος, την απόκτηση ή εκχώρηση συμμετοχών στοκεφάλαιο τους, οι οποίες αυξάνουν ή μειώνουν τα ποσοστά συμμετοχής πάνω ή κάτωαπό ένα από τα όρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1, καθώς και οποιαδήποτεαλλαγή στην ταυτότητα ή στα στοιχεία των προσώπων που αναφέρονται στα εδάφια β'και γ' της παραγράφου 10 και στο εδάφιο α' της παραγράφου 11 του άρθρου 5 τουπαρόντος νόμου, και λήφθηκαν υπόψη κατά τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας τωνπιστωτικών ιδρυμάτων ή τη διαδικασία έγκρισης μετέπειτα αλλαγών των στοιχείωναυτών.
15. α) Σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί συμμετοχή ή αυξηθεί η υφιστάμενησυμμετοχή στο κεφάλαιο πιστωτικού ιδρύματος από φυσικό ή νομικό πρόσωπο χωρίςτην, βάσει του παρόντος άρθρου, απαιτούμενη κατά περίπτωση γνωστοποίηση ήέγκριση από την Τράπεζα της Ελλάδος, παύει αυτοδικαίως να έχει αποτέλεσμα ηάσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τη συμμετοχή αυτή και η Τράπεζατης Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει στους κατόχους των συμμετοχών αυτών τιςκυρώσεις, που προβλέπονται στο εδάφιο α' της παραγράφου 2 του άρθρου 64,διαζευκτικά ή σωρευτικά
β) Σε περίπτωση μη τήρησης των υποχρεώσεων γνωστοποίησης στην Τράπεζα τηςΕλλάδος περί της αλλαγής της ταυτότητας των φυσικών προσώπων που ελέγχουν νομικάπρόσωπα, κατόχους συμμετοχής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο εδάφιο δ' τηςπαραγράφου 1 ή εφόσον δεν υπάρξει συμμόρφωση προς την τυχόν απαίτηση τηςΤράπεζας της Ελλάδος για την εφαρμογή των προβλεπόμενων στα εδάφια β' και γ' τηςπαραγράφου 11 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, παύει αυτοδικαίως να έχειαποτέλεσμα η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τη συμμετοχή τουνομικού προσώπου στο μετοχικό κεφάλαιο του πιστωτικού ιδρύματος και η Τράπεζατης Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει τις κυρώσεις που προβλέπονται στο εδάφιο β' τηςπαραγράφου 2 του άρθρου 64.
1.     Για τους σκοπούς της εποπτείας, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να ζητά απότα πιστωτικά ιδρύματα τη γνωστοποίηση των στοιχείων της ταυτότητας και το ύψοςτου ποσοστού συμμετοχής των μεγαλύτερων μετόχων τους που αθροιστικάσυγκεντρώνουν στην κατοχή τους την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου τουπιστωτικού ιδρύματος.
2.     Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να ρυθμίζει ειδικά θέματα και λεπτομέρειεςεφαρμογής του παρόντος άρθρου.
 


Άρθρο 86 (άρθρα 1 και 2 της Οδηγίας 2007/44) Αξιολόγηση της απόκτησης ήεκχώρησης συμμετοχών σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις
1. Το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης ιγ) του άρθρου 2α του ν.δ. 400/70αντικαθίσταται ως εξής:
«Για τον υπολογισμό της «ειδικής συμμετοχής» λαμβάνονται επιπλέον υπόψη τα άρθρα9, 10, 12, 13 παράγραφοι 4 και 5 του ν. 3556/2007 (Α' 91)».
2. Η παράγραφος 1α του άρθρου 15α του ν.δ.400/1970 (Α' 10) αντικαθίσταται ωςεξής:
«1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (στο εξής: «υποψήφιος αγοραστής»), το οποίο,μεμονωμένα ή μέσω κοινής δράσης, όπως ο όρος αυτός ορίζεται κατωτέρω, με άλλαπρόσωπα, έχει αποφασίσει είτε να αποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή,είτε να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, υφιστάμενη ειδική συμμετοχή, όπως οόρος «ειδική συμμετοχή» ορίζεται στο στοιχείο ιγ του άρθρου 2α του παρόντοςνομοθετικού διατάγματος και δύναται να εξειδικεύεται με πράξεις κανονιστικούπεριεχομένου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (στο εξής: «ΕΠ.Ε.Ι.Α.»)σε ασφαλιστική επιχείρηση που εδρεύει και λειτουργεί στην Ελλάδα, ούτως ώστε τοποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου ή του μετοχικού κεφαλαίου που κατέχει να φθάνει ήνα υπερβαίνει τα όρια του 10%, του 20%, του 1/3 ή του 50% ή ώστε να αποκτήσειάμεσα ή έμμεσα τον έλεγχο της ασφαλιστικής επιχείρησης, κατά τα οριζόμενα στοάρθρο 2α στοιχ. ιβ' του παρόντος, όπως ισχύει, (στο εξής: «προτεινόμενη απόκτησησυμμετοχής»), αρχικά απευθύνει κοινοποίηση εγγράφως στην ΕΠ.Ε.Ι.Α.προσδιορίζοντας το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής, καθώς και τις σχετικές μετην προληπτική αξιολόγηση πληροφορίες, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 15βτου παρόντος. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. με απόφαση της δημοσιοποιεί κατάλογο με τις αναγκαίες,για τους σκοπούς της προληπτικής εποπτείας, πληροφορίες για την διενέργεια τηςαξιολόγησης, οι οποίες πρέπει να υποβάλλονται σε αυτήν κατά την κοινοποίηση πουπροβλέπει το παρόν άρθρο.
Ως «κοινή δράση» για την εφαρμογή του παρόντος νοείται η περίπτωση κατά τηνοποία δύο ή περισσότεροι υποψήφιοι αγοραστές ενεργούν συντονισμένα κατά τηναπόκτηση μετοχών ή δικαιωμάτων ψήφου με συμφωνία που μπορεί να γίνεται εγγράφωςή προφορικά, ανεξαρτήτως εάν τα πρόσωπα που δρουν από κοινού συνδέονται μεταξύτους. Η κοινοποίηση των δικαιωμάτων ψήφου της ως άνω περίπτωσης στην ΕΠ.Ε.Ι.Α.γίνεται είτε από τον κάθε υποψήφιο αγοραστή χωριστά, είτε από έναν από αυτούς, οοποίος έχει εξουσιοδοτηθεί για το σκοπό αυτό.
Κατά τον ως άνω υπολογισμό του ποσοστού συμμετοχής δεν λαμβάνονται υπόψη ταδικαιώματα ψήφου ή οι μετοχές με δικαίωμα ψήφου που κατέχουν πιστωτικά ιδρύματαή επιχειρήσεις επενδύσεων ως αποτέλεσμα αναδοχής ή/ και τοποθέτησηςχρηματοπιστωτικών μέσων με ρητή δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με το εδάφιο (στ) τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 3606/2007, εφόσον τα εν λόγω δικαιώματα δενασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ' άλλον τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στηδιαχείριση του εκδότη και πρόκειται βάσει ρητής δέσμευσης να μεταβιβαστούν εντόςενός (1) έτους από την απόκτηση.
Προκειμένου περί συμμετοχών πού πραγματοποιούνται από φυσικά πρόσωπα, η ΕΠ.Ε.Ι.Α.δικαιούται για την επίτευξη των σκοπών της εποπτείας και για λόγους διαφάνειας
ι) να ζητά στοιχεία για την ταυτότητα, τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τηνπροέλευση των χρηματικών μέσων των εν λόγω προσώπων και ϋ) να απαιτεί από ταφυσικά πρόσωπα να της παρέχουν τις κατάλληλες πληροφορίες, ώστε να βεβαιώνεταιότι πληρούνται πάντοτε οι προϋποθέσεις που προβλέπονται για τη χορήγηση άδειαςλειτουργίας με βάση το παρόν νομοθετικό διάταγμα ή ότι δεν ανέκυψαν καταστάσειςπου θα αποτελούσαν αιτία για τη μη χορήγηση της άδειας αυτής.
Προκειμένου περί συμμετοχών πού πραγματοποιούνται από νομικά πρόσωπα, η ΕΠ.Ε.Ι.Α.δικαιούται ι) να ζητά πληροφορίες για την ταυτότητα των φυσικών προσώπων πουάμεσα η έμμεσα ελέγχουν τα νομικά αυτά πρόσωπα, Γι) να επιβάλλει την υποχρέωσηνα της γνωστοποιείται οποιαδήποτε μεταγενέστερη μεταβολή στην ταυτότητα τωνφυσικών αυτών προσώπων, υπό την έννοια του πραγματικού δικαιούχου τηςπαραγράφου16 του άρθρου 4 του ν.3691/2008 (Α' 166), που άμεσα ή έμμεσα ταελέγχουν, ϋ'ι) να ζητά την γνωστοποίηση των οικονομικών στοιχείων (οικονομικέςκαταστάσεις τους), όταν καθιστούν την ασφαλιστική επιχείρηση θυγατρική τους γιατον έλεγχο της χρηματοοικονομικής τους κατάστασης, τα οποία μπορεί να ζητηθούνκαι μεταγενέστερα και Ίν) να απαιτεί από τα νομικά πρόσωπα να της παρέχουν τιςκατάλληλες πληροφορίες, ώστε να βεβαιώνεται ότι πληρούνται πάντοτε οιπροϋποθέσεις που προβλέπονται για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας με βάση τονπαρόντα νόμο ή ότι δεν ανέκυψαν καταστάσεις που θα αποτελούσαν αιτία για τη μηχορήγηση της άδειας αυτής. Για την έννοια του ελέγχου έχει εφαρμογή το στοιχείο(ιβ) του άρθρου 2α του παρόντος.
Για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο της ταυτότητας των φυσικών προσώπων πουελέγχουν νομικά πρόσωπα τα οποία κατέχουν ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστικέςεπιχειρήσεις η ΕΠ.Ε.Ι.Α. δύναται:
Ί) να επιβάλλει την υποχρέωση στα νομικά αυτά πρόσωπα να έχουν ονομαστικές τιςμετοχές με δικαίωμα ψήφου ϋ) να απαιτεί όπως συγκεκριμένα ποσοστά του συνόλουτων πιο πάνω

Σε περίπτωση θανάτου προσώπου που κατέχει ειδική συμμετοχή η ως άνω υποχρέωσηενημέρωσης από τους κληρονόμους του επιτρέπεται να πραγματοποιηθεί εντόςπροθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία
θανάτου του κληρονομούμενου ή από την ημερομηνία νόμιμης επαγωγής τηςκληρονομιάς σε αυτούς. Σε περίπτωση αποποίησης της κληρονομιάς, η προαναφερόμενηπροθεσμία παρατείνεται αντιστοίχως μέχρι την παρέλευση τεσσάρων (4) μηνών απότην επαγωγή της κληρονομιάς στους περαιτέρω κληρονόμους, οι οποίοι έχουν τηνυποχρέωση ενημέρωσης. Την ίδια υποχρέωση ενημέρωσης έχει και ο τυχόν εκτελεστήςτης διαθήκης ή ο κηδεμόνας της σχολάζουσας κληρονομιάς ή ο εκκαθαριστής τηςκληρονομιάς που ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Μέσασε τρείς μήνες από την γνωστοποίηση, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί, εφόσον κρίνει ότι οικληρονόμοι δεν είναι κατάλληλοι για να εξασφαλίσουν τη συνετή και χρηστήδιαχείριση της ασφαλιστικής επιχείρησης, να επιβάλλει τις κυρώσεις τηςπαραγράφου 5 στοιχείο β' του παρόντος άρθρου ».
3. Η παράγραφος 3 του άρθρου 15α του ν.δ 400/1970 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο έχει αποφασίσει να παύσει να κατέχει,άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστική επιχείρηση απευθύνει κοινοποίησηεγγράφως στην ΕΠ.Ε.Ι.Α., προσδιορίζοντας το ύψος της συμμετοχής που προτίθεταινα μεταβιβάσει. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο πρέπει ομοίως να απευθύνει έγγραφηκοινοποίηση στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. για την απόφαση του να μειώσει την ειδική συμμετοχήτου, προκειμένου το ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου ή του μετοχικού κεφαλαίου πουθα κατέχει να μειωθεί σε λιγότερο από τα όρια του 10%, 20%, του 1/3 ή του 50 % ήπροκειμένου να παύσει να έχει τον έλεγχο της εποπτευόμενης ασφαλιστικήςεπιχείρησης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2α στοιχείο ιβ' του παρόντος, όπωςισχύει.
1              Στο προτελευταίο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 15α του ν.δ.400/1970 μετά τις λέξεις «συμμετοχή του νομικού προσώπου» προστίθενται οι λέξεις«στο μετοχικό κεφάλαιο της ασφαλιστικής επιχείρησης».
2              Στο ν.δ. 400/1970 προστίθεται άρθρο 15β ως ακολούθως: « Άρθρο 15β
 
1. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α., αμέσως και σε κάθε περίπτωση εντός δύο (2) εργασίμων ημερών απότην παραλαβή της κοινοποίησης, που απαιτείται βάσει του άρθρου 15α παράγραφος 1,καθώς και σε περίπτωση ενδεχόμενης μεταγενέστερης παραλαβής των πληροφοριών πουαναφέρονται, γνωστοποιεί εγγράφως στον υποψήφιο αγοραστή ότι τις παρέλαβε.
Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. διαθέτει μέγιστη προθεσμία εξήντα εργασίμων ημερών από τηνημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης της παραλαβής της κοινοποίησης και όλων τωνεγγράφων που απαιτούνται να επισυνάπτονται στην κοινοποίηση του υποψήφιουαγοραστή προκειμένου να διενεργήσει την αξιολόγηση της παραγράφου 2 του παρόντοςάρθρου.
Στον υποψήφιο αγοραστή γνωστοποιείται κατά την επιβεβαίωση της παραλαβής και ηημερομηνία λήξης της περιόδου αξιολόγησης.
Η ΕΠ.Ε.Ι.Α δύναται το αργότερο μέχρι την πεντηκοστή εργάσιμη ημέρα της περιόδουαξιολόγησης να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τηνολοκλήρωση της αξιολόγησης. Το αίτημα υποβάλλεται εγγράφως και καθορίζονται τααναγκαία συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία.
Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία ζητήθηκαν οιπληροφορίες από την ΕΠ.Ε.Ι.Α. και της ημερομηνίας παραλαβής της απάντησης τουυποψήφιου αγοραστή, η περίοδος αξιολόγησης αναστέλλεται. Η αναστολή δεν πρέπεινα υπερβαίνει τις είκοσι εργάσιμες ημέρες. Οι αρμόδιες αρχές έχουν τη διακριτικήευχέρεια να υποβάλλουν περαιτέρω αιτήματα για τη συμπλήρωση ή τη διευκρίνιση τωνπληροφοριών, τούτο όμως δεν είναι δυνατόν να συνεπάγεται διακοπή της περιόδουαξιολόγησης.
Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί να παρατείνει την αναστολή της παραγράφου 2 δεύτερο εδάφιοέως τριάντα εργάσιμες ημέρες, εάν ο υποψήφιος αγοραστής:
α) είναι εγκατεστημένος ή υπόκειται σε ρυθμιστικό πλαίσιο εκτός της Κοινότητας­
β) είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο μη υποκείμενο σε εποπτεία δυνάμει της ισχύουσαςασφαλιστικής νομοθεσίας
Εάν η ΕΠ.Ε.Ι.Α, μόλις ολοκληρώσει την αξιολόγηση της, αποφασίσει να αντιταχθείστην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, πρέπει να ενημερώσει εγγράφως τονυποψήφιο αγοραστή, εντός δύο (2) εργασίμων ημερών, και χωρίς να υπερβαίνει τηνπερίοδο αξιολόγησης, εκθέτοντας τους λόγους της απόφασης αυτής. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α.δύναται να προβαίνει στην δημοσιοποίηση της αναφερομένης στην παρούσα παράγραφοαιτιολογημένης εναντιώσεως της στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, άνευαιτήματος του υποψήφιου αγοραστή.
Εάν η ΕΠ.Ε.Ι.Α δεν αντιταχθεί εγγράφως στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής,εντός της περιόδου αξιολόγησης, τότε η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχήςθεωρείται ότι εγκρίθηκε. Η θετική απόφαση δημοσιοποιείται σε κάθε περίπτωση.
Η ΕΠ.Ε.Ι.Α μπορεί να ορίζει μέγιστη προθεσμία για την ολοκλήρωση τηςπροτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής και να παρατείνει την προθεσμία αυτή, οσάκιςενδείκνυται.
2. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. κατά την αξιολόγηση της κοινοποίησης και των πληροφοριών τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 15α του παρόντος νομοθετικού διατάγματος για απόκτησηειδικής συμμετοχής, προκειμένου να εξασφαλίσει την ορθή και συνετή διοίκηση τηςασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής, καιλαμβάνοντας υπόψη την ενδεχόμενη επιρροή του υποψήφιου αγοραστή (φυσικού ήνομικού προσώπου) στην ασφαλιστική επιχείρηση, αξιολογεί την καταλληλότητα τουυποψήφιου αγοραστή και περαιτέρω την ορθότητα της προτεινόμενης απόκτησηςσυμμετοχής από χρηματοοικονομική άποψη, με βάση όλα τα ακόλουθα κριτήρια:
α) τη φήμη του υποψήφιου αγοραστή·
β) τη φήμη και την εμπειρία οποιουδήποτε προσώπου το οποίο θα διευθύνει τιςδραστηριότητες της ασφαλιστικής επιχείρησης κατόπιν της προτεινόμενης απόκτησηςσυμμετοχής ­
Υ) ΤΠ χρηματοοικονομική ευρωστία του υποψήφιου αγοραστή, ιδίως ως προς το είδοςτων δραστηριοτήτων που ασκούνται ή προβλέπεται ότι θα ασκούνται από τηνασφαλιστική επιχείρηση για την οποία προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής­
δ) την ικανότητα της ασφαλιστικής επιχείρησης να ανταποκρίνεται και να συνεχίσεινα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει του παρόντοςνομοθετικού διατάγματος και της σχετικής ασφαλιστικής νομοθεσίας, ιδίως δε τοκατά πόσον ο όμιλος του οποίου ενδέχεται να καταστεί μέλος διαθέτει δομή πουκαθιστά δυνατή την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας, την επαρκή ανταλλαγήπληροφοριών μεταξύ της ΕΠ.Ε.Ι.Α. και των λοιπών αρμοδίων αρχών, ημεδαπών καιαλλοδαπών, καθώς και τον προσδιορισμό της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύτους·
ε) το βαθμό κατά τον οποίο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέση με τηνπροτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχειδιαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομεςδραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά την έννοια του άρθρου 2του ν.3691/2008 ή ότι η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής είναι δυνατόν νααυξήσει αυτόν τον κίνδυνο.
3. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α δύναται να αρνηθεί την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής μόνονεφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι γΓ αυτό, με βάση τα κριτήρια της παραγράφου 1 ήεάν οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από τον υποψήφιο αγοραστή (φυσικό ή νομικόπρόσωπο) δεν είναι πλήρεις, εφαρμοζόμενης ανάλογα της παραγράφου 2 στοιχείο γ'του άρθρου 15α του παρόντος νομοθετικού διατάγματος.
4. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α κατά την αξιολόγηση της απόκτησης συμμετοχής διαβουλεύεται εκτενώςμε τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές, εφόσον ο υποψήφιος αγοραστής είναι:
α) ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση, πιστωτικό ίδρυμα,επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) ή εταιρία διαχείρισηςΟργανισμού Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α), με άδειαλειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίοπροτείνεται η απόκτηση συμμετοχής ή
β) μητρική επιχείρηση ασφαλιστικής επιχείρησης, αντασφαλιστικής επιχείρησης,πιστωτικού ιδρύματος, επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή εταιρίαςδιαχείρισης Ο.Σ.Ε.Κ.Α. με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σεδιαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής ή
γ) φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστικήεπιχείρηση, πιστωτικό ίδρυμα, επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή εταιρίαδιαχείρισης Ο.Σ.Ε.Κ.Α. με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σεδιαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής.
1.     Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. παρέχει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κάθε ουσιαστική ήσχετική πληροφορία για την αξιολόγηση της απόκτησης συμμετοχής σε επιχειρήσειςτης παραγράφου 4. Στο πλαίσιο αυτό, διαβιβάζει, κατόπιν αιτήματος στις αρμόδιεςαρχές, κάθε σχετική πληροφορία και γνωστοποιεί, με δική της πρωτοβουλία, όλεςτις ουσιαστικής σημασίας πληροφορίες, διαβιβάζοντας και στις δύο περιπτώσειςτυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις σχετικά με τον υποψήφιο αγοραστή.
2.     Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. δύναται να ζητά πληροφορίες από αρμόδιες αρχές άλλων χωρώνγια τους σκοπούς αξιολόγησης από αυτήν προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής. Στηναπόφαση της, πρέπει να επισημαίνονται οι τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις τις οποίεςεξέφρασε η αρμόδια αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για την εποπτεία του υποψήφιουαγοραστή».
 


Άρθρο 87 (άρθρο 4 της Οδηγίας 2007/44) Διατάξεις αντασφάλισης
1. Στην περίπτωση Γ της παραγράφου 1 του άρθρου 80 παράγραφος 1 του ν.δ.400/1970 προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής:
«Για τον υπολογισμό της «ειδικής συμμετοχής» λαμβάνονται , επιπλέον των ανωτέρω, υπόψη τα άρθρα 9, 10, 12, 13 παρ. 4 και 5 του ν. 3556/2007».
2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 87 του ν.δ. 400/1970 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. α. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (στο εξής «υποψήφιος αγοραστής») το οποίο,μεμονωμένα ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα, έχει αποφασίσει είτε να αποκτήσει,άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή, είτε να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα,υφιστάμενη ειδική συμμετοχή όπως ο όρος «ειδική συμμετοχή» ορίζεται στο στοιχείοιγ' του άρθρου 2α του παρόντος νομοθετικού διατάγματος και δύναται ναεξειδικεύεται με πράξεις κανονιστικού περιεχομένου της ΕΠ.Ε.ΙΑ, σεαντασφαλιστική επιχείρηση που εδρεύει και λειτουργεί στην Ελλάδα, ούτως ώστε τοποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου ή του μετοχικού κεφαλαίου που θα κατέχει να φθάνειή να υπερβαίνει τα όρια του 20%, του 1/3 ή του 50% ή ώστε να αποκτήσει άμεσα ήέμμεσα τον έλεγχο της αντασφαλιστικής επιχείρησης, κατά τα οριζόμενα στοστοιχείο θ' της παραγράφου 1 του άρθρου 80 του παρόντος, όπως ισχύει, (στο εξής«προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής»), αρχικά απευθύνει κοινοποίηση εγγράφως στηνΕΠ.Ε.ΙΑ προσδιορίζοντας το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής, καθώς και τιςσχετικές με την προληπτική αξιολόγηση πληροφορίες, ως αυτές ορίζονται σύμφωνα μετην παράγραφο 7.
Κατά τον ως άνω υπολογισμό του ποσοστού συμμετοχής δεν λαμβάνονται υπόψη ταδικαιώματα ψήφου ή οι μετοχές με δικαίωμα ψήφου που κατέχουν πιστωτικά ιδρύματαή επενδυτικές επιχειρήσεις ως αποτέλεσμα αναδοχής ή/ και τοποθέτησηςχρηματοπιστωτικών μέσων με ρητή δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με το στοιχείο (στ)της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 3606/2007, εφόσον τα εν λόγω δικαιώματα δενασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ' άλλον τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στηδιαχείριση του εκδότη και πρόκειται βάσει ρητής δέσμευσης να μεταβιβαστούν εντόςενός (1) έτους από την απόκτηση.
Σε περίπτωση θανάτου προσώπου που κατέχει ειδική συμμετοχή η ως άνω υποχρέωσηενημέρωσης από τους κληρονόμους του επιτρέπεται να πραγματοποιηθεί εντόςπροθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία θανάτου του κληρονομούμενου ήαπό την ημερομηνία νόμιμης επαγωγής της κληρονομιάς σε αυτούς. Σε περίπτωσηαποποίησης της κληρονομιάς, η προαναφερόμενη προθεσμία παρατείνεται αντιστοίχωςμέχρι την παρέλευση τεσσάρων (4) μηνών από την επαγωγή της κληρονομιάς στουςπεραιτέρω κληρονόμους, οι οποίοι έχουν την υποχρέωση ενημέρωσης. Την ίδιαυποχρέωση ενημέρωσης έχει και ο τυχόν εκτελεστής της διαθήκης ή ο κηδεμόνας τηςσχολάζουσας κληρονομιάς ή ο εκκαθαριστής της κληρονομιάς που ορίζεται σύμφωνα μετις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Μέσα σε τρείς μήνες από την γνωστοποίηση,η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί, εφόσον κρίνει ότι οι
κληρονόμοι δεν είναι κατάλληλοι για να εξασφαλίσουν τη συνετή και χρηστήδιαχείριση της ασφαλιστικής επιχείρησης, να επιβάλλει τις κυρώσεις τηςπαραγράφου 6 του παρόντος άρθρου.
β. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο έχει αποφασίσει να παύσει να κατέχει,άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε αντασφαλιστική επιχείρηση απευθύνεικοινοποίηση εγγράφως στην ΕΠ.Ε.Ι.Α., προσδιορίζοντας το ύψος της συμμετοχής πουπροτίθεται να μεταβιβάσει. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο πρέπει, ομοίως, νααπευθύνει έγγραφη κοινοποίηση στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. για την απόφαση του να μειώσει τηνειδική συμμετοχή του, προκειμένου το ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου ή τουμετοχικού κεφαλαίου που θα κατέχει να μειωθεί σε λιγότερο από τα όρια του 10%,20%, του 1/3 ή του 50 % ή προκειμένου να παύσει να έχει τον έλεγχο τηςεποπτευόμενης αντασφαλιστικής επιχείρησης, κατά τα οριζόμενα στο στοιχείο θ' τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 80 του παρόντος ν.δ., όπως ισχύει.
γ. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α., αμέσως και σε κάθε περίπτωση εντός δύο (2) εργασίμων ημερών απότην παραλαβή της κοινοποίησης, που απαιτείται κατά τα ανωτέρω, καθώς και σεπερίπτωση ενδεχόμενης μεταγενέστερης παραλαβής των πληροφοριών που αναφέρονται,γνωστοποιεί εγγράφως στον υποψήφιο αγοραστή, ότι τις παρέλαβε.
Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. διαθέτει μέγιστη προθεσμία εξήντα εργασίμων ημερών, από τηνημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης της παραλαβής της κοινοποίησης και όλων τωνεγγράφων, που απαιτούνται να επισυνάπτονται στην κοινοποίηση του υποψήφιουαγοραστή, προκειμένου να διενεργήσει την αξιολόγηση που προβλέπεται στην παρούσαπαράγραφο.
Στον υποψήφιο αγοραστή γνωστοποιείται κατά την επιβεβαίωση της παραλαβής, και ηημερομηνία λήξης της περιόδου αξιολόγησης.
Η ΕΠ.Ε.Ι.Α δύναται το αργότερο μέχρι την πεντηκοστή εργάσιμη ημέρα της περιόδουαξιολόγησης, να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες, που είναι αναγκαίες για τηνολοκλήρωση της αξιολόγησης. Το αίτημα υποβάλλεται εγγράφως και καθορίζονται τααναγκαία συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία.
Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία ζητήθηκαν οιπληροφορίες από την ΕΠ.Ε.Ι.Α. και της ημερομηνίας παραλαβής της απάντησης τουυποψήφιου αγοραστή, η περίοδος αξιολόγησης αναστέλλεται. Η αναστολή δεν πρέπεινα υπερβαίνει τις είκοσι εργάσιμες ημέρες. Οι αρμόδιες αρχές έχουν τη διακριτικήευχέρεια να υποβάλλουν περαιτέρω αιτήματα για τη συμπλήρωση ή τη διευκρίνιση τωνπληροφοριών, τούτο, όμως, δεν είναι δυνατόν να συνεπάγεται εκ νέου αναστολή τηςπεριόδου αξιολόγησης.
Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί να παρατείνει την αναστολή της ανωτέρω παραγράφου έως τριάνταεργάσιμες ημέρες, εάν ο υποψήφιος αγοραστής:
α) είναι εγκατεστημένος ή υπόκειται σε ρυθμιστικό πλαίσιο εκτός της Κοινότητας­
β) είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο μη υποκείμενο σε εποπτεία δυνάμει της ισχύουσαςασφαλιστικής νομοθεσίας
Εάν η ΕΠ.Ε.Ι.Α, μόλις ολοκληρώσει την αξιολόγηση της, αποφασίσει να αντιταχθείστην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, πρέπει να ενημερώσει εγγράφως τονυποψήφιο αγοραστή, εντός δύο εργασίμων ημερών, και χωρίς να υπερβαίνει τηνπερίοδο αξιολόγησης, εκθέτοντας τους λόγους της απόφασης αυτής. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α.δύναται να προβαίνει στην δημοσιοποίηση της ως άνω αναφερομένης δέουσαςαιτιολογίας, άνευ αιτήματος του υποψήφιου αγοραστή.
Εάν η ΕΠ.Ε.Ι.Α δεν αντιταχθεί εγγράφως στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής,εντός της περιόδου αξιολόγησης, τότε η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχήςθεωρείται ότι εγκρίθηκε. Η θετική απάντηση δημοσιοποιείται σε κάθε περίπτωση.
Η ΕΠ.Ε.Ι.Α μπορεί να ορίζει μέγιστη προθεσμία για την ολοκλήρωση τηςπροτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής και να παρατείνει την προθεσμία αυτή, οσάκιςενδείκνυται».
3. Στο άρθρο 87 μετά την παράγραφο 3 του ν.δ. 400/1970, προστίθεται νέαπαράγραφος 3α ως εξής:
«3α. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. κατά την αξιολόγηση της κοινοποίησης που αναφέρεται στηνπαράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, και των πληροφοριών που υποβάλλονται κατά τοάρθρο αυτό, για απόκτηση ειδικής συμμετοχής, προκειμένου να εξασφαλίσει την ορθήκαι συνετή διοίκηση της αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία προτείνεται ηαπόκτηση συμμετοχής, και λαμβάνοντας υπόψη την ενδεχόμενη επιρροή του υποψήφιουαγοραστή (φυσικού ή νομικού προσώπου) στην αντασφαλιστική επιχείρηση, αξιολογείτην καταλληλότητα του υποψήφιου αγοραστή και περαιτέρω την ορθότητα τηςπροτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής από χρηματοοικονομική άποψη, με βάση όλα ταακόλουθα κριτήρια:
α) τη φήμη του υποψήφιου αγοραστή·
β) τη φήμη και την εμπειρία οποιουδήποτε προσώπου το οποίο θα διευθύνει τιςδραστηριότητες της αντασφαλιστικής επιχείρησης κατόπιν της προτεινόμενηςαπόκτησης συμμετοχής ­
Υ) ΤΠ χρηματοοικονομική ευρωστία του υποψήφιου αγοραστή, ιδίως ως προς το είδοςτων δραστηριοτήτων που ασκούνται ή προβλέπεται ότι θα ασκούνται από τηναντασφαλιστική επιχείρηση για την οποία προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής­
δ) την ικανότητα της αντασφαλιστικής επιχείρησης να ανταποκρίνεται και νασυνεχίσει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει τουπαρόντος νομοθετικού διατάγματος και της σχετικής ασφαλιστικής νομοθεσίας, ιδίωςδε το κατά πόσον ο όμιλος του οποίου ενδέχεται να καταστεί μέλος διαθέτει δομήπου καθιστά δυνατή την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας, την επαρκή ανταλλαγήπληροφοριών μεταξύ της ΕΠ.Ε.Ι.Α. και των λοιπών αρμοδίων αρχών, ημεδαπών καιαλλοδαπών, καθώς και τον προσδιορισμό της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύτους­
ε) το βαθμό κατά τον οποίο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέση με τηνπροτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχειδιαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομεςδραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά την έννοια του άρθρου 2του νόμου 3691/2008, ή ότι η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής είναι δυνατόν νααυξήσει αυτόν τον κίνδυνο.
Η ΕΠ.Ε.Ι.Α δύναται να αρνηθεί την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής μόνον εφόσονυπάρχουν βάσιμοι λόγοι γΓ αυτό, με βάση τα κριτήρια της παρούσης παραγράφου, ήεάν οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από τον υποψήφιο αγοραστή (φυσικό ή νομικόπρόσωπο) δεν είναι πλήρεις.»
4. Η παράγραφος 4 του άρθρου 87 του ν.δ. 400/1970 αντικαθίσταται ως εξής:
«4. α. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α κατά την αξιολόγηση της απόκτησης συμμετοχής διαβουλεύεταιεκτενώς με τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές, εφόσον ο υποψήφιος αγοραστής είναι:
ί) πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση παροχήςεπενδυτικών υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) ή εταιρία διαχείρισης Οργανισμού ΣυλλογικώνΕπενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.) κατά την έννοια του άρθρου 1α σημείο 2της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σεδιαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής ή
ϋ) μητρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικήςεπιχείρησης, Ε.Π.Ε.Υ. ή εταιρίας διαχείρισης Ο.Σ.Ε.Κ.Α. με άδεια λειτουργίας σεάλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται ηαπόκτηση συμμετοχής ή
ϋϊ) φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ήαντασφαλιστική επιχείρηση, Ε.Π.Ε.Υ. ή εταιρία διαχείρισης Ο.Σ.Ε.Κ.Α. με άδειαλειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο, από αυτόν στον οποίοπροτείνεται η απόκτηση συμμετοχής.
β. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. παρέχει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κάθε ουσιαστική ήσχετική πληροφορία για την αξιολόγηση της απόκτησης συμμετοχής σε επιχειρήσειςτης παραγράφου 4. Στο πλαίσιο αυτό, διαβιβάζει, κατόπιν αιτήματος στις αρμόδιεςαρχές, κάθε σχετική πληροφορία και γνωστοποιεί, με δική της πρωτοβουλία, όλεςτις ουσιαστικής σημασίας πληροφορίες, διαβιβάζοντας και στις δύο περιπτώσειςτυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις σχετικά με τον υποψήφιο αγοραστή. γ. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α.δύναται να ζητά πληροφορίες από αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών για τουςσκοπούς της αξιολόγησης από αυτήν προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής. Στηναπόφαση της πρέπει να επισημαίνονται οι τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις τις οποίεςεξέφρασε η αρμόδια αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για την εποπτεία του υποψήφιουαγοραστή.»
5. Η παράγραφος 7 του άρθρου 87 του ν.δ. 400/1970 αντικαθίσταται ως εξής:
«7. Με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. καθορίζονται οι πληροφορίες και τα δικαιολογητικά,που υποβάλλει ο υποψήφιος αγοραστής, για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, καθώςκαι κάθε ειδικότερο θέμα, που αφορά στην διαδικασία αξιολόγησης τωνγνωστοποιήσεων για την έγκριση ειδικής συμμετοχής».
Άρθρο 88 Ενσωμάτωση οδηγίας 2010/16/ΕΕ
Η παράγραφος 3 του άρθρου 3 του ν. 3601/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Εξαιρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 13 και 15 του παρόντος νόμου περίελεύθερης εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουνσε άλλα κράτη-μέλη και έχουν ρητά εξαιρεθεί δυνάμει του άρθρου 2 της Οδηγίας2006/48/ΕΚ από το πεδίο εφαρμογής της, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με τηνΟδηγία 2010/16/ΕΕ και ισχύει».
 

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
 

Άρθρο 89 Λοιπές τροποποιήσεις του νόμου 3601/2007
1. Η περίπτωση α) της παραγράφου 11 του άρθρου 5 του ν. 3601/2007 αντικαθίσταταιως εξής: «α) να ζητά στοιχεία για την ταυτότητα, τη χρηματοοικονομική κατάστασηκαι την προέλευση των χρηματικών μέσων των:
ΐ) φυσικών ή νομικών προσώπων που κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, συμμετοχή ήδικαιώματα ψήφου σε ποσοστό ανώτερο του 1% στο μετοχικό κεφάλαιο του πιστωτικούιδρύματος, ϋ) δέκα μεγαλύτερων μετόχων του πιστωτικού ιδρύματος και των φυσικώνπροσώπων που τους ελέγχουν, άμεσα ή έμμεσα, σε περίπτωση που οι εν λόγω μέτοχοιείναι νομικά πρόσωπα, ΐϋ) φυσικών προσώπων που εμπίπτουν στην περίπτωση ϊϋ) τουεδαφίου β' της παραγράφου 10 του παρόντος άρθρου, ΐν) προσώπων του εδαφίου γ'της παραγράφου 10 του παρόντος άρθρου».
1.     Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 14 του άρθρου 5 του ν.3601/2007αντικαθίσταται ως εξής: «Για τον σκοπό υπολογισμού της σχετικής συμμετοχήςλαμβάνονται υπόψη οι διατάξεις των εδαφίων α' και β' της παραγράφου 2 του άρθρου24 του νόμου αυτού».
2.     Στην παράγραφο 1 του άρθρου 19 του ν. 3601/2007 διαγράφονται οι λέξεις«άνω του ποσού των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ».
3.     Η παράγραφος 3 του άρθρου 20 του ν. 3601/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
 
«3. Κάθε χρηματοδοτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα και εποπτεύεται από τηνΤράπεζα της Ελλάδος γνωστοποιεί σε αυτήν εκείνες από τις δραστηριότητες τωνστοιχείων β' έως στ' και θ' της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου,που προτίθεται να παρέχει με ή χωρίς εγκατάσταση σε τρίτη χώρα, καθώς και τιςπληροφορίες της παραγράφου 2 του άρθρου 12 στην περίπτωση εγκατάστασηςυποκαταστήματος. Για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που εποπτεύονται από την Τράπεζατης Ελλάδος αλλά δεν εμπίπτουν στο άρθρο 19 του παρόντος νόμου η εν λόγωυποχρέωση γνωστοποίησης ισχύει και για την παροχή υπηρεσιών σε άλλοκράτος-μέλος. Στις παραπάνω περιπτώσεις η Τράπεζα της Ελλάδος διατηρεί τοδικαίωμα να αντιτάσσεται στην παροχή των υπηρεσιών στην αλλοδαπή μέσα σε τρεις(3) μήνες απο τη λήψη όλων των σχετικών πληροφοριών της παρούσας παραγράφου».
5. Τα εδάφια β' και γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 64 του ν. 3601/2007αντικαθίστανται ως εξής: «β) Σε περίπτωση μη τήρησης των υποχρεώσεωνγνωστοποίησης στην Τράπεζα της Ελλάδος περί της αλλαγής της ταυτότητας τωνφυσικών προσώπων που ελέγχουν νομικά πρόσωπα, κατόχους συμμετοχής, σύμφωνα με ταπροβλεπόμενα στο εδάφιο δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 24 ή εφόσον δεν υπάρξεισυμμόρφωση προς την τυχόν απαίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος για την εφαρμογή τωνπροβλεπόμενων στα εδάφια β' και γ' της παραγράφου 11 του άρθρου 5, η Τράπεζα τηςΕλλάδος μπορεί να επιβάλλει στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα την κύρωση του στοιχείουί) της ανωτέρω περίπτωσης α' και στα φυσικά πρόσωπα, την κύρωση του στοιχείου(ϋ) του ίδιου εδαφίου.
γ) Στα πρόσωπα που δεν τηρούν την υποχρέωση ενημέρωσης της Τράπεζας της Ελλάδος,βάσει της παραγράφου 1 του άρθρου 24, ως προς την παύση κατοχής ή μείωσησυμμετοχής, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει πρόστιμο υπέρ τουΕλληνικού Δημοσίου ύψους μέχρι ποσοστού 5% της αξίας των μετοχών πουμεταβιβάσθηκαν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της».
6. Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 64 του ν. 3601/2007 προστίθενται εδάφιαως εξής: «Σε περίπτωση παράβασης της απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος περίαναστολής των δικαιωμάτων ψήφου σύμφωνα με το εδάφιο β' της παρούσας παραγράφουη άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων ψήφου δεν έχει αποτελέσματα και η Τράπεζα τηςΕλλάδος μπορεί να επιβάλλει στους παραβάτες σωρευτικά ή διαζευκτικά:
ϊ) πρόστιμο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου ύψους μέχρι ποσοστού 10% της αξίας τωνμετοχών τους που κατέχουν άμεσα ή έμμεσα και ϋ) την κύρωση του εδαφίου α' τηςπαρούσας παραγράφου, προκειμένου περί φυσικών προσώπων.
Σε περίπτωση παράβασης της απαγόρευσης του εδαφίου γ' της παρούσας παραγράφου, ηΤράπεζα της Ελλάδος, πέραν των κυρώσεων που μπορεί να επιβάλλει στο πιστωτικόίδρυμα, κατά την ισχύουσα νομοθεσία, μπορεί να επιβάλλει και στα κατά παράβασητων αποφάσεων της, συναλλασσόμενα με το πιστωτικό ίδρυμα πρόσωπα, πρόστιμο υπέρτου Ελληνικού Δημοσίου, ύψους μέχρι της αξίας της συναλλαγής ή εφόσον αυτή δενείναι ευχερώς υπολογίσιμη, ποσού μέχρι 300.000 ευρώ».
7. Η παράγραφος 1 του άρθρου 67 του ν. 3601/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 55Α του Καταστατικού της Τράπεζαςτης Ελλάδος και των ειδικών διατάξεων της νομοθεσίας περί λειτουργίας τηςοικείας κατηγορίας χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, οι διατάξεις των άρθρων 8, 60, τηςπαραγράφου 3 του άρθρου 61, του άρθρου 62, των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 63,των άρθρων 64 και 68 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και επί χρηματοδοτικώνιδρυμάτων που υπόκεινται σε ατομική βάση στην εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος,σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία».
 

Άρθρο 90 Λοιπές τροποποιήσεις του ν.δ 400/1970
Στις παραγράφους 2, 4, 5, 6,7 και 8 του άρθρου 15α του ν.δ 400/1970 όπουαναφέρεται «Υπουργός Εμπορίου» ή ο «Υπουργός Ανάπτυξης» νοείται εφεξής η«Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης» (ΕΠ.Ε.Ι.Α).
 

Άρθρο 91
Χρονικό όριο χρήσεως της εξουσιοδότησης-πλαισίου του άρθρου 4 του ν. 1338/1983
Χρονικό όριο χρήσεως της εξουσιοδοτήσεως πλαισίου του άρθρου 4 του ν. 1338/1983(Α' 34) "Εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6του ν.1440/1984 (Α' 70) και τροποποιήθηκε από το άρθρο 7 του ν.1775/1988 (Α'101), από το άρθρο 31 του ν.2076/1992 (Α' 130) , από το άρθρο 19 του ν.2367/1995(Α' 261) από το άρθρο 22 του ν.2789/2000 (Α' 21) και από το άρθρο 48 τουν.3427/2005 (Α' 312) ορίζεται η 31 η Δεκεμβρίου 2015.
 

Άρθρο 92 Τροποποίηση του ν. 2322/1995
1. Η περίπτωση στ. της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν. 2322/1995 (Α' 143)αντικαθίσταται ως εξής:
«στ. Ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων της Τράπεζαςτης Ελλάδος, ο οποίος ορίζεται με τον αναπληρωτή του, επίσης ανώτερο υπάλληλοτης ίδιας Διεύθυνσης από το Διοικητή της Τράπεζας αυτής».
 
2. Η περίπτωση η' της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν. 2322/1995 αντικαθίσταταιως εξής: «η. Ένας εκπρόσωπος του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (Ο.Δ.ΔΗ.Χ.),ο οποίος ορίζεται με τον αναπληρωτή του, υπάλληλο της ίδιας Υπηρεσίας».
3. α) Οι διατάξεις των άρθρων 66 και 84 του Ν. 3842/2010 (Α' 58) εξακολουθούν ναισχύουν μέχρι 30 Ιουνίου 2010.
 
β) Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 82 του ν. 3842/2010 καταργείται.
 

Άρθρο 93
Παροχή εξουσιοδότησης στον Υπουργό Οικονομικών για τη συμμετοχή της Ελλάδος στονΕυρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης
Παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί το ΕλληνικόΔημόσιο στην Ευρωπαϊκή Διευκόλυνση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ή ΕυρωπαϊκόςΜηχανισμός Στήριξης) (ΕυΓορθΒη Ρ3θϊϋίγ οί τΊηθηάδΙ δίθοΐΠΙγ - ΕΡδΡ) και ναυπογράφει κάθε μνημόνιο συνεργασίας, συμφωνία ή σύμβαση δανεισμού, διμερή ήπολυμερή, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης και τηνΕυρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, και να προβαίνει σε κάθε αναγκαία ενέργεια για τησυμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου σε νομικά πρόσωπα και φορείς που συστήνονταιγια την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης.
Έναρξη ισχύος
1.     Η ισχύς των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 92 και των διατάξεωντου άρθρου 93, αρχίζει από 1 η ς Ιουνίου 2010.
2.     Η ισχύς των λοιπών διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσητου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
 


Αθήνα, 26 Μαΐου 2010
ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ & ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΟΥΚΑ ΚΑΤΣΕΛΗ
 

 

Web Development & Hosting by iSOL.gr