| | Αιτιολογική Έκθεση - Σχέδιο νόμου [02/08/2010 ]Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις οδηγίες 2007/64/ΕΚ, 2007/44/ΕΚ και 2010/16/ΕΕ που αφορούν υπηρεσίες πληρωμών και φορείς παροχής υπηρεσιών πληρωμών, προληπτική αξιολόγηση προτάσεων απόκτησης συμμετοχής σε επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα και άλλες διατάξεις» HTML clipboardΑιτιολογική Έκθεση - Σχέδιο νόμου «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις οδηγίες 2007/64/ΕΚ, 2007/44/ΕΚ και2010/16/ΕΕ που αφορούν υπηρεσίες πληρωμών και φορείς παροχής υπηρεσιών πληρωμών,προληπτική αξιολόγηση προτάσεων απόκτησης συμμετοχής σε επιχειρήσεις τουχρηματοπιστωτικού τομέα και άλλες διατάξεις»
Αιτιολογική Έκθεση στο σχέδιο νόμου
«Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις οδηγίες 2007/64/ΕΚ, 2007/44/ΕΚ και2010/16/ΕΕ που αφορούν υπηρεσίες πληρωμών και φορείς παροχής υπηρεσιών πληρωμών,προληπτική αξιολόγηση προτάσεων απόκτησης συμμετοχής σε επιχειρήσεις τουχρηματοπιστωτικού τομέα και άλλες διατάξεις»
Α. Γενική παρουσίαση του σχεδίου νόμου
Το Σχέδιο Νόμου που προτείνεται για ψήφιση στην Εθνική Αντιπροσωπεία είναι ηπροσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας σε τρεις οδηγίες, που αφορούν τονχρηματοπιστωτικό τομέα και προσαρμόζουν διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας στα νέαχρηματοπιστωτικά δεδομένα.
Ι. Με το πρώτο μέρος του προτεινόμενου σχεδίου νόμου σκοπείται η εναρμόνιση τουελληνικού δικαίου με τις διατάξεις της Οδηγίας 2007/64/ΕΚ του ΕυρωπαϊκούΚοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007 «για τις υπηρεσίεςπληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των Οδηγιών 97/7/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ,2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της Οδηγίας 97/5/ΕΚ» (ΕΕ L 319). Στον τίτλο του νομοσχεδίου γίνεται αναφορά στους φορείς παροχής υπηρεσιώνπληρωμών, καθόσον ένα μεγάλο μέρος των διατάξεών του αναφέρεται στους φορείςπαροχής υπηρεσιών πληρωμών και ειδικότερα στα ιδρύματα πληρωμών, κατηγορίαφορέων παροχής υπηρεσιών πληρωμών που θεσμοθετείται για πρώτη φορά με το παρόννομοσχέδιο. Θεμελιώδης πολιτική της Κοινότητας, αποτελεί η ουσιαστικήεγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς, δηλαδή ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα,μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, προσώπων,υπηρεσιών και κεφαλαίων. Για την επίτευξη του στόχου αυτού απαιτείται η ορθή καιενιαία λειτουργία της αγοράς των υπηρεσιών πληρωμών. Στην κατεύθυνση αυτή είναιαπαραίτητη και η άρση των εμποδίων που δημιουργούνται λόγω των πολύ διαφορετικώννομοθετικών ρυθμίσεων των κρατών μελών. Στον τομέα των πληρωμών, η Κοινότητα είχε εκδώσει σημαντικές νομοθετικές πράξειςκαι πριν από την Οδηγία 2007/64/ΕΚ. Σημαντική νομοθετική πράξη αποτέλεσε και οΚανονισμός (ΕΚ) 2560/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της19ης Δεκεμβρίου 2001, σχετικά με τις διασυνοριακές πληρωμές σε ευρώ, ο οποίοςτροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον Κανονισμό (ΕΚ) 924/2009 του ΕυρωπαϊκούΚοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με τιςδιασυνοριακές πληρωμές στην Κοινότητα και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ)2560/2001. Επίσης έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα οι πιο κάτω πράξεις που συμπεριλήφθηκαν στηνυπό ενσωμάτωση Οδηγία 2007/64/ΕΚ, και συγκεκριμένα: 1. Η Οδηγία 97/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ηςΙανουαρίου 1997 για τις διασυνοριακές μεταφορές πιστώσεων (EE L 43), η οποίαενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το Προεδρικό Διάταγμα 33/2000 (Α' 27), 2. Η σύσταση 87/598/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 8ης Δεκεμβρίου 1987 για ευρωπαϊκόκώδικα δεοντολογίας σε θέματα ηλεκτρονικών πληρωμών (Σχέσεις μεταξύχρηματοπιστωτικών οργανισμών, εμπόρων ή άλλων παρεχόντων υπηρεσίες καικαταναλωτών) (EE L 365), 3. Η σύσταση 88/590/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 17ης Νοεμβρίου 1988 που αφορά τασυστήματα πληρωμών και ιδίως τις σχέσεις μεταξύ κατόχου και εκδότη κάρτας (EE L317), 4. Η σύσταση 97/489/ΕΚ της Επιτροπής της 30ής Ιουλίου 1997 σχετικά με τιςσυναλλαγές που γίνονται με μέσα ηλεκτρονικής πληρωμής και ιδίως όσον αφορά τιςσχέσεις μεταξύ του εκδότη και του κατόχου (EE L 208), η οποία ενσωματώθηκε στοελληνικό δίκαιο με την κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας,Ανάπτυξης και Δικαιοσύνης Ζ1.178/13.2.2001 (Β' 255). Οι ανωτέρω πράξεις, αφού ολοκλήρωσαν μια πρώτη παρέμβαση του κοινοτικού νομοθέτηστον τομέα των πληρωμών, θεωρήθηκαν ατελείς και ανεπαρκείς και, συνεπώς, ηθεσμοθέτηση ενός σύγχρονου νομοθετικού πλαισίου αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση γιατη δημιουργία ενός ενιαίου πλαισίου στον τομέα των υπηρεσιών πληρωμών και τηςάρσης της σύγχυσης και της ανασφάλειας δικαίου που είχε δημιουργηθεί από τηνσυνύπαρξη διαφορετικών εθνικών διατάξεων. Η εναρμόνιση στον τομέα των πληρωμών στα εθνικά νομικά συστήματα επιτυγχάνεταιμε τρεις τρόπους: α) με την υπό ενσωμάτωση Οδηγία 2007/64/ΕΚ, η οποίαπεριλαμβάνει ρήτρα πλήρους εναρμόνισης, β) με τον Κανονισμό (ΕΚ) 924/2009 και γ)συμπληρωματικά, με την αυτορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα στον τομέα τωνπληρωμών με την ενοποίηση υποδομών και προϊόντων πληρωμών εντός του ΕνιαίουΟικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.) με προτεραιότητα στα κράτη μέλη της ευρωζώνης,γνωστής ως πρωτοβουλία για έναν ενιαίο χώρο πληρωμών σε ευρώ (Single EuroPayment Area - SEPA). Σε κάθε περίπτωση πρέπει πάντως να διευκρινιστεί, ότι οι διατάξεις της Οδηγίαςκαι του προτεινόμενου νομοσχεδίου εφαρμόζονται είτε οι υπηρεσίες πληρωμών είναισυμβατές με το πλαίσιο του SEPA, είτε όχι. Περαιτέρω, μεταξύ των κυριότερωνστόχων της υπό ενσωμάτωση Οδηγίας 2007/64/ΕΚ και του σχεδίου νόμου είναι ηενίσχυση του ανταγωνισμού, η μεγαλύτερη διαφάνεια και η αυξημένη υποχρέωσηενημέρωσης στην αγορά υπηρεσιών πληρωμών προς όφελος των χρηστών των υπηρεσιών πληρωμών, καθώς και η ενίσχυση των δικαιωμάτων των καταναλωτών. Η ενίσχυση του ανταγωνισμού επιτυγχάνεται με τον καθορισμό και την αποσαφήνισητων φορέων που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών και με τη ρύθμιση της πρόσβασης τωνφορέων αυτών στα συστήματα πληρωμών. Με το νόμο αυτό θεσμοθετούνται τα «ιδρύματαπληρωμών», τα οποία επιτρέπεται να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών χωρίς όμως νακαθίστανται πιστωτικά ιδρύματα. Τα τελευταία, μπορούν κατ' αποκλειστικότητα ναδέχονται καταθέσεις. Η Οδηγία και, κατ' ακολουθία το σχέδιο νόμου, εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής τουτις πληρωμές με αξιόγραφα, προωθώντας σαφώς τις «ηλεκτρονικές» πληρωμές καιρυθμίζει αποκλειστικά τις ενδιάμεσες υπηρεσίες πληρωμών, τις περιπτώσεις δηλαδήόπου μεταξύ πληρωτή και δικαιούχου παρεμβάλλεται φορέας παροχής υπηρεσιώνπληρωμών. Με δεδομένο ότι τόσο στην Ελλάδα, όσο και στα κράτη μέλη λειτουργούναξιόπιστα συστήματα πληρωμών αλλά οι «ηλεκτρονικές» πληρωμές δεν έχουν ακόμηαναπτυχθεί, εφόσον επιτευχθούν οι ανωτέρω στόχοι της Οδηγίας, δηλαδή τηςενίσχυσης του ανταγωνισμού, της διαφάνειας και των δικαιωμάτων των χρηστών,δημιουργείται η προσδοκία ότι θα υπάρξει σημαντική αύξηση της χρήσης τωνυπηρεσιών πληρωμών.
ΙΙ. Αντικείμενο του δεύτερου μέρους του σχεδίου νόμου είναι η ενσωμάτωση τηςοδηγίας 2007/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ηςΣεπτεμβρίου 2007 «για την τροποποίηση της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 2002/83/ΕΚ, 2004/39/ΕΚ, 2005/68/ΕΚ και2006/48/ΕΚ σχετικά με τους διαδικαστικούς κανόνες και τα κριτήρια αξιολόγησηςγια την προληπτική αξιολόγηση της απόκτησης και της αύξησης συμμετοχών στομετοχικό κεφάλαιο εταιριών του χρηματοπιστωτικού τομέα» (ΕΕ L 247 της 21.9.2007)στην ελληνική νομοθεσία, κατά το μέρος που δεν έχει ήδη πραγματοποιηθεί (άρθρα1-2,4-9 της Οδηγίας). Επίσης, ενσωματώνεται η οδηγία 2010/16/ΕΕ της Επιτροπήςτης 9ης Μαρτίου 2010 «για την τροποποίηση της οδηγίας 2006/48/ΕΚ του ΕυρωπαϊκούΚοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την εξαίρεση ενός συγκεκριμένουιδρύματος από το πεδίο εφαρμογής» (ΕΕ L 60) και, παράλληλα, επιδιώκεται ητροποποίηση ορισμένων άλλων διατάξεων της τραπεζικής νομοθεσίας. Η ανωτέρωΟδηγία καθορίζει την εν γένει διαδικασία που ακολουθείται όταν ένας υποψήφιοςαγοραστής σκοπεύει να αποκτήσει ή να εκχωρήσει σημαντικά ποσοστά σε πιστωτικόίδρυμα, ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση, εταιρία παροχήςεπενδυτικών υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) και εταιρίες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων(Α.Ε.Δ.Α.Κ.). Πρέπει να σημειωθεί ότι με τα άρθρα 2 παρ. 20 και 16 παρ. 3-4 τουν. 3606/2007 (Α' 178), καθώς και με την απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς3/452/1.11.2007 (Β' 2138) έχει ήδη ενσωματωθεί στη νομοθεσία μας το τμήμα τηςΟδηγίας (άρθρο 3) που αφορά τις αρμοδιότητες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Η Οδηγία αυτή εξειδικεύει περαιτέρω παλαιότερες διατάξεις, επιδιώκοντας ναθεσπίσει ενιαίες και λεπτομερείς διαδικασίες για την αντιμετώπιση των σχετικώνθεμάτων. Προβλέπεται η υποχρέωση ενημέρωσης της αρμόδιας αρχής από τον υποψήφιο αγοραστήπου επιθυμεί να αποκτήσει συμμετοχή ή να αυξήσει υπάρχουσα συμμετοχή του πάνωαπό τα καθοριζόμενα με το παρόν σχέδιο νόμου όρια σε ένα από τα προαναφερθένταχρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως εποπτική αρχή τωνπιστωτικών ιδρυμάτων και η Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτική Ασφάλισης, ως εποπτικήαρχή των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, προβαίνουν σε αξιολόγησητης προτεινόμενης συμμετοχής εντός προθεσμίας εξήντα (60) εργασίμων ημερών, ηοποία μπορεί να παραταθεί για ορισμένους λόγους. Σημειώνεται, ότι θεσπίζεταιυποχρέωση γνωστοποίησης προς την αρμόδια αρχή της πρόθεσης των μετόχων που έχουναποφασίσει να πωλήσουν τη συμμετοχή τους ή ποσοστό επ' αυτής, έτσι ώστε νακατέλθουν κάτω από τα προαναφερθέντα όρια. Είναι αυτονόητο, βέβαια, ότι στηνπερίπτωση αυτή δεν υπάρχει διαδικασία αξιολόγησης. Ο κύριος σκοπός αυτής της αξιολόγησης είναι η εκτίμηση της αξιοπιστίας τουυποψήφιου αγοραστή ως προς την επαγγελματική εντιμότητα και οικονομική ευρωστίααυτού με ιδιαίτερη έμφαση στις επιπτώσεις της πιθανής συμμετοχής του σεδιοικητικά ή εκτελεστικά όργανα του ιδρύματος ή της επιχείρησης. Οι διαδικασίεςαυτές είναι συμπληρωματικές με αυτές που προβλέπονται από άλλες διατάξεις τηςεθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας και αφορούν την απαίτηση τα μέλη τουδιοικητικού συμβουλίου και ορισμένα διευθυντικά στελέχη να είναι ικανά καικατάλληλα (fit and proper) πρόσωπα. Ενισχύεται, επίσης, η συνεργασία μεταξύ τωνελληνικών αρμοδίων αρχών (Τράπεζα της Ελλάδος, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς καιΕπιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης), καθώς και μεταξύ κάθε μίας με εποπτικέςαρχές των άλλων κρατών μελών. Η συνεργασία αυτή, σκοπεύει κυρίως στην ανταλλαγήπληροφοριών που αφορούν υποψήφιους αγοραστές υπό την έννοια του παρόντος σχεδίουνόμου, ιδίως όσον αφορά τη φερεγγυότητα, την εντιμότητα, το οικονομικό μέγεθοςκαι την προηγούμενη επιχειρηματική τους συμπεριφορά. Οι αρμόδιες αρχές πρέπει ναεξετάζουν την καταλληλότητα του υποψήφιου αγοραστή, ιδίως όταν επιδιώκει νααποκτήσει υψηλό ποσοστό που θα του επιτρέψει να ασκήσει σημαντική επιρροή στηδιοίκηση της σχετικής εταιρίας, χωρίς όμως να επιβάλει άλλους περιορισμούς, μηπροβλεπόμενους από την κοινοτική νομοθεσία, έτσι ώστε να μην παραβιάζεται ηγενική αρχή της ελεύθερης κίνησης κεφαλαίων. Ένας άλλος σημαντικός στόχος της Οδηγίας είναι η ενίσχυση της διαφάνειας σεκοινοτικό επίπεδο, η καλύτερη ενημέρωση του κοινού, η ενίσχυση της αξιοπιστίαςτων εταιριών του χρηματοπιστωτικού τομέα με την εκτίμηση της καταλληλότητας τωνσημαντικών μετόχων των εταιριών αυτών και η εξασφάλιση του ελεύθερουανταγωνισμού στις αγορές κεφαλαίου. Περιλαμβάνονται, επίσης, στο παρόν σχέδιο νόμου συναφείς προς το ανωτέρω θέματροποποιήσεις της τραπεζικής νομοθεσίας.
IV. Στο Τρίτο μέρος περιέχονται διατάξεις που αφορούν κατά κύριο λόγο επί μέρουςθέματα του Υπουργείου Οικονομικών. Β. Επί των άρθρων του σχεδίου νόμου ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι Σκοπός και Περιεχόμενο, Πεδίο Εφαρμογής, Ορισμοί και Απαγόρευση ΠαροχήςΥπηρεσιών Πληρωμών (Άρθρα 1 έως 5)
Άρθρο 1 Το άρθρο αυτό έχει τον τίτλο «Σκοπός και περιεχόμενο» και αναφέρεται αφενός στοσκοπό του νόμου, αφετέρου δε περιγράφει συνοπτικά το περιεχόμενο του κάθεκεφαλαίου του νόμου αυτού.
Άρθρο 2 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνονται τα άρθρα 1, 2, 30, 51 και 86 παρ. 3 της οδηγίας2007/64 και καθορίζεται το πεδίο εφαρμογής του νόμου. Η παράγραφος 1 του άρθρου2 καθορίζει τις κατηγορίες φορέων παροχής υπηρεσιών πληρωμών. Ειδικότερα, ηπαράγραφος αυτή ορίζει ότι στο πεδίο εφαρμογής του νόμου εμπίπτουν τα πιστωτικάιδρύματα κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α' τουν.3601/2007, αλλά και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο εξαιρείταιαπό την εφαρμογή του ν.3601/2007. Στο πεδίο εφαρμογής του νόμου περιλήφθησαν και τα υποκαταστήματα πιστωτικώνιδρυμάτων με καταστατική έδρα εκτός Ελλάδος, τα οποία λειτουργούν στην Ελλάδα,εφόσον η άδεια λειτουργίας τους περιλαμβάνει και την παροχή υπηρεσιών πληρωμών.Εδώ περιλαμβάνονται και τα υποκαταστήματα των πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα στηνΚοινότητα που έχουν κοινοτικό «διαβατήριο» και τούτο διότι ο νόμος αυτόςπεριλαμβάνει σημαντικό αριθμό διατάξεων για την προστασία του καταναλωτή καισύμφωνα με την αρχή του γενικού συμφέροντος δικαιολογείται η εφαρμογή τουδικαίου του κράτους μέλους υποδοχής και, εν προκειμένω, του ελληνικού δικαίου.Επίσης, στο πεδίο εφαρμογής του νόμου εμπίπτουν τα ιδρύματα ηλεκτρονικούχρήματος κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β' του ν.3601/2007και τα Ελληνικά Ταχυδρομεία στο βαθμό που σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσίαδύνανται να παρέχουν και υπηρεσίες πληρωμών. Στο πεδίο εφαρμογής του νόμουεμπίπτουν τα ιδρύματα πληρωμών, όπως ορίζονται για πρώτη φορά με το άρθρο 4,σημείο 4 του νόμου αυτού, τα οποία αποτελούν ένα νέο είδος χρηματοδοτικούιδρύματος, κατά την έννοια της περίπτωσης 11 του άρθρου 2 του ν.3601/2007. Επιπροσθέτως, στο πεδίο εφαρμογής του νόμου εμπίπτουν η Τράπεζα της Ελλάδος,όταν δεν ενεργεί ως Νομισματική ή Δημόσια Αρχή, καθώς επίσης και το Δημόσιο καιοι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, όταν δενενεργούν ως Δημόσιες Αρχές. Επίσης, εμπίπτουν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, οι λοιπές εθνικές κεντρικές τράπεζες, τα κράτη μέληή οι περιφερειακές ή οι τοπικές αρχές τους, όταν παρέχουν υπηρεσίες πληρωμώνχωρίς να ενεργούν ως Νομισματικές ή Δημόσιες Αρχές, και με την αυτονόητηπαράμετρο ότι η Ελλάδα λειτουργεί ως κράτος μέλος υποδοχής. Συνεπώς, για ναυπαχθούν το Δημόσιο, οι ΟΤΑ, η Τράπεζα της Ελλάδος, οι εθνικές κεντρικέςτράπεζες και τα λοιπά κράτη μέλη στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου, πρέπεινα ενεργούν με την ιδιότητα του fiscus και όχι του imperium.
Με την παράγραφο 2 θεσμοθετείται ότι διατάξεις των κεφαλαίων IV και V του νόμουαυτού δεν εφαρμόζονται μόνο για συναλλαγές πληρωμής σε ευρώ, αλλά και σενομίσματα κρατών μελών εκτός ζώνης του ευρώ, καθώς και στα νομίσματα άλλωνκρατών μελών του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), εφόσον ο φορέας παροχήςυπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή και ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών τουδικαιούχου ή ο μοναδικός φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών για την συναλλαγήπληρωμής, είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος μέλος της Κοινότηταςή του ΕΟΧ και βέβαια η Ελλάδα είναι κράτος μέλος καταγωγής ή υποδοχής. Εξαίρεσηθεσπίζει η διάταξη του άρθρου 67 αυτού του νομοσχεδίου, καθώς αυτή εφαρμόζεταιακόμα και αν στην πληρωμή εμπλέκεται φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμώνεγκατεστημένος εκτός της Κοινότητας ή εκτός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.
Με την παράγραφο 4 προβλέπεται ότι σε περίπτωση που ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμώνδεν είναι καταναλωτής, τα μέρη μπορούν να συμφωνούν τη μη εφαρμογή, εν όλω ή ενμέρει, συγκεκριμένων διατάξεων του νόμου αυτού.
Με την παράγραφο 5 αποδίδεται η ουσία της ρήτρας πλήρους εναρμόνισης τωνδιατάξεων της Οδηγίας που θεσπίζουν δικαιώματα υπέρ των χρηστών. Δηλαδή,θεσμοθετείται γενική ερμηνευτική διάταξη, με την οποία ορίζεται ότι οι διατάξειςτου νόμου αυτού, όταν θεσμοθετούν δικαιώματα υπέρ των χρηστών υπηρεσιώνπληρωμών, αποτελούν διατάξεις «μονομερώς» αναγκαστικού δικαίου, ως διατάξειςυπέρ του αδύνατου μέρους κατά το πρότυπο του εργατικού δικαίου και του δικαίουτου καταναλωτή και συνεπώς ο εθνικός νομοθέτης δεν δικαιούται να θεσπίζειευνοϊκότερες ή δυσμενέστερες διατάξεις, σύμφωνα με την αρχή της μέγιστηςεναρμονίσεως. Οι διατάξεις όμως αυτές δύναται να τροποποιηθούν συμβατικά, εφόσονευνοούν τους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών. Περαιτέρω, εξυπακούεται ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν θίγουν την ισχύ τωνδιατάξεων της Κοινής Υπουργικής Απόφασης Φ1-983/7-3-1991 (Β' 172), όπως ισχύεικαι γενικότερα οποιαδήποτε διάταξη νόμου που ρυθμίζει την καταναλωτική πίστη,όπως προβλέπεται και στην παράγραφο 3 του άρθρου 30, καθώς και στην παράγραφο 4του άρθρου 51 της Οδηγίας. Άρθρο 3 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 3 της οδηγίας 2007/64 και απαριθμούνταιοι δραστηριότητες που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου. Ειδικότερα στις περιπτώσεις 1, 2 και 3 καθορίζεται ότι δεν εμπίπτουν στο πεδίοεφαρμογής του νόμου δραστηριότητες όπως οι συναλλαγές πληρωμής, στις οποίες δενμεσολαβεί φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών, η απευθείας καταβολή μετρητών απότον πληρωτή στον δικαιούχο, οι πληρωμές δια εμπορικού αντιπρόσωπου και οιέρανοι. Με την περίπτωση 4 εξαιρούνται οι πληρωμές που βασίζονται σε αξιόγραφα όπως οιεπιταγές, οι συναλλαγματικές, τα γραμμάτια εις διαταγήν, τα έντυπα παραστατικάχρηματικής αξίας (vouchers), καθώς και παρεμφερή δικαιόγραφα, στα οποία θαπρέπει να θεωρήσουμε ότι εντάσσονται τα αναφερόμενα στο άρθρο 76 του ν.δ.17.7/13.8/1923 και, τέλος, οι ταξιδιωτικές και ταχυδρομικές επιταγές. Με την περίπτωση 5 εξαιρούνται οι συναλλαγές πληρωμής που πραγματοποιούνται στοπλαίσιο συστήματος διακανονισμού πληρωμών ή τίτλων, αφενός με φορείςδιακανονισμού, κεντρικών αντισυμβαλλομένων, γραφείων εκκαθάρισης, κεντρικώντραπεζών και λοιπών συμμετεχόντων και αφετέρου με φορείς παροχής υπηρεσιώνπληρωμής. Με την περίπτωση 6 εξαιρούνται, επίσης, οι πληρωμές που συνδέονται με την παροχήυπηρεσιών διαχείρισης κινητών αξιών, όπως η διανομή μερίσματος, και οι οποίεςδιενεργούνται από κάθε φορέα που έχει το δικαίωμα παροχής υπηρεσιώνθεματοφυλακής χρηματοπιστωτικών μέσων. Η περίπτωση 7 των εξαιρέσεων αφορά κατάκύριο λόγο τις πληρωμές που γίνονται συνήθως μέσω κινητών τηλεφώνων και οιαγοραζόμενες υπηρεσίες παρέχονται μέσω του κινητού τηλεφώνου καιχρησιμοποιούνται από αυτό, η δε εταιρεία κινητής τηλεφωνίας παρεμπιπτόντωςδιαμεσολαβεί μεταξύ του χρήστη του αγαθού ή της υπηρεσίας και του προμηθευτή. Μετην περίπτωση 8 εξαιρούνται οι συναλλαγές πληρωμής μεταξύ φορέων παροχήςυπηρεσιών πληρωμής και αντιπροσώπων τους για ίδιο λογαριασμό. Με την περίπτωση 9εξαιρούνται οι συναλλαγές πληρωμής εντός του ίδιου ομίλου επιχειρήσεων. Με την περίπτωση 10 εξαιρούνται οι δραστηριότητες των εταιρειών ασφαλείας καιφύλαξης, οι οποίες αφορούν την φυσική μεταφορά χρήματος. Περαιτέρω, στηνπερίπτωση 11 εξαιρείται η υπηρεσία «cash-back», δηλαδή η περίπτωση κατά τηνοποία ο πελάτης ενός εμπόρου πριν την πληρωμή των υπηρεσιών ή των αγαθών ζητείαπό τον έμπορο την καταβολή μετρητών, όπου τόσο τα μετρητά, όσο και τα αγαθά ήοι υπηρεσίες θα πληρωθούν αμέσως μετά με χρέωση σε κάρτα. Με την περίπτωση 12 εξαιρούνται οι υπηρεσίες μετατροπής συναλλάγματος πουσυνίστανται σε ανταλλαγή μετρητών, χωρίς την ύπαρξη λογαριασμού πληρωμών. Με την περίπτωση 13 εξαιρούνται τεχνικές υπηρεσίες που εμπλέκονται σε υποστήριξηυπηρεσιών πληρωμής. Περαιτέρω, με την περίπτωση 14 εξαιρούνται μέσα πληρωμών (π.χ. κάρτες) πουεκδίδονται για να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά στις εγκαταστάσεις του εκδότη,δηλαδή σε συγκεκριμένο κατάστημα ή σε περιορισμένο δίκτυο καταστημάτων. Τέλος, εξαιρούνται φορείς εκμετάλλευσης Αυτόματων Ταμειολογιστικών Μηχανών πουσυμβάλλονται μόνο με τους εκδότες καρτών και όχι με τους πελάτες τους.
Άρθρο 4 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 4 και το Παράρτημα της οδηγίας 2007/64 δίνονται οι ορισμοί των εννοιών του παρόντος νόμου. Με τα σημεία 1 και 2 ορίζονται το κράτος μέλος καταγωγής και υποδοχής αντίστοιχα. Στο σημείο 3 ενσωματώνεται το παράρτημα της Οδηγίας για τις υπηρεσίες πληρωμών.Στην παράγραφο αυτή αλλά και πιο κάτω στο σημείο 5 επιλέχθηκε ο όρος«τοποθέτηση» μετρητών σε λογαριασμό πληρωμών κατ' ορθή απόδοση του αγγλικού όρου«to be placed» και όχι «κατάθεση» όπως εσφαλμένα αποδόθηκε στην ελληνικήμετάφραση της Οδηγίας για τον ακόλουθο λόγο: με τις διατάξεις της Οδηγίας καιτου νόμου αυτού οι φορείς παροχής υπηρεσιών πληρωμής μπορούν να τηρούνλογαριασμούς πληρωμών εξακολουθούν όμως, πλην των πιστωτικών ιδρυμάτων, να μηνμπορούν να δέχονται καταθέσεις. Κατά συνέπεια, η τοποθέτηση χρημάτων σελογαριασμό πληρωμών που δεν τηρείται σε πιστωτικό ίδρυμα δεν συνιστά κατάθεσηαλλά τοποθέτηση, καθώς η κατάθεση εξακολουθεί να αποτελεί αποκλειστικό προνόμιοτων πιστωτικών ιδρυμάτων. Με το σημείο 5 θεσμοθετείται η αρχή της ανεξαρτησίας της συναλλαγής πληρωμήςαυτού του νόμου, αφού ορίζεται ως η πράξη που διενεργείται από τον πληρωτή ή τονδικαιούχο και συνίσταται στην τοποθέτηση, μεταφορά ή ανάληψη χρηματικών ποσών,ανεξάρτητα από τις οποιεσδήποτε υποκείμενες ενοχικές σχέσεις μεταξύ πληρωτή καιδικαιούχου. Δηλαδή, η συναλλαγή πληρωμής προϋποθέτει την ύπαρξη άλλης έννομηςσχέσης μεταξύ πληρωτή και δικαιούχου με την οποία συναρτάται άμεσα, αλλά ο παρώννόμος την ρυθμίζει αυτόνομα. Ήτοι, οι συναλλαγές πληρωμής για τον φορέα πληρωμήςσυνιστούν διαμεσολαβητικές εργασίες. Στο σημείο 10 δίνεται ο ορισμός του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, στον οποίοεμπεριέχονται τόσο τα φυσικά, όσο και τα νομικά πρόσωπα. Στο επόμενο σημείο 11στον ορισμό του καταναλωτή εντάσσονται μόνο τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία ενεργούνγια σκοπούς εκτός της επαγγελματικής, επιχειρηματικής ή εμπορικής τουςδραστηριότητας. Ο ορισμός αυτός του καταναλωτή είναι ειδικός και κατισχύει τουορισμού της αντίστοιχης διάταξης του ν. 2251/1994 (Α' 191) περί προστασίαςκαταναλωτή, που περιλαμβάνει και τα νομικά πρόσωπα, καθώς πρόκειται για διάταξηειδικότερου νόμου που ενσωματώνει τον ορισμό της Οδηγίας 2007/64/ΕΚ, η οποίααποτελεί οδηγία μέγιστης εναρμόνισης. Στο σημείο 14 δίνεται ο ορισμός του λογαριασμού πληρωμών για την πληρότητα τουοποίου αναφέρεται ότι χρησιμοποιείται με σκοπό τη διενέργεια συναλλαγών πληρωμήςκατά την έννοια του σημείου 5 του άρθρου αυτού, ώστε να υπάρχει ασφαλές κριτήριοδιαχωρισμού του λογαριασμού πληρωμών από τους λοιπούς τραπεζικούς λογαριασμούςκαι ιδίως από τους λοιπούς καταθετικούς λογαριασμούς. Στο σημείο 21 δίνεται ο ορισμός του μέσου ταυτοποίησης πελάτη, από τον οποίοπροκύπτει, ότι πρόκειται αφενός για τον PIN (Personal Identification Number) οοποίος όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με μέσο πληρωμών ταυτοποιεί τον πελάτη,αφετέρου δε για τον BIC (Bank Identifier Code) και τον IBAN (International BankAccount Number), οι οποίοι είναι οι διεθνώς αναγνωρισμένοι κωδικοί προσδιορισμούτης τράπεζας και του τραπεζικού λογαριασμού του πελάτη. Στο σημείο 24 δίνεται ο ορισμός του μέσου επικοινωνίας εξ αποστάσεως από τονοποίο προκύπτει ότι περιλαμβάνει κάθε μέσο εξ αποστάσεως κατάρτισης σύμβασηςήτοι ανταλλαγή επιστολών, εγγράφων, τηλεγραφημάτων κλπ Στο σημείο 28 δίνεται οορισμός των «μεταφορών πίστωσης».
Άρθρο 5 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 29 της οδηγίας 2007/64 και τίθεται ηαπαγόρευση της παροχής υπηρεσιών πληρωμών από άλλα πρόσωπα πλην των φορέωνπαροχής υπηρεσιών πληρωμών. Άλλωστε η κατεύθυνση αυτή, ήδη έχει δοθεί από τον έλληνα νομοθέτη με τηνπαράγραφο 2 του άρθρου 43 του ν.3691/2008 (Α' 166) για την πρόληψη και καταστολήτης νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησηςτης τρομοκρατίας, διάταξη που καταργείται ρητά από το νόμο αυτό, αφού πλέονθεσμοθετείται νεότερη και ειδικότερη διάταξη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ Πρόσβαση στα Συστήματα Πληρωμών
Άρθρο 6 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 28 της οδηγίας 2007/64 και ρυθμίζεται ηπρόσβαση όλων των νομικών προσώπων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας «φορέαπαροχής υπηρεσιών πληρωμών», σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, στασυστήματα πληρωμών που λειτουργούν στην Ελλάδα, υπό την προϋπόθεση ότι ο«διαχειριστής» τους εδρεύει στην Ελλάδα. Στόχος της διάταξης αυτής είναι η ενίσχυση του ανταγωνισμού, καθόσονκαθιερώνεται ο κανόνας της ελεύθερης και ισότιμης πρόσβασης στις υπηρεσίες τωνσυστημάτων πληρωμών με την επιφύλαξη της εξασφάλισης της σταθερότητας των συστημάτων αυτών από κάθε είδος κινδύνους, έτσι ώστε ναυφίσταται εφεξής ισότιμη μεταχείριση μεταξύ των αδειοδοτημένων ιδρυμάτωνπληρωμών και των πιστωτικών ιδρυμάτων. Ο περιορισμός στην πρόσβαση στα συστήματα πληρωμών εξακολουθεί να επιτρέπεταιστα συστημικά σημαντικά συστήματα πληρωμών που υπάγονται στις διατάξεις τουν.2789/2000 (Α' 21), στα ενδο-ομιλικά συστήματα πληρωμών, καθώς και στασυστήματα που δημιουργούνται και λειτουργούν από έναν και μόνο φορέα παροχήςυπηρεσιών πληρωμής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ Ιδρύματα Πληρωμών (Άρθρα 7 έως 27) Με το κεφάλαιο αυτό καθιερώνονται ενιαίες διατάξεις ίδρυσης και λειτουργίας τωνιδρυμάτων πληρωμών της νέας κατηγορίας φορέων παροχής υπηρεσιών πληρωμών πουθεσμοθετούνται με το νόμο αυτό με σκοπό την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, χωρίς νααποδέχονται καταθέσεις και χωρίς να εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα.
Άρθρο 7 Το άρθρο αυτό ενσωματώνει το άρθρο 5 της οδηγίας 2007/64 και αναφέρει συνοπτικάόλα εκείνα τα στοιχεία, που πρέπει να υποβάλει ο ενδιαφερόμενος με την αίτησήτου για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών από την αρμόδια αρχή.Τα στοιχεία αυτά δύναται να εξειδικευθούν περαιτέρω με κανονιστικές πράξεις τηςαρμόδιας αρχής ή με αναλογική εφαρμογή των αντίστοιχων πράξεων που ισχύουν γιατα πιστωτικά ιδρύματα.
Άρθρο 8 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 6 της οδηγίας 2007/64 και ρυθμίζεται τοελάχιστο αρχικό κεφάλαιο που οφείλουν να διαθέτουν τα ιδρύματα πληρωμών κατά τηνέκδοση άδειας λειτουργίας τους, το ύψος του οποίου κυμαίνεται από 20.000 ευρώέως 120.000 ευρώ ανάλογα με τις υπηρεσίες πληρωμών που θα παρέχουν.
Άρθρο 9 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 7 της οδηγίας 2007/64 και ρυθμίζονται ταθέματα που αφορούν τα «ίδια κεφάλαια» των ιδρυμάτων πληρωμών. Η πρώτη παράγραφοςπαραπέμπει για τον ορισμό των ιδίων κεφαλαίων στον αντίστοιχο ορισμό της Πράξηςτου Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος 2587/20.8.2007 «Ορισμός των ιδίωνκεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα». Ηδεύτερη παράγραφος καθιερώνει τον κανόνα του μη επιτρεπτού της πολλαπλής χρήσηςστοιχείων επιλέξιμων ως ιδίων κεφαλαίων. Ενώ με την τρίτη παράγραφο και εφόσονπληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 31 του ν.3601/2007 για την εξαίρεση απότην εποπτεία σε ατομική βάση, παρέχεται αντίστοιχα η δυνατότητα στην αρμόδιααρχή να μην επιλέξει την εφαρμογή του άρθρου 10 του νόμου αυτού. Άρθρο 10 Με το άρθρο αυτό, με τίτλο «Υπολογισμός ιδίων κεφαλαίων», ενσωματώνεται το άρθρο8 της οδηγίας 2007/64 και παρέχεται η δυνατότητα στα ιδρύματα πληρωμών ναεπιλέξουν μεταξύ τριών μεθόδων διατήρησης σε συνεχή βάση ορισμένου ύψους ιδίωνκεφαλαίων. Ωστόσο, η αρμόδια αρχή δύναται να αυξομειώνει το ποσό των ιδίωνκεφαλαίων κατά 20% βασιζόμενη στην αξιολόγηση των διαδικασιών διαχείρισηςκινδύνων που διαθέτει το ίδρυμα πληρωμών.
Άρθρο 11 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 9 της οδηγίας 2007/64 και τίθενταισυγκεκριμένες υποχρεώσεις διασφάλισης των χρηματικών ποσών που λαμβάνουν απότους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών για την εκτέλεση συναλλαγών πληρωμής είτεπρόκειται για άμεσες συναλλαγές πληρωμής είτε για μελλοντικές πληρωμές, ακόμακαι αν λαμβάνονται μαζί με ποσά που θα χρησιμοποιηθούν για άλλες υπηρεσίες.Συγκεκριμένα, καθιερώνεται η αρχή του διαχωρισμού αυτών των χρηματικών ποσών απότην περιουσία του ιδρύματος πληρωμών, έτσι ώστε να μην περιλαμβάνονται στηνπτωχευτική του περιουσία σε περίπτωση πτώχευσης του ιδρύματος πληρωμών. Τα ποσάαυτά θα πρέπει να κατατίθενται σε λογαριασμό πιστωτικού ιδρύματος ή ναεπενδύονται σε ασφαλή - χαμηλού κινδύνου και αμέσως ρευστοποιήσιμα στοιχεία τουενεργητικού, τα οποία θα καθορισθούν αναλυτικά με απόφαση της Τράπεζας τηςΕλλάδος, άλλως θα ασφαλίζονται σε ασφαλιστική επιχείρηση ή θα καλύπτονται απόεγγύηση πιστωτικού ιδρύματος.
Άρθρο 12 Με το άρθρο αυτό με τίτλο «Χορήγηση άδειας λειτουργίας», ενσωματώνεται το άρθρο10 της οδηγίας 2007/64 και καθιερώνεται η αρχή της ειδικής αδειοδότησης τωνιδρυμάτων πληρωμών από την αρμόδια αρχή και αναφέρονται αναλυτικά οι όροι καιπροϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας. Σημαντική είναι η διάταξη τηςπαραγράφου 5, αφού δίνει την ευχέρεια στην εποπτεύουσα αρχή να απαιτεί τησύσταση ξεχωριστού νομικού προσώπου για τη δραστηριότητα των υπηρεσιών πληρωμών,εφόσον το ίδρυμα πληρωμών ασκεί και άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες.
Άρθρο 13 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 11 της οδηγίας 2007/64 και καθιερώνεταιειδική προθεσμία τριών μηνών από την υποβολή της αίτησης για την χορήγηση αδείαςλειτουργίας ιδρύματος πληρωμών μέχρι την λήψη θετικής ή αρνητικής απόφασης απότην αρμόδια αρχή. Συνεπώς, μετά την πάροδο των τριών μηνών τεκμαίρεται ότιυφίσταται σιωπηρή άρνηση της αρμόδιας αρχής να χορηγήσει την άδεια λειτουργίας . Άρθρο 14 Με το άρθρο αυτό ρυθμίζονται οι όροι και προϋποθέσεις ανάκλησης της άδειαςλειτουργίας του ιδρύματος πληρωμών.
Άρθρο 15 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 12 της οδηγίας 2007/64 και καθιερώνεταιη αρχή της ειδικής δημοσιότητας των ιδρυμάτων πληρωμών, των αντιπροσώπων και τωνυποκαταστημάτων τους που δικαιούνται να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών. Για το λόγοαυτό καταρτίζεται δημόσιο μητρώο και η δημοσιότητα διασφαλίζεται με τη θέσπισηυποχρέωσης για ηλεκτρονική πρόσβασή του από το κοινό.
Άρθρο 16 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 14 της οδηγίας 2007/64 και καθιερώνεταιυποχρέωση των ιδρυμάτων πληρωμών να ενημερώνουν την αρμόδια αρχή για κάθεμεταβολή των στοιχείων που υπέβαλαν δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 7 του νόμουαυτού.
Άρθρο 17 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 15 της οδηγίας 2007/64 και καθιερώνεταιη υποχρέωση της εφαρμογής των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων από τα ιδρύματαπληρωμών, ώστε να υπάρχει ορθή λογιστική απεικόνιση και να ελέγχονται απόορκωτούς ελεγκτές. Καθιερώνεται, επίσης, η υποχρέωση να παρέχονται χωριστέςλογιστικές πληροφορίες από τα ιδρύματα πληρωμών για τις υπηρεσίες πληρωμών καιγια άλλες παρεχόμενες υπηρεσίες.
Άρθρο 18 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 16 της οδηγίας 2007/64 και ρυθμίζονταιοι δραστηριότητες που δύναται να ασκούν τα ιδρύματα πληρωμών εκτός της παροχήςυπηρεσιών πληρωμών. Διευκρινίζεται ότι η τήρηση λογαριασμών πληρωμής και ηαποδοχή χρηματικών ποσών για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών δεν συνιστά αποδοχήκαταθέσεων ή έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος, δραστηριότητες που αποτελούναποκλειστικό προνόμιο των πιστωτικών ιδρυμάτων και των ιδρυμάτων ηλεκτρονικούχρήματος. Απαγορεύεται δε ρητά η αποδοχή καταθέσεων από ιδρύματα πληρωμών. Δίνεται η δυνατότητα στα ιδρύματα πληρωμών να παρέχουν πιστώσεις στους χρήστεςυπηρεσιών πληρωμών αποκλειστικά για την εκτέλεση συναλλαγής πληρωμής και μεπεριορισμένο χρόνο αποπληρωμής μέχρι δώδεκα μήνες. Οι πιστώσεις απαγορεύεται ναχορηγούνται από χρηματικά ποσά που έχουν ληφθεί για εκτέλεση συναλλαγώνπληρωμής, ενώ τα ιδρύματα πληρωμών πρέπει να διαθέτουν επαρκή ίδια κεφάλαια για την άσκηση της δραστηριότηταςχορήγησης πιστώσεων.
Άρθρο 19 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 17 της οδηγίας 2007/64 και ρυθμίζονταιοι όροι και προϋποθέσεις άσκησης δραστηριοτήτων από αντιπροσώπους,υποκαταστήματα ή επιχειρήσεις, στις οποίες έχει γίνει ανάθεση δραστηριοτήτων (outsourcing).
Άρθρο 20 Με το άρθρο 20, με τον τίτλο «Ευθύνη», ενσωματώνεται το άρθρο 18 της οδηγίας2007/64 και καθιερώνεται, σε περίπτωση ανάθεσης δραστηριοτήτων σε τρίτους (outsourcing),η υποχρέωση των ιδρυμάτων πληρωμών να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση προς τιςδιατάξεις του νόμου αυτού από τους τρίτους. Επίσης, θεσπίζει την από κοινού καιεις ολόκληρον ευθύνη των ιδρυμάτων πληρωμών για πράξεις ή παραλείψεις υπαλλήλων,αντιπροσώπων και τρίτων προσώπων στα οποία αναθέτουν δραστηριότητες.
Άρθρο 21 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 19 της οδηγίας 2007/64 και, με τηνεπιφύλαξη άλλων ειδικότερων διατάξεων, καθιερώνεται η υποχρέωση των ιδρυμάτωνπληρωμών να τηρούν αρχεία για πέντε χρόνια για εποπτικούς σκοπούς.
Άρθρο 22 Με το άρθρο αυτό, κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 της οδηγίας 2007/64, ορίζεται ωςαρμόδια αρχή για την εποπτεία των ιδρυμάτων πληρωμών η Τράπεζα της Ελλάδος.
Άρθρο 23 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 21 της οδηγίας 2007/64 και καθορίζεταιτο πλαίσιο της εποπτείας που ασκεί η αρμόδια αρχή.
Άρθρο 24 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 22 της οδηγίας 2007/64 και θεσπίζεταιπροστασία του επαγγελματικού απορρήτου, υπό την έννοια της υποχρέωσης τωνπροσώπων που εργάζονται στην αρμόδια αρχή να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο.Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής εφαρμόζονται αναλογικά τα άρθρα 44 έως 52της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ, όπως ενσωματώθηκαν στην νομοθεσία μας με το ν.3601/2007.
Άρθρο 25 Με το άρθρο αυτό , κατ' εφαρμογή του άρθρου 23 της οδηγίας 2007/64, παρέχεται ηδυνατότητα υποβολής αίτησης ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά αποφάσεων ή παράλειψης έκδοσης αποφάσεων της αρμόδιας αρχής. Μετο άρθρο αυτό εκπληρώνεται η απαίτηση της Οδηγίας για θέσπιση δικαιώματοςδικαστικής προσφυγής και ορίζεται ως αρμόδιο το Συμβούλιο Επικρατείας, λόγω τηςσπουδαιότητας των αποφάσεων αυτών, ακολουθώντας την αντίστοιχη ρύθμιση τουάρθρου 9 του ν.3601/2007.
Άρθρο 26 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 24 της οδηγίας 2007/64 και θεσμοθετείταιτο πλαίσιο ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των εθνικών αρμοδίων αρχών των κρατώνμελών.
Άρθρο 27 Με το άρθρο αυτό , κατ' εφαρμογή του άρθρου 27 της οδηγίας 2007/64,θεσμοθετείται το πλαίσιο της άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και τοδικαίωμα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, στα κράτη μέλη της κοινότητας, τωνιδρυμάτων πληρωμών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV Υποχρεώσεις διαφάνειας συμβατικών όρων και πληροφόρησης κατά την παροχήυπηρεσιών πληρωμών
Τμήμα Α - Γενικοί Κανόνες Άρθρο 28 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 32 της οδηγίας 2007/64 και θεσπίζει τηγενική αρχή της δωρεάν παροχής πληροφόρησης στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών,σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου αυτού. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται ναπροβλέπεται στους όρους της σύμβασης ότι, ύστερα από αίτημα του χρήστη, ο φορέαςπαροχής πληρωμών μπορεί να επιβάλει εύλογες και ανάλογες του κόστους χρεώσεις,αν παρέχεται πρόσθετη από την προβλεπόμενη στο νόμο πληροφόρηση, αν η παροχήπληροφόρησης δίνεται συχνότερα από την συμφωνημένη, και αν η διαβίβασηπληροφοριών γίνει με διαφορετικό από το συμφωνημένο μέσο. Για παράδειγμα, ανέχει συμφωνηθεί να παρέχεται μηνιαία ενημέρωση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και οχρήστης ζητήσει μηναία έγγραφη ενημέρωση μέσω του παραδοσιακού ταχυδρομείου, οφορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών θα μπορεί να επιβάλει τα πρόσθετα έξοδα καιμια εύλογη αμοιβή στον χρήστη.
Τμήμα Β' Διατάξεις αναφορικά με μεμονωμένες συναλλαγές πληρωμής Άρθρο 29 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 35 της οδηγίας 2007/64 και καθορίζεταιότι οι διατάξεις των άρθρων του τμήματος β' του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονταισε μεμονωμένες συναλλαγές πληρωμής που δεν καλύπτονται από σύμβαση- πλαίσιο.Όταν όμως η εντολή πληρωμής για τη διενέργεια μιας μεμονωμένης συναλλαγήςπληρωμής διαβιβάζεται με άλλο μέσο πληρωμής, όπως η κάρτα, που καλύπτεται απόσύμβαση-πλαίσιο, ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών και αποδέκτης της κάρταςδεν υποχρεούται σε παροχή ή διάθεση πληροφόρησης, εφόσον η πληροφόρηση αυτή έχειπαρασχεθεί ή θα παρασχεθεί από τον φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών και εκδότητης κάρτας.
Άρθρο 30 Με το άρθρο αυτό, με τίτλο «Προηγούμενη γενική ενημέρωση», ενσωματώνεται τοάρθρο 36 της οδηγίας 2007/64 και ορίζει ότι οι πληροφορίες και οι συμβατικοίόροι που αναφέρονται στο επόμενο άρθρο του νόμου, πρέπει να είναι διαθέσιμοιστον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών κατά το προσυμβατικό στάδιο. Για παράδειγμα,πρέπει να είναι εμφανώς αναρτημένοι είτε στο κατάστημα του φορέα παροχήςυπηρεσιών πληρωμών είτε στην ιστοσελίδα του. Άλλως, η ενημέρωση μπορεί ναδιενεργείται με χορήγηση αντιγράφου του σχεδίου της σύμβασης της μεμονωμένηςυπηρεσίας πληρωμής. Εφόσον υπάρξει αίτημα του χρήστη, οι πληροφορίες πρέπει ναδοθούν εντύπως ή σε άλλο σταθερό μέσο. Σε περίπτωση όμως που χρησιμοποιηθεί μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως, το οποίολόγω της φύσεώς του (π.χ. τηλέφωνο) δεν επιτρέπει την συμμόρφωση του φορέαπαροχής υπηρεσιών πληρωμών με τις υποχρεώσεις του άρθρου αυτού, οι πληροφορίεςκαι οι συμβατικοί όροι δίνονται νομίμως στο μετασυμβατικό στάδιο.
Άρθρο 31 Με το άρθρο 31 ενσωματώνεται το άρθρο 37 της οδηγίας 2007/64 και αναφέρονται οιπληροφορίες και συμβατικοί όροι που ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμής παρέχειή θέτει στη διάθεση του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών.
Άρθρο 32 Με το άρθρο 32 ενσωματώνεται το άρθρο 38 της οδηγίας 2007/64 και αναφέρονται οιπληροφορίες που παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμες στον πληρωτή μετά τη λήψηεντολής πληρωμής.
Άρθρο 33 Στο άρθρο 33, κατ' εφαρμογή του άρθρου 39 της οδηγίας 2007/64, αναφέρονται οιπληροφορίες που παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμες στο δικαιούχο μετά τηνεκτέλεση συναλλαγής πληρωμής. Τμήμα Γ Διατάξεις αναφορικά με τις συμβάσεις-πλαίσιο
Άρθρο 34 Με το άρθρο 34, κατ' εφαρμογή του άρθρου 40 της οδηγίας 2007/64, καθορίζεται τοπεδίο εφαρμογής των άρθρων 34 - 43, το οποίο εκτείνεται στις συναλλαγές πουδιέπονται από σύμβαση-πλαίσιο.
Άρθρο 35 Προηγούμενη γενική ενημέρωση Με το άρθρο 35 με τίτλο «προηγούμενη γενική ενημέρωση», ενσωματώνεται το άρθρο41 της οδηγίας 2007/64 και αντιστοίχως με το άρθρο 30 του νομοσχεδίου αυτού,αναφέρεται στις πληροφορίες και τους συμβατικούς όρους που προβλέπονται στοεπόμενο άρθρο του νόμου και αφορούν τις συμβάσεις-πλαίσιο. Εδώ όμως οιπληροφορίες δεν είναι απλώς διαθέσιμες κατά το προσυμβατικό στάδιο αλλά ο φορέαςπαροχής υπηρεσιών πληρωμών τις παρέχει σε έντυπη μορφή ή σε άλλο σταθερό μέσο. Ηυποχρέωση αυτή δύναται να εκπληρώνεται με χορήγηση του σχεδίου τηςσύμβασης-πλαίσιο. Και σ' αυτή την περίπτωση, αν συναφθεί η σύμβαση-πλαίσιο μεμέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως, το οποίο λόγω της φύσεώς του (π.χ. τηλέφωνο)δεν επιτρέπει την συμμόρφωση του φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών με τιςυποχρεώσεις του άρθρου αυτού, οι πληροφορίες και οι συμβατικοί όροι δίνονταινομίμως στο μετασυμβατικό στάδιο.
Άρθρο 36 Με το άρθρο 36 ενσωματώνεται το άρθρο 42 της οδηγίας 2007/64 και αναφέρονται,αναλυτικά και λεπτομερώς, οι πληροφορίες και συμβατικοί όροι που ο φορέαςπαροχής υπηρεσιών πληρωμών παρέχει στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών. Κατ' ουσία,πρόκειται για το ελάχιστο περιεχόμενο μιας σύμβασης-πλαίσιο. Οι πληροφορίες καιοι συμβατικοί όροι αφορούν: α) τα στοιχεία ταυτότητας του ίδιου του φορέα καιτων αρμοδίων εποπτικών αρχών, β) τα χαρακτηριστικά και τη χρήση της υπηρεσίαςπληρωμών, γ) τις χρεώσεις, τα επιτόκια και τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, δ) τηνεπικοινωνία μεταξύ χρήστη και φορέα, ε) τα μέτρα ασφαλείας και τα τυχόνδιορθωτικά μέτρα, στ) την τροποποίηση και καταγγελία της σύμβασης-πλαίσιο και ζ)την επίλυση διαφορών. Με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 36 προβλέπεται ότι η μηεναντίωση του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σε πρόταση που του έχει απευθύνει οοικείος φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών για την κατάρτιση σύμβασης-πλαίσιο,εντός του χρονικού διαστήματος που έχει οριστεί στην πρόταση και το οποίο δενδύναται να είναι βραχύτερο των δύο (2) μηνών, ισοδυναμεί με αποδοχή αυτής τηςπρότασης εκ μέρους του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών. Άρθρο 37 Με το άρθρο 37 ενσωματώνεται το άρθρο 43 της οδηγίας 2007/64 και θεσμοθετείται ηδυνατότητα πρόσβασης του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σε πληροφορίες και σεσυμβατικούς όρους της σύμβασης-πλαίσιο κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης.
Άρθρο 38 Με το άρθρο 38 ενσωματώνεται το άρθρο 44 της οδηγίας 2007/64 και ρυθμίζεται ητροποποίηση της σύμβασης-πλαίσιο. Τροποποίηση των όρων της σύμβασης πρέπει ναπροταθεί από τον φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών στον χρήστη δύο τουλάχιστονμήνες πριν από την έναρξη της τροποποίησης. Αντιθέτως, σε ό,τι αφοράτροποποιήσεις σε επιτόκια ή σε συναλλαγματικές ισοτιμίες επιτρέπεται ναεφαρμόζονται μεταβολές αμέσως και χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, εφόσον υπάρχεισχετική συμφωνία στη σύμβαση-πλαίσιο.
Άρθρο 39 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 45 της οδηγίας 2007/64 και ρυθμίζονταιτα ζητήματα της καταγγελίας της σύμβασης-πλαίσιο. Ορίζεται ότι η προθεσμίακαταγγελίας για τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών δεν μπορεί να υπερβαίνει τον έναμήνα, ενώ ο φορέας παροχής υπηρεσιών δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση-πλαίσιομε τήρηση προθεσμίας δύο μηνών και μόνο εφόσον: α) η σύμβαση είναι αορίστουχρόνου και β) προβλέπεται σχετική δυνατότητα στη σύμβαση-πλαίσιο. Επίσης, για να ενισχυθεί η κινητικότητα των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών και,αντίστοιχα, να αποτραπεί η μακροχρόνια δέσμευσή τους, προβλέφθηκε ότι ηκαταγγελία γίνεται από τον χρήστη χωρίς χρεώσεις, αν η σύμβαση είναι αορίστουχρόνου ή διάρκειας μεγαλύτερης των δώδεκα μηνών και η καταγγελία γίνεται μετάτην παρέλευση του δωδεκαμήνου.
Άρθρο 40 Με το άρθρο 40 ενσωματώνεται το άρθρο 46 της οδηγίας 2007/64 και ρυθμίζεται ηδυνατότητα πληροφόρησης του πληρωτή από τον φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμώνπριν από την εκτέλεση μεμονωμένης συναλλαγής πληρωμής που καλύπτεται απόσύμβαση-πλαίσιο.
Άρθρο 41 Με το άρθρο 41 ενσωματώνεται το άρθρο 47 της οδηγίας 2007/64 και ρυθμίζεται ηπαρεχόμενη ενημέρωση από τον φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών στον πληρωτή, γιατην χρέωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή μετά από την εκτέλεση επιμέρουςσυναλλαγών πληρωμής.
Άρθρο 42 Το άρθρο 42 ενσωματώνει το άρθρο 48 της οδηγίας 2007/64 και ρυθμίζει τηνπαρεχόμενη ενημέρωση από τον φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών στον δικαιούχο γιατην πίστωση του λογαριασμού πληρωμών του τελευταίου, μετά από την εκτέλεσηεπιμέρους συναλλαγών πληρωμής.
Άρθρο 43 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 34 της οδηγίας 2007/64 και θεσπίζεταιπαρέκκλιση από τις υποχρεώσεις πληροφόρησης για τα μέσα πληρωμών μικρής αξίαςκαι το ηλεκτρονικό χρήμα, εφόσον, σύμφωνα με τη σύμβαση-πλαίσιο, αφορούναποκλειστικά επιμέρους συναλλαγές πληρωμής, οι οποίες δεν υπερβαίνουν τα 30ευρώ, έχουν όριο ποσού τα 150 ευρώ ή αποθηκεύουν χρηματικά ποσά έως 150 ευρώ. Ηπαρέκκλιση αυτή δικαιολογείται από το γεγονός ότι τα μέσα πληρωμών μικρής αξίαςείναι μια φθηνή και εύχρηστη εναλλακτική λύση και δεν θα πρέπει να επιβαρύνονταιμε υπερβολικές απαιτήσεις. Κάνοντας χρήση της διακριτικής ευχέρειας που δίνει η οδηγία για μείωση ήδιπλασιασμό των παραπάνω ποσών για τις εγχώριες συναλλαγές πληρωμής, καθώς καιγια αύξηση του ποσού για τα προπληρωμένα μέσα πληρωμών, αφενός διπλασιάζονται ταως άνω ποσά, αφετέρου αυξάνονται σε διακόσια (200) ευρώ τα προπληρωμένα μέσαπληρωμών, καθόσον τα βασικά όρια της Οδηγίας είναι εξαιρετικά χαμηλά.
Τμήμα Δ' - Κοινές Διατάξεις
Άρθρο 44 Το άρθρο 44 ενσωματώνει το άρθρο 49 της οδηγίας 2007/64 και προβλέπει διατάξειςσχετικά με το νόμισμα που διενεργούνται οι πληρωμές, καθώς και υποχρεώσειςγνωστοποίησης σε περίπτωση παροχής υπηρεσίας μετατροπής νομίσματος σχετιζόμενημε συναλλαγή πληρωμής.
Άρθρο 45 Το άρθρο 45 ενσωματώνει το άρθρο 50 της οδηγίας 2007/64 και θεσπίζει υποχρέωσηπροηγούμενης ενημέρωσης για εκπτώσεις που επιβάλλονται από τον δικαιούχο ήχρεώσεις που επιβάλλονται από τον φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών για τη χρήσηενός συγκεκριμένου μέσου πληρωμών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V Δικαιώματα και υποχρεώσεις σχετικά με την παροχή και τη χρήση υπηρεσιών πληρωμών(Άρθρα 46 έως 76)
Τμήμα Α' - Γενικές Διατάξεις Άρθρο 46 Το άρθρο 46 ενσωματώνει το άρθρο 51 της οδηγίας 2007/64 και αναφέρεται στο πεδίοεφαρμογής των διατάξεων αυτού του κεφαλαίου.
Άρθρο 47 Το άρθρο 47 ενσωματώνει το άρθρο 52 της οδηγίας 2007/64 και θεσπίζει διατάξειςγια τις επιβαλλόμενες χρεώσεις. Ειδικότερα, καθιερώνεται η αρχή της μη χρέωσηςτου χρήστη υπηρεσιών πληρωμών για την ενημέρωση ή τα διορθωτικά και προληπτικάμέτρα που οφείλει να λαμβάνει ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών, δυνάμει τωνδιατάξεων του κεφαλαίου αυτού. Μόνο σε τρεις περιπτώσεις επιτρέπονται, κατ'εξαίρεση, χρεώσεις και, εφόσον, έχουν αποτελέσει αντικείμενο συμφωνίας και είναιεύλογες και σύμφωνες με το πραγματικό κόστος. Περαιτέρω, όταν μια συναλλαγή πληρωμής δεν συνεπάγεται μετατροπή νομισμάτων, ομεν πληρωτής πληρώνει τις χρεώσεις που επιβάλλει ο οικείος φορέας παροχήςυπηρεσιών πληρωμών, ο δε δικαιούχος πληρώνει τις χρεώσεις που επιβάλλει οοικείος φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών. Έτσι, δεν θα γίνεται πλέον χρήση τηςδυνατότητας αποκλειστικής κάλυψης των εξόδων μιας συναλλαγής πληρωμής από τονδικαιούχο ή τον πληρωτή. Οι δύο χρεώσεις που θα επιβάλλουν οι οικείοι φορείςυπηρεσιών πληρωμών στον πληρωτή και στον δικαιούχο μιας συναλλαγής πληρωμής δενσυνεπάγεται ότι πρέπει να είναι ισομερείς. Μάλιστα, δεν αποκλείεται μια από τιςδύο χρεώσεις ή και οι δύο να είναι μηδενικές κατόπιν συμφωνίας. Δεδομένουμάλιστα ότι σήμερα στην πλειονότητα των εντολών πληρωμής ακολουθείται η πρακτικήαποκλειστικής κάλυψης των εξόδων της συναλλαγής πληρωμής από τον πληρωτή, είναιπολύ πιθανόν φορείς παροχής υπηρεσιών πληρωμής να εξακολουθήσουν να μην χρεώνουντον δικαιούχο. Με το άρθρο 47 θεσπίζονται άλλοι δύο σημαντικοί κανόνες στηνκατεύθυνση της ενίσχυσης του ανταγωνισμού στην αγορά των καρτών και ενθάρρυνσηςτης χρήσης αποτελεσματικών μέσων πληρωμών, αποτροπής της χρήσης μετρητών καιμείωση των επιβαρύνσεων των υπηρεσιών πληρωμών. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι οφορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών δεν δικαιούται να θέτει περιορισμούς στοδικαίωμα του δικαιούχου να προσφέρει έκπτωση στον πληρωτή για τη χρήσησυγκεκριμένου μέσου πληρωμών. Περαιτέρω, θεσπίζεται απαγόρευση στον δικαιούχο ναεπιβάλλει χρεώσεις στον πληρωτή για τη χρήση συγκεκριμένου μέσου πληρωμών.
Άρθρο 48 Με το άρθρο 48, ενσωματώνεται το άρθρο 53 της οδηγίας 2007/64 και όπως και με τοάρθρο 43, θεσπίζεται παρέκκλιση από τις υποχρεώσεις ορισμένων διατάξεων τουκεφαλαίου αυτού για τα μέσα πληρωμών μικρής αξίας και το ηλεκτρονικό χρήμαεφόσον, σύμφωνα με τη σύμβαση-πλαίσιο, αφορούν αποκλειστικά επιμέρους συναλλαγέςπληρωμής, οι οποίες δεν υπερβαίνουν τα 30 ευρώ, έχουν όριο ποσού τα 150 ευρώ ή αποθηκεύουν χρηματικά ποσά έως 150 ευρώ.Κάνοντας χρήση της διακριτικής ευχέρειας που προβλέπει η οδηγία για μείωση ήδιπλασιασμό των παραπάνω ποσών για τις εγχώριες συναλλαγές πληρωμών και γιααύξηση του ποσού για τα προπληρωμένα μέσα πληρωμών, αφενός διπλασιάζονται τα ωςάνω ποσά, αφετέρου αυξάνονται σε 200 ευρώ τα προπληρωμένα μέσα πληρωμών.
ΤΜΗΜΑ Β' - Διατάξεις αναφορικά με την έγκριση συναλλαγών πληρωμής Άρθρο 49 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 54 της οδηγίας 2007/64 και ρυθμίζεται ηδιαδικασία συναίνεσης και ανάκλησης αυτής για την εκτέλεση μιας συναλλαγήπληρωμής, καθόσον σύμφωνα με τον βασικό κανόνα αυτού του άρθρου μια συναλλαγήπληρωμής θεωρείται ως εγκεκριμένη, μόνον εφόσον ο πληρωτής έχει συναινέσει στηνεκτέλεσή της.
Άρθρο 50 Το άρθρο αυτό ενσωματώνει το άρθρο 55 της οδηγίας 2007/64 και αναφέρεται στουςπεριορισμούς της χρήσης μέσων πληρωμών για λόγους ασφαλείας, μεταξύ των οποίωνείναι ο καθορισμός ορίου ποσού για τις συναλλαγές πληρωμών και το δικαίωμα τουφορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών να αναστέλλει την χρήση του μέσου πληρωμών.
Άρθρο 51 Το άρθρο αυτό ενσωματώνει το άρθρο 56 της οδηγίας 2007/64 και θεσπίζει τιςυποχρεώσεις του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών αναφορικά με μέσα πληρωμών, μεταξύ τωνοποίων είναι η ασφαλής φύλαξη του PIN και η αμελλητί ειδοποίηση του φορέαπαροχής υπηρεσιών πληρωμών σε περίπτωση απώλειας, κλοπής, ή μη εγκεκριμένηςχρήσης του μέσου πληρωμών (π.χ. κάρτας).
Άρθρο 52 Το άρθρο αυτό ενσωματώνει το άρθρο 57 της οδηγίας 2007/64 και θεσπίζει τιςυποχρεώσεις του φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών αναφορικά με μέσα πληρωμών,μεταξύ των οποίων είναι η απαγόρευση αποστολής μέσου πληρωμών (π.χ. κάρτας)χωρίς προηγούμενο αίτημα του χρήστη, εκτός αν πρόκειται για αντικατάστασηυφιστάμενου μέσου πληρωμών. Επίσης, ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών πρέπεινα παρέχει τα μέσα (π.χ. 24ωρη τηλεφωνική γραμμή) για να είναι δυνατή ηειδοποίηση σε περίπτωση κλοπής, κ.λπ. του μέσου πληρωμών. Το αρχείο των αναφορώνκλοπής, κ.λπ. των μέσων πληρωμών πρέπει να διατηρείται από τον φορέα παροχήςυπηρεσιών πληρωμών τουλάχιστον για 18 μήνες. Άρθρο 53 Το άρθρο αυτό ενσωματώνει το άρθρο 58 της οδηγίας 2007/64 και θεσπίζει υποχρέωσηειδοποίησης του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σε σχέση με μη εγκεκριμένες ήεσφαλμένες συναλλαγές πληρωμής, ώστε να δικαιούται να ζητήσει αποκατάστασηζημίας που έχει υποστεί, εντός προθεσμίας 13 μηνών.
Άρθρο 54 Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου αυτού, κατ' εφαρμογή του άρθρου 59 της οδηγίας2007/64, το βάρος απόδειξης της γνησιότητας και της ορθής εκτέλεσης συναλλαγώνπληρωμής έχει ο φορέας παροχής υπηρεσιών σε περίπτωση αμφισβήτησης και άρνησηςτου χρήστη να εγκρίνει τη συναλλαγή πληρωμής.
Άρθρο 55 Με το άρθρο 55 ενσωματώνεται το άρθρο 60 της οδηγίας 2007/64 και θεσπίζεται ηαρχή της αντικειμενικής ευθύνης του φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών για μηεγκεκριμένες συναλλαγής πληρωμής.
Άρθρο 56 Με το άρθρο 56, ενσωματώνεται το άρθρο 61 της οδηγίας 2007/64 και κατάπαρέκκλιση του άρθρου 55 του σχεδίου νόμου, θεσπίζεται αντικειμενική ευθύνη τουπληρωτή μέχρι του ποσού των 150 ευρώ, για τις ζημίες που σχετίζονται με τηδιενέργεια μη εγκεκριμένων συναλλαγών πληρωμής, είτε από τη χρήση απολεσθέντος ήκλαπέντος μέσου πληρωμών, είτε, μη φύλαξης του PIN. Περαιτέρω, η ευθύνη τουπληρωτή για ποσό πέραν των 150 ευρώ θεσπίζεται ως γνήσια υποκειμενική καιπροϋποθέτει δόλο ή βαρειά αμέλεια.
Άρθρο 57 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 62 της οδηγίας 2007/64 και θεσπίζεταιδικαίωμα του πληρωτή να ζητήσει επιστροφή χρηματικών ποσών για συναλλαγήπληρωμής που ενεργοποιείται από το δικαιούχο, εφόσον το ποσό της πληρωμήςπροσδιορίσθηκε από τον δικαιούχο και υπερέβη το ποσό που ανέμενε εύλογα οπληρωτής.
Άρθρο 58 Με το άρθρο 58 ενσωματώνεται το άρθρο 63 της οδηγίας 2007/64 και καθορίζεται ηδιαδικασία και οι σχετικές προθεσμίες του αιτήματος επιστροφής χρηματικών ποσώνσύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο.
Τμήμα Γ' - Διατάξεις αναφορικά με την εκτέλεση συναλλαγών πληρωμής
Ενότητα 1 - Διατάξεις αναφορικά με τις εντολές πληρωμής, καθώς και ταμεταφερόμενα ποσά συναλλαγής πληρωμής Άρθρο 59 Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού ενσωματώνεται το άρθρο 64 της οδηγίας 2007/64και καθορίζεται ο χρόνος λήψης εντολής πληρωμής.
Άρθρο 60 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 65 της οδηγίας 2007/64 και καθορίζεται ηδιαδικασία γνωστοποίησης από τον φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμής στον χρήστη σεπερίπτωση άρνησης εκτέλεσης εντολής, εκτός αν αυτό απαγορεύεται από άλλεςδιατάξεις της νομοθεσίας, όπως οι διατάξεις για καταπολέμηση της νομιμοποίησηςεσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
Άρθρο 61 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 66 της οδηγίας 2007/64 και θεσπίζεται ογενικός κανόνας του ανέκκλητου της εντολής πληρωμής και οι προϋποθέσειςανάκλησης της εντολής πληρωμής κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα.
Άρθρο 62 Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού ενσωματώνεται το άρθρο 67 της οδηγίας 2007/64και καθιερώνεται η αρχή της μεταφοράς του πλήρους ποσού της συναλλαγής, από τονπληρωτή στον δικαιούχο. Σε περίπτωση δε, κράτησης χρεώσεων από τον φορέα τουδικαιούχου, κατόπιν σχετικής συμφωνίας με το δικαιούχο, το πλήρες ποσό τηςσυναλλαγής πληρωμής και οι χρεώσεις εμφανίζονται διακριτά στην ενημέρωση πουπαρέχεται στο δικαιούχο.
Ενότητα 2 - Διατάξεις αναφορικά με το χρόνο εκτέλεσης, καθώς και την ημερομηνίααξίας και τη διαθεσιμότητα χρηματικών ποσών
Άρθρο 63 Το άρθρο αυτό ενσωματώνει το άρθρο 68 της οδηγίας 2007/64 και ρυθμίζει το πεδίοεφαρμογής των άρθρων 64 έως 67. Οι διατάξεις των άρθρων αυτών εφαρμόζονται σεσυναλλαγές πληρωμής σε ευρώ, αλλά δύναται να εφαρμοστούν συμβατικά και σε άλλεςσυναλλαγές πληρωμής.
Άρθρο 64 Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, ενσωματώνεται το άρθρο 69 της οδηγίας 2007/64και καθιερώνεται κανόνας σύμφωνα με τον οποίο, από 1-1-2012 ο φορέας παροχήςυπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή διασφαλίζει ότι, μετά το χρονικό σημείο λήψηςεντολής πληρωμής, το ποσό της συναλλαγής πληρωμής πιστώνεται στο λογαριασμόπληρωμών του φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου το αργότερο, μέχριτο τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας. Έως την 1-1-2012, η προθεσμία μπορεί νασυμφωνείται έως τρεις (3) εργάσιμες ημέρες.
Άρθρο 65 Η ως άνω προθεσμία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 70 της οδηγίας 2007/64, ισχύει καισε περίπτωση εμβάσματος, δηλαδή όταν ο δικαιούχος δεν τηρεί λογαριασμό πληρωμώνστο φορέα παροχής υπηρεσιών.
Άρθρο 66 Με το άρθρο 66 ενσωματώνεται το άρθρο 71 της οδηγίας 2007/64 και καθιερώνεταικανόνας σύμφωνα με τον οποίο, όταν ο καταναλωτής, κατά την έννοια του νόμουαυτού, τοποθετεί μετρητά σε λογαριασμό πληρωμών τηρούμενο στον οικείο φορέαπαροχής υπηρεσιών πληρωμών και στο νόμισμα τήρησης αυτού του λογαριασμού, τοποσό καθίσταται διαθέσιμο αμέσως μετά την παραλαβή του και με την αντίστοιχηημερομηνία αξίας. Αν όμως ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δεν είναι καταναλωτής, τοποσό καθίσταται διαθέσιμο και με ημερομηνία αξίας, το αργότερο, την επόμενη τηςπαραλαβής του εργάσιμη ημέρα.
Άρθρο 67 Με το άρθρο αυτό ενσωματώνεται το άρθρο 73 της οδηγίας 2007/64 και προβλέπεταιότι η ημερομηνία αξίας για την πίστωση λογαριασμού πληρωμών δεν πρέπει ποτέ ναείναι μεταγενέστερη της εργάσιμης ημέρας με την οποία πιστώνεται ο λογαριασμόςτου φορέα πληρωμής. Αντίστοιχη διάταξη προβλέπεται για τη χρέωση λογαριασμούπληρωμής.
Ενότητα 3 - Διατάξεις αναφορικά με την ευθύνη
Με το άρθρο 68 ενσωματώνεται το άρθρο 74 της οδηγίας 2007/64 και καθιερώνεταιαπαλλαγή από την ευθύνη του φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών, εφόσον το μέσοταυτοποίησης πελάτη (BIC, IBAN) που χορηγεί ο χρήστης είναι εσφαλμένο.
Με το άρθρο 69 ενσωματώνεται το άρθρο 75 της οδηγίας 2007/64 και θεσπίζονταιλεπτομερείς διατάξεις για την ευθύνη του φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών τουπληρωτή για μη εκτέλεση ή πλημμελή εκτέλεση εντολής πληρωμής.
Με το άρθρο 70 ενσωματώνεται το άρθρο 76 της οδηγίας 2007/64 και ορίζεται ότι,με την επιφύλαξη των διατάξεων του εφαρμοστέου δικαίου, δεν αποκλείεται νασυμφωνείται τυχόν πρόσθετη αποζημίωση από όσα προβλέπονται στις διατάξεις τωνάρθρων της ενότητας αυτής. Με το άρθρο 71 ενσωματώνεται το άρθρο 77 της οδηγίας 2007/64 και καθιερώνεταιδικαίωμα αναγωγής μεταξύ των φορέων που εμπλέκονται σε μη εκτέλεση ή πλημμελήεκτέλεση εντολής πληρωμής.
Τμήμα Δ' - Λοιπές Διατάξεις
Με το άρθρο 72 ενσωματώνεται το άρθρο 79 της οδηγίας 2007/64 και εξυπακούεταιότι, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από διαχειριστές συστημάτωνπληρωμών και φορείς παροχής υπηρεσιών πληρωμών γίνεται σύμφωνα με τις διατάξειςτου ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικούχαρακτήρα» (Α' 50).
Με το άρθρο 73 ενσωματώνεται το άρθρο 80 της οδηγίας 2007/64 και θεμελιώνεται τοδικαίωμα των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών να απευθύνονται σε αρμόδια διοικητικήαρχή για να υποβάλουν καταγγελίες για παραβάσεις του νόμου.
Με το άρθρο 74 ενσωματώνεται το άρθρο 81 της οδηγίας 2007/64 και ειδικεύονται οικυρώσεις που μπορεί να επιβληθούν για παραβάσεις των διατάξεων των κεφαλαίων IVκαι V αυτού του νόμου.
Με το άρθρο 75 κατ' εφαρμογή του άρθρου 82 της οδηγίας 2007/64, ορίζεται ωςαρμόδια αρχή για τη διαχείριση καταγγελιών η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή.Επίσης, στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή ανατίθεται η επιβολή των κυρώσεων σεβάρος των φορέων παροχής υπηρεσιών πληρωμών για παραβάσεις των σχετικών με τηνπροστασία του καταναλωτή διατάξεων του νόμου.
Με το άρθρο 76 ενσωματώνεται το άρθρο 83 της οδηγίας 2007/64 και ορίζεται ότι,εφόσον οι χρήστες υπηρεσιών πληρωμών επιθυμούν να προβούν σε εξωδικαστικήεπίλυση των διαφορών τους με τους φορείς παροχής υπηρεσιών πληρωμών μπορούν νααπευθύνονται είτε στο Μεσολαβητή Τραπεζικών και Επενδυτικών Υπηρεσιών είτε στοΣυνήγορο του Καταναλωτή ή στις Επιτροπές Φιλικού Διακανονισμού που προβλέπονταιστη νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI Μεταβατικές, τροποποιούμενες, καταργούμενες διατάξεις
Με το άρθρο 77 ενσωματώνεται το άρθρο 88 της οδηγίας 2007/64 και θεσμοθετούνταιμεταβατικές διατάξεις για νομικά πρόσωπα, τα οποία κατά την ημερομηνία έναρξηςισχύος αυτού του νόμου ασκούν δραστηριότητες ιδρύματος πληρωμών.
Με το άρθρο 78 ενσωματώνονται τα άρθρα 89, 90 παρ. 2, 91 παρ. 3 και 93 τηςοδηγίας 2007/64 και καταργούνται νομοθετήματα και διατάξεις που συμπεριλήφθησανστο παρόν νομοσχέδιο.
Με το άρθρο 79 ενσωματώνονται τα άρθρα 90 παρ. 1, 91 παρ. 1 και 92 της οδηγίας2007/64 και τροποποιούνται διατάξεις των ν.2251/1994, ν.3601/2007 και 3691/2008.
Με την παράγραφο 2 του άρθρου 80 ενσωματώνονται τα άρθρα 16 παρ. 5 και 51 παρ. 4της οδηγίας 2007/64 και θεσμοθετείται διάταξη προς όφελος των χρηστών υπηρεσιώνπληρωμών που είναι καταναλωτές κατά την έννοια του νόμου αυτού, με σκοπό ναλύσει το ζήτημα των υφιστάμενων συμβάσεων πλαίσιο, που δεν προβλέπουν αντίστοιχηρήτρα με αυτή της παραγράφου 2 του άρθρου 57 του νόμου αυτού. ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ Καθορισμός διαδικαστικών κανόνων και κριτηρίων για την προληπτικήαξιολόγηση προτάσεων απόκτησης συμμετοχής σε πιστωτικά ιδρύματα, ασφαλιστικέςκαι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις
Οι διατάξεις του δεύτερου μέρους του σχεδίου νόμου τροποποιούν και συμπληρώνουντις διατάξεις του ν. 3601/2007 «Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από ταπιστωτικά ιδρύματα, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων και τωνεπιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις» (Α' 178) και τουν.δ. 400/1970 «Περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως» (Α' 10) και ρυθμίζουν τασχετικά θέματα με σχεδόν ταυτόσημο τρόπο.
Στο άρθρο 81 περιγράφεται ο σκοπός του Δεύτερου Μέρους του σχεδίου νόμου.
Άρθρο 82 Με το άρθρο 82 ενσωματώνεται το άρθρο 5 της οδηγίας 2007/44 και αντικαθίσταταιτο άρθρο 24 του ν. 3601/2007. Σύμφωνα με την παράγραφο 1, εδάφιο α' επιβάλλεται η υποχρέωση σε κάθε φυσικό ήνομικό πρόσωπο (υποψήφιος αγοραστής) που έχει αποφασίσει να αποκτήσει συμμετοχήή να αυξήσει υπάρχουσα συμμετοχή του στο μετοχικό κεφάλαιο ή στα δικαιώματαψήφου ημεδαπού πιστωτικού ιδρύματος να γνωστοποιήσει στην Τράπεζα της Ελλάδοςτην πρόθεσή του αυτή συνυποβάλλοντας, και όλα τα σχετικά στοιχεία του καταλόγουπου θα καταρτίσει η Τράπεζα της Ελλάδος βάσει της παραγράφου 5, εφόσον τοποσοστό της συνολικής συμμετοχής του θα υπερβεί τα όρια του 10%, 20%, 1/3 ή του50% του μετοχικού κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου ή θα αποκτήσει άμεσα ήέμμεσα τον έλεγχο του πιστωτικού ιδρύματος υπό την έννοια της. παρ. 12 τουάρθρου 2 του ν.3601/2007. Με το εδάφιο β', οι ίδιες υποχρεώσεις επιβάλλονται σε υποψήφιο αγοραστή που έχειαποφασίσει να αποκτήσει ή να υπερβεί το όριο του 5%. Στην περίπτωση όμως αυτή, ηΤράπεζα της Ελλάδος εκτιμά, εντός πέντε εργάσιμων ημερών, εάν η συμμετοχή αυτήοδηγεί σε σημαντική επιρροή και σε θετική περίπτωση ενημερώνει τον υποψήφιοαγοραστή και προβαίνει στην αξιολόγηση του παρακάτω εδαφίου. Εάν κρίνει ότι ησυμμετοχή αυτή δεν θα ασκήσει σημαντική επιρροή δεν προβαίνει σε αξιολόγηση.Σύμφωνα με το εδάφιο γ' αντίστοιχη υποχρέωση γνωστοποίησης στην Τράπεζα τηςΕλλάδος πραγματοποιεί και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο έχει αποφασίσεινα παύσει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, συμμετοχή των εδαφίων α' ή β' στοπιστωτικό ίδρυμα ή έχει αποφασίσει να μειώσει τη συμμετοχή του κάτω από το 5%,το 10%, το 20%, το 1/3 ή το 50% ή να παύσει να έχει, άμεσα ή έμμεσα, τον έλεγχοτου πιστωτικού ιδρύματος. Στο εδάφιο δ' προβλέπονται πρόσθετες υποχρεώσεις γνωστοποίησης στην Τράπεζα τηςΕλλάδος της ταυτότητας των αναφερόμενων προσώπων στην περίπτωση που ο υποψήφιοςαγοραστής είναι νομικό πρόσωπο. Τις ανωτέρω υποχρεώσεις υπέχει και το νομικόπρόσωπο και τα ως άνω φυσικά πρόσωπα. Σύμφωνα με το εδάφιο ε' ορίζεταιδιαδικασία αξιολόγησης από την Τράπεζα της Ελλάδος στην περίπτωση που τιςσυμμετοχές των εδαφίων α' και β' προτίθενται να αποκτήσουν έμμεσα ένα ήπερισσότερα πρόσωπα. Σύμφωνα με το εδάφιο α' της παραγράφου 2 για το σκοπόυπολογισμού του ποσοστού συμμετοχής λαμβάνονται υπόψη τα αναφερόμενα άρθρα τουν. 3556/2007, υπό την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου β'. Στα άρθρα αυτάπροβλέπονται λεπτομερείς διαδικασίες και τίθενται κριτήρια για τον συνυπολογισμόή μη στο ποσοστό του υποψήφιου αγοραστή των ποσοστών που κατέχουν επιχειρήσειςσυνδεόμενες με αυτόν στο πλαίσιο χρηματοπιστωτικού ομίλου, είτε ο υποψήφιοςαγοραστής είναι μητρική επιχείρηση είτε θυγατρική. Σύμφωνα με το εδάφιο β' οι καθοριζόμενες κατηγορίες δικαιωμάτων ψήφου ή μετοχώνμε δικαίωμα ψήφου δεν συνυπολογίζονται κατά τον υπολογισμό του ποσοστούσυμμετοχής, ενώ με το εδάφιο γ' διευκρινίζεται ο όρος «από κοινού δράση». Σύμφωνα με την παράγραφο 3 η Τράπεζα της Ελλάδος γνωστοποιεί εγγράφως στονυποψήφιο αγοραστή την παραλαβή της αρχικής κοινοποίησης, καθώς και μετέπειταπληροφοριών, εντός δύο εργασίμων ημερών από την παραλαβή των ανωτέρω εγγράφων. Το εδάφιο α' της παραγράφου 4 θέτει όριο εξήντα (60) εργασίμων ημερών για τηναξιολόγηση από την Τράπεζα της Ελλάδος της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής,ενώ στο εδάφιο β' προβλέπεται ότι η Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρει στην ανωτέρωγνωστοποίηση και την ημερομηνία λήξης της περιόδου αξιολόγησης. Η παράγραφος 5 προβλέπει μια σημαντική αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος.Σύμφωνα με το εδάφιο α' πρέπει με απόφασή της να δημοσιοποιήσει κατάλογο με τιςαναγκαίες πληροφορίες που πρέπει να υποβάλλονται σε αυτήν από τον υποψήφιοαγοραστή για τη διενέργεια της αξιολόγησης. Με το εδάφιο β' τίθενται ορισμένακριτήρια και προϋποθέσεις για τον καθορισμό των πληροφοριών αυτών. Στην παράγραφο 6 προβλέπεται ότι η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, μέχρι και τηνπεντηκοστή εργάσιμη ημέρα της περιόδου αξιολόγησης να ζητήσει πρόσθετεςπληροφορίες, ενώ στην παράγραφο 7 προσδιορίζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίεςαναστέλλεται η περίοδος αξιολόγησης. Η αναστολή αυτή δεν υπερβαίνει τις είκοσι(20) εργάσιμες ημέρες. Στην παράγραφο 8 προβλέπεται η δυνατότητα της Τράπεζαςτης Ελλάδος να παρατείνει περαιτέρω την αναστολή της ως άνω προθεσμίας κατά δέκα(10) εργάσιμες ημέρες (δηλαδή 20+10=30), εάν ο υποψήφιος αγοραστής πληροί τααναφερόμενα κριτήρια. Στην παράγραφο 9 προβλέπεται ότι η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να αντιταχθεί στηνπροτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής για τους αναφερόμενους λόγους και οφείλει ναγνωστοποιήσει την απόφασή της προς τον υποψήφιο αγοραστή μέσα σε δύο εργάσιμεςημέρες από την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Η απόφασή της που πρέπει να είναιεπαρκώς αιτιολογημένη δημοσιοποιείται κατά την κρίση της ή κατόπιν αιτήματος τουυποψήφιου αγοραστή. Η πάροδος των 2 εργάσιμων ημερών από την εκπνοή τηςεξηκονταήμερης προθεσμίας αξιολόγησης, συνεπάγεται την σιωπηρή έγκριση τηςπροτεινόμενης συμμετοχής. Η θετική απόφαση πρέπει σε κάθε περίπτωση ναδημοσιοποιηθεί για λόγους ασφάλειας δικαίου. Με την παράγραφο 10 η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ορίζει μέγιστη προθεσμία γιατην απόκτηση ή την αύξηση συμμετοχής, και να παρατείνει αυτή, όταν αυτό είναιεπιβεβλημένο. Στην παράγραφο 11 εδάφιο α' ορίζονται τα γενικά κριτήρια με τα οποία η Τράπεζατης Ελλάδος αξιολογεί την καταλληλότητα του υποψήφιου αγοραστή και τα οικονομικάεχέγγυα της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής. Στο εδάφιο β της παραγράφου 11προβλέπεται ότι σε περίπτωση υποβολής περισσοτέρων της μιας προτάσεων γιααπόκτηση ή αύξηση συμμετοχής στο ίδιο πιστωτικό ίδρυμα κατά την περίοδοαξιολόγησης μίας εξ αυτών, η Τράπεζα της Ελλάδος τις αξιολογεί αμερόληπτα. Στοεδάφιο γ' προβλέπεται ότι η Τράπεζα της Ελλάδος δεν μπορεί να επιβάλλει εκ τωνπροτέρων όρους σχετικά με το ύψος της συμμετοχής που πρέπει να αποκτηθεί ούτεεξετάζει την πρόταση από πλευράς οικονομικών αναγκών της αγοράς. Με τηνπαράγραφο 12 εδάφιο α' προβλέπεται η διαδικασία διαβούλευσης της Τράπεζας τηςΕλλάδος με άλλες ημεδαπές ή αλλοδαπές εποπτικές αρχές ανάλογα με την ιδιότητατου υποψήφιου αγοραστή. Στο εδάφιο β' της ίδιας παραγράφου προβλέπεται ηυποχρέωση της Τράπεζας της Ελλάδος να διαβιβάζει σε αρμόδιες αρχές άλλων κρατώνμελών για τους σκοπούς της αξιολόγησης από αυτές προτεινόμενης απόκτησηςσυμμετοχής είτε κατόπιν αιτήματός τους είτε εξ ιδίας πρωτοβουλίας όλες τιςσημαντικές πληροφορίες για τον υποψήφιο αγοραστή, διατυπώνοντας παράλληλα τυχόνεπιφυλάξεις ή απόψεις για αυτόν., Στο εδάφιο γ' προβλέπεται η δυνατότητα τηςΤράπεζας της Ελλάδος να ζητά πληροφορίες από άλλες αρμόδιες αρχές για τουςσκοπούς της αξιολόγησης από αυτήν προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής. Στην ίδιαπαράγραφο προβλέπεται ότι στην απόφασή της για την προτεινόμενη συμμετοχή ηΤράπεζα της Ελλάδος πρέπει να επισημαίνει τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις πουενδεχομένως διατύπωσε η αλλοδαπή αρμόδια αρχή για την υπό αξιολόγησηπροτεινόμενη συμμετοχή. Στην παράγραφο 13 εδάφιο α' καθορίζονται οι υποχρεώσειςκληρονόμων για γνωστοποίηση της απόκτησης συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα, ενώστο εδάφιο β' προβλέπεται η δυνατότητα της Τράπεζας της Ελλάδος να εμποδίσει τηνάσκηση δικαιωμάτων στο πιστωτικό ίδρυμα από κληρονόμους του ανωτέρω εδαφίου πουκρίνει ακατάλληλους για τη συνετή και χρηστή διαχείριση του ιδρύματος. Στην παράγραφο 14 εδάφιο α' προβλέπεται η υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων ναγνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος μέχρι την 15 Ιουλίου κάθε έτους τα ονόματατων μετόχων που κατέχουν συμμετοχή άνω του 1% σε αυτά. Εξάλλου, στο εδάφιο β'προβλέπεται η υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να αναφέρουν στην Τράπεζα τηςΕλλάδος μέσα σε διάστημα 10 εργάσιμων ημερών από τότε που έλαβαν γνώση, κάθεαπόκτηση ή εκχώρηση συμμετοχών στο κεφάλαιό τους που αυξάνει ή μειώνει ταποσοστά συμμετοχής πάνω ή κάτω από τα όρια της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώςκαι κάθε αλλαγή στην ταυτότητα ή τα στοιχεία των προσώπων που αναφέρονται σταεδάφια β' και γ' της παρ. 10 και στο εδάφιο α' της παρ. 11 του άρθρου 5 του ν.3601/2007. Στην παράγραφο 15 εδάφιο α' προβλέπεται ότι η απόκτηση ή αύξηση συμμετοχής χωρίςτην προηγούμενη κατά περίπτωση γνωστοποίηση ή έγκριση από την Τράπεζα τηςΕλλάδος, έχει ως συνέπεια την αυτοδίκαιη παύση της άσκησης δικαιωμάτων ψήφου πουαπορρέουν από τη συμμετοχή αυτή, ενώ παράλληλα η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί ναεπιβάλλει και άλλες κυρώσεις που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία. Στο εδάφιοβ' ορίζονται οι συνέπειες της μη τήρησης των υποχρεώσεων γνωστοποίησης τηςαλλαγής ταυτότητας των φυσικών προσώπων που ελέγχουν νομικά πρόσωπα, κατόχουςσυμμετοχής. Στην παράγραφο 16 προβλέπεται η δυνατότητα της Τράπεζας της Ελλάδος να ζητά απότα πιστωτικά ιδρύματα για τους σκοπούς της εποπτείας τη γνωστοποίηση τωνστοιχείων ταυτότητας και το ύψος συμμετοχής των μεγαλυτέρων μετόχων τους πουαθροιστικά συγκεντρώνουν στην κατοχή τους την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφουτου πιστωτικού ιδρύματος. Τέλος, με την παράγραφο 17 δίνεται η εξουσιοδότησηστην Τράπεζα της Ελλάδος να ρυθμίζει με αποφάσεις της κάθε ειδικό θέμα καιλεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου αυτού.
Με το άρθρο 83 αντικαθίσταται η παράγραφος 3 του άρθρου 3 του ν. 3601/2007,προκειμένου να ενσωματωθεί στη νομοθεσία μας η Οδηγία 2010/16/ΕΕ με την οποίατροποποιείται το άρθρο 2 της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ που αφορά την εξαίρεση ενόςσυγκεκριμένου ιδρύματος από το πεδίο εφαρμογής της ως άνω Οδηγίας.
Με το άρθρο 84 τροποποιούνται διατάξεις του ν. 3601/2007. Με την παράγραφο 1 τουάρθρου αυτού αντικαθίσταται η περίπτωση α) της παρ. 11 του άρθρου 5 του ν.3601/2007 ώστε να περιλαμβάνονται και οι δέκα μεγαλύτεροι μέτοχοι στα πρόσωπαγια τα οποία η Τράπεζα Ελλάδος μπορεί να ζητεί πληροφόρηση, για εποπτικούςσκοπούς, καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος. Τούτοθεσπίζεται, κατ' αντιστοιχία με τα αναφερόμενα στην παρ. 10 του εν λόγω άρθρου,που αφορά την πληροφόρηση που της παρέχεται πριν από την ίδρυση πιστωτικούιδρύματος για την χορήγηση της άδειας λειτουργίας . Με την παρ. 2 του άρθρου 84 προσαρμόζεται η παρ. 14 του άρθρου 5 του ν.3601/2007 με τα προβλεπόμενα αντιστοίχως στο άρθρο 24 του ίδιου νόμου, όπωςαντικαθίσταται με τον παρόντα. Η προσαρμογή αυτή έχει σκοπό ο υπολογισμός τουποσοστού συμμετοχής για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 86 να είναι, γιαλόγους συνέπειας, σύμφωνος με τον τρόπο που καθιερώνεται για τον υπολογισμό τηςειδικής συμμετοχής με βάση τα εδάφια α και β της παρ. 2 του άρθρου 24 του νόμου3601/2007, όπως αντικαθίσταται με τον παρόντα νόμο. Με την παράγραφο 3 διαγράφονται οι λέξεις «άνω του ποσού των πέντε εκατομμυρίων(5.000.000) ευρώ στην παράγραφο 1 του άρθρου 19 του ν. 3601/2007, καθώς τοελάχιστο ύψος των ιδίων κεφαλαίων των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που εποπτεύονταιαπό την Τράπεζα της Ελλάδος ρυθμίζεται από διαφορετικές κατά περίπτωση διατάξειςτης νομοθεσίας. Με την παράγραφο 4 συμπληρώνονται οι ρυθμίσεις της παρ. 3 τουάρθρου 20 του ν. 3601/2007, ώστε σε περίπτωση εγκατάστασης σε τρίτη χώραυποκαταστήματος χρηματοδοτικού ιδρύματος εποπτευόμενου από την Τράπεζα τηςΕλλάδος, να της παρέχεται η πληροφόρηση που αντιστοίχως προβλέπεται για ταπιστωτικά ιδρύματα. Επιπλέον παρέχεται στην Τράπεζα της Ελλάδος η δυνατότητα νααντιτάσσεται στην επέκταση στο εξωτερικό χρηματοδοτικού ιδρύματος εποπτευόμενουαπό αυτή εντός τριών μηνών από το χρόνο που όλη η απαιτούμενη πληροφόρησηπεριέλθει σε γνώση της. Με τις παρ. 6 και 7 του άρθρου 84 εκλογικεύονται καιπροσαρμόζονται τα εδάφια β και γ της παρ. 2 καθώς και η παρ. 3 του άρθρου 64 τουν. 3601/2007, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 15 του άρθρου 24 του ν.3601/2007, όπως αντικαθίσταται με τον παρόντα νόμο. Στο πλαίσιο αυτό,προστίθενται επίσης νέα εδάφια στην παρ. 3 του άρθρου 64 με τα οποίακαθιερώνονται κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τη λήψη των μέτρων που ηΤράπεζα της Ελλάδος επιβάλλει με απόφασή της, δυνάμει του άρθρου αυτού. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 84 τα μέτρα που μπορεί η Τράπεζα της Ελλάδος ναεπιβάλλει στα εποπτευόμενα από αυτή χρηματοδοτικά ιδρύματα επεκτείνονται στοδιορισμό επιτρόπου και εκκαθαριστή, αναλόγως προς τα ισχύοντα για τα πιστωτικάιδρύματα.
Με το άρθρο 85 ενσωματώνονται τα άρθρα 1 και 2 της οδηγίας 2007/44τροποποιούνται διατάξεις του νδ 400/1970 «Περί ιδιωτικής επιχειρήσεωςασφαλίσεως» (Α' 10). Σύμφωνα με την παράγραφο 1 για το σκοπό υπολογισμού της «ειδικής συμμετοχής»λαμβάνονται επιπλέον υπόψη και τα αναφερόμενα άρθρα του ν. 3556/2007. Με την παράγραφο 2 αντικαθίσταται η παράγραφος 1, στοιχείο α' του άρθρου 15α τουνδ 400/1970, με διάταξη παρόμοιου περιεχομένου με αυτό της παρ. 1, εδάφιο α' τουάρθρου 82 του παρόντος σχεδίου νόμου, και καθορίζεται η διαδικασία απόκτησης ήαύξησης συμμετοχής σε ασφαλιστική επιχείρηση. Με τις παραγράφους 3 και 4 καταργούνται διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου15α του νδ 400/1970. Με την παράγραφο 5, ορίζεται η ΕΠ.Ε.Ι.Α ως αρμόδια αρχή, όπου στις σχετικέςπαραγράφους του άρθρου 15α μνημονεύεται ο Υπουργός Εμπορίου ή ΥπουργόςΑνάπτυξης. Με την παράγραφο 6 αντικαθίσταται η παρ. 3 του άρθρου 15α του ν.δ. 400/1970,προκειμένου να συμπεριληφθεί διάταξη όμοιου περιεχομένου με αυτή του εδαφίου γτης παρ. 1 του άρθρου 82 του παρόντος νομοσχεδίου, και καθορίζεται η διαδικασίαπαύσης ή μείωσης συμμετοχής σε ασφαλιστική επιχείρηση. Με την παράγραφο 7 γίνονται αναγκαίες προσθήκες στην παρ. 5 στοιχ. β' εδ. β τουάρθρου 15α του ν.δ. 400/1970, ενώ με την παράγραφο 8 προστίθεται νέο άρθρο 15βστο ν.δ. 400/1970 που ορίζει τη διαδικασία και τα κριτήρια αξιολόγησηςπροτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις, καθώς και τηδιαβούλευση με άλλες αρμόδιες αρχές, όπου αυτό είναι αναγκαίο, με διατάξειςπαρόμοιου περιεχομένου με αυτές των παρ. 3-15 του άρθρου 82 του παρόντοςνομοσχεδίου.
Με το άρθρο 86 ενσωματώνεται το άρθρο 4 της οδηγίας 2007/44 και προβλέπονται οιίδιες διατάξεις που αφορούν την απόκτηση ή αύξηση συμμετοχής σε αντασφαλιστικέςεπιχειρήσεις. Ειδικότερα, με την παρ. 1 καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της ειδικήςσυμμετοχής. Με τις παραγράφους 2, 3 και 4 αντικαθίσταται η παρ. 3 του άρθρου 87 του νδ400/1970, προστίθεται νέα παράγραφος 3α και αντικαθίσταται η παράγραφος 4 τουίδιου άρθρου. Σε αυτές καθορίζεται η υποχρέωση γνωστοποίησης απόκτησης ή αύξησηςσυμμετοχής σε αντασφαλιστική επιχείρηση, με διατάξεις παρόμοιου περιεχομένου μεαυτό των παρ. 2 και 8 του άρθρου 85 του νομοσχεδίου. Με την παράγραφο 5 αντικαθίσταται η παρ. 7 του άρθρου 87 του νδ 400/1970 καιδίνεται η εξουσιοδότηση στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. να καθορίζει με απόφασή της ταδικαιολογητικά και τις πληροφορίες που υποχρεούται να υποβάλει ο υποψήφιοςαγοραστής για τους σκοπούς της αξιολόγησης και κάθε ειδικότερο θέμα που αφοράστη διαδικασία αξιολόγησης των γνωστοποιήσεων για την έγκριση ειδικήςσυμμετοχής. ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ
Με το άρθρο 87παρατείνεται η ισχύς της εξουσιοδότησης του ν. 1338/1983 (Α' 34)για την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων για την ενσωμάτωση της κοινοτικήςνομοθεσίας στην ελληνική έννομη τάξη. Ειδικότερα, την 31 η Δεκεμβρίου 2010 λήγειη προθεσμία εκδόσεως προεδρικών διαταγμάτων για την ενσωμάτωση της κοινοτικήςνομοθεσίας στην ελληνική έννομη τάξη του άρθρου 4 του ν.1338/1983, όπωςαντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 του ν 1440/1984 (Α' 70) και τροποποιήθηκε από τοάρθρο 7 του ν.1775/1988 (Α' 101) από το άρθρο 31 του ν.2076/1992 (Α' 130) από τοάρθρο 19 του ν.2367/1995 (Α' 261) από το άρθρο 22 του ν.2789/2000 (Α' 21) καιαπό το άρθρο 48 του ν.3427/2005 (Α' 312). Με την προτεινομένη διάταξη τίθεταινέα αποκλειστική προθεσμία εκδόσεως προεδρικών διαταγμάτων ενσωμάτωσης τουκοινοτικού δικαίου στην ελληνική νομοθεσία στο πλαίσιο του άρθρου 43 παρ. 4 τουΣυντάγματος, η οποία θα λήγει την 31 η Δεκεμβρίου 2015.
Άρθρο 88 Με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 88 τροποποιείται η παράγραφος 1 του άρθρου6 του Ν. 2322/1995, όπως ισχύει. Η τροποποίηση αυτή κρίνεται επιβεβλημένη για τηνόμιμη συγκρότηση της Υποεπιτροπής, καθώς ορισμένες Διευθύνσεις που αναφέρονταικαι από τις οποίες προέρχονται μέλη της Υποεπιτροπής έχουν καταργηθεί ή έχουνμετονομασθεί. Με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου αφενός μεν παρατείνεται ηπροθεσμία εφαρμογής των διατάξεων 66 και 84 του ν. 3842/2010 μέχρι την 30ηΙουνίου 2010 (που έληγε 31/5/2010) για καταβολή ληξιπρόθεσμων χρεών και υποβολήοφειλόμενων δηλώσεων με ευνοϊκούς όρους , αφετέρου παρατείνεται και για τιςφορολογίες κληρονομιών, δωρεών , γονικών παροχών , μεταβίβασης ακινήτων ΜΑΠ,ειδικού φόρου επί ακινήτων κ.λπ. η προθεσμία παραγραφής που λήγει στις 30/6/2010μέχρι και 31/12/2010 όπως προβλέπεται και για τις λοιπές υποθέσεις φορολογίαςαπό το πρώτο εδάφιο του άρθρου 82 του ν. 3842/2010.
Άρθρο 89 Με το άρθρο αυτό καθορίζεται η έναρξη της ισχύος του νόμου. Αθήνα, Μαΐου 2010 ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ & ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΟΥΚΑ ΚΑΤΣΕΛΗ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ
Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις οδηγίες 2007/64/ΕΚ, 2007/44/ΕΚ και2010/16/ΕΕ που αφορούν υπηρεσίες πληρωμών και φορείς παροχής υπηρεσιών πληρωμών,προληπτική αξιολόγηση προτάσεων απόκτησης συμμετοχής σε επιχειρήσεις τουχρηματοπιστωτικού τομέα και άλλες διατάξεις
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΟΔΗΓΙΑΣ 2007/64/ΕΚ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΙ ΦΟΡΕΙΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝΠΛΗΡΩΜΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ, ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ
Άρθρο 1 Σκοπός και περιεχόμενο 1. Με το πρώτο μέρος αυτού του νόμου επιδιώκεται η ενσωμάτωση στην ελληνικήνομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2007/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καιτου Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, «για τις υπηρεσίες πληρωμών στηνεσωτερική αγορά, την τροποποίηση των Οδηγιών 97/7/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ, 2005/60/ΕΚ και2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της Οδηγίας 97/5/ΕΚ» (ΕΕ L 319). 2. Ο νόμος αυτός: α) θέτει τους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται στην Ελλάδα η παροχή υπηρεσιώνπληρωμών από φορείς παροχής υπηρεσιών πληρωμών, β) καθορίζει τους όρους πρόσβασης των φορέων παροχής υπηρεσιών πληρωμών στασυστήματα πληρωμών που λειτουργούν στην Ελλάδα, γ) καθορίζει τους όρους λειτουργίας και εποπτείας των ιδρυμάτων πληρωμών, ταοποία αποτελούν την μία από τις κατηγορίες φορέων παροχής υπηρεσιών πληρωμών, δ) καθιερώνει συγκεκριμένες υποχρεώσεις διαφάνειας των συμβατικών όρων καιπληροφόρησης κατά την παροχή υπηρεσιών πληρωμών από φορείς παροχής υπηρεσιώνπληρωμών, και ε) ρυθμίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των φορέων παροχής υπηρεσιώνπληρωμών και των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών σχετικά με την παροχή και τη χρήσηυπηρεσιών πληρωμών . Άρθρο 2 (άρθρα 1, 2, 30, 51, 86 παρ.3 της Οδηγίας 2007/64) Πεδίο εφαρμογής
1. Οι διατάξεις αυτού του νόμου εφαρμόζονται στις υπηρεσίες πληρωμών πουπαρέχονται από τις ακόλουθες κατηγορίες φορέων παροχής υπηρεσιών πληρωμών: (α) τα πιστωτικά ιδρύματα, κατά την έννοια της περίπτωσης (α) της παραγράφου1του άρθρου 2 του νόμου 3601/2007 (Α' 178), περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτωνπιστωτικών ιδρυμάτων με καταστατική έδρα εκτός Ελλάδος, τα οποία λειτουργούνστην Ελλάδα, εφόσον η άδεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος καλύπτει τηνπαροχή υπηρεσιών πληρωμών, καθώς και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, (β) τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, κατά την έννοια της περίπτωσης (β) τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 2 του νόμου 3601/2007, περιλαμβανομένων τωνυποκαταστημάτων ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος με καταστατική έδρα εκτόςΕλλάδος, τα οποία λειτουργούν στην Ελλάδα, εφόσον η άδεια λειτουργίας τουιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος καλύπτει την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, (γ) τα Ελληνικά Ταχυδρομεία, στην έκταση που αυτά δικαιούνται να παρέχουνυπηρεσίες πληρωμών, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία, (δ) τα ιδρύματα πληρωμών, κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 4, αυτού τουνόμου, (ε) την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς και τιςυπόλοιπες εθνικές κεντρικές τράπεζες, κατά την έννοια της παραγράφου 31 τουάρθρου 4 αυτού του νόμου, εφόσον η Ελλάδα είναι κράτος μέλος υποδοχής, υπό τηνπροϋπόθεση ότι δεν ενεργούν υπό την ιδιότητά τους ως νομισματικών ή εν γένειδημοσίων αρχών, και (στ) το Ελληνικό Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου καιδευτέρου βαθμού, εφόσον δεν ενεργούν υπό την ιδιότητά τους ως δημοσίων αρχών,καθώς και τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και τις περιφερειακές ήτοπικές αρχές τους, εφόσον δεν ενεργούν υπό την ιδιότητά τους ως δημοσίων αρχώνκαι η Ελλάδα είναι κράτος μέλος υποδοχής. Για τους σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων των κεφαλαίων IV και V του Α' Μέρουςτου παρόντος νόμου οι ανωτέρω φορείς θεωρούνται «προμηθευτές» υπό την έννοια τουεδαφίου β της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του ν. 2251/1994 (Α' 191). 2. Οι διατάξεις των κεφαλαίων IV και V του Α' Μέρους αυτού του νόμουεφαρμόζονται στις υπηρεσίες πληρωμών, οι οποίες παρέχονται: α) σε ευρώ, στο νόμισμα κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας που δεν έχειυιοθετήσει το ευρώ, καθώς και στο νόμισμα άλλου κράτους μέλους του ΕυρωπαϊκούΟικονομικού Χώρου, και β) εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 52 της «Συνθήκης γιατην Ευρωπαϊκή Ένωση» και των άρθρων 349 και 355 της «Συνθήκης για τη λειτουργίατης Ευρωπαϊκής Ένωσης» (ΕΕ C 115 της 9.5.2008, ενοποιημένη απόδοση), καθώς καιεντός της Επικράτειας των άλλων κρατών μελών του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.
Με την εξαίρεση του άρθρου 67 αυτού του νόμου, οι διατάξεις των κεφαλαίων IV καιV του Α' Μέρους εφαρμόζονται μόνον εφόσον, τόσο ο φορέας παροχής υπηρεσιώνπληρωμών του πληρωτή όσο και ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχουή ο μοναδικός φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών για τη συναλλαγή πληρωμής είναιεγκατεστημένοι στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος μέλος του Ευρωπαϊκού ΟικονομικούΧώρου. 3. Οι διατάξεις του κεφαλαίου IV του Α' Μέρους αυτού του νόμου εφαρμόζονται σεμεμονωμένες συναλλαγές πληρωμής και σε συμβάσεις-πλαίσιο και τις συναλλαγέςπληρωμής που καλύπτονται από αυτές. 4. Όταν ο χρήστης των υπηρεσιών πληρωμών δεν είναι καταναλωτής, κατά την έννοιατης παραγράφου 11 του άρθρου 4,αυτού του νόμου, τα συμβαλλόμενα μέρη δικαιούνταινα συμφωνούν: (α) τη μη εφαρμογή, εν όλω ή εν μέρει, των διατάξεων των άρθρων 28-45, τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 47, του β' εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 49 καιτων άρθρων 54, 56-58, 61, 69 και 76 αυτού του νόμου, (β) προθεσμία διαφορετική από την καθοριζόμενη στο άρθρο 53, αυτού του νόμου. 5. Οι φορείς παροχής υπηρεσιών πληρωμών δεν επιτρέπεται να συνάπτουν συμβάσειςμε τις οποίες περιορίζονται τα δικαιώματα των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών πουθεσπίζονται με τις διατάξεις αυτού του νόμου, δικαιούνται, όμως, να παρέχουνευνοϊκότερους όρους συναλλαγών στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών.
Άρθρο 3 (άρθρο 3 της Οδηγίας 2007/64) Εξαιρέσεις
Οι διατάξεις αυτού του νόμου δεν εφαρμόζονται στις ακόλουθες συναλλαγές πληρωμήςκαι υπηρεσίες: 1. Σε συναλλαγές πληρωμής, οι οποίες διενεργούνται αποκλειστικά σε μετρητά, μεαπευθείας καταβολή από τον πληρωτή στο δικαιούχο, χωρίς οποιαδήποτεδιαμεσολάβηση. 2. Σε συναλλαγές πληρωμής από τον πληρωτή στο δικαιούχο, μέσω εμπορικούαντιπροσώπου εξουσιοδοτημένου να διαπραγματεύεται ή να συνάπτει τη σύμβασηαγοράς ή πώλησης αγαθών και υπηρεσιών για λογαριασμό του πληρωτή ή τουδικαιούχου. 3. Σε συναλλαγές πληρωμής, οι οποίες δεν διενεργούνται κατ' επάγγελμα καισυνίστανται στη συγκέντρωση και παράδοση μετρητών στο πλαίσιο μη κερδοσκοπικής ήφιλανθρωπικής δραστηριότητας. 4. Σε συναλλαγές πληρωμής που βασίζονται σε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα έγγραφαπαραστατικά αξίας, εφόσον αυτά εκδίδονται επί του φορέα παροχής υπηρεσιώνπληρωμών, με σκοπό τη διάθεση χρηματικών ποσών, κατά την έννοια της παραγράφου15 του άρθρου 4 αυτού του νόμου, στο δικαιούχο: (α) επιταγή του νόμου 5960/1933 «περί επιταγής» (Α'401), (β) οποιαδήποτε επιταγή αντίστοιχη με την αναφερόμενη στο σημείο (α), η οποίαδιέπεται από τη νομοθεσία των κρατών μελών που δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη στηΔιεθνή Σύμβαση της Γενεύης της 19ης Μαρτίου 1931 «περί ενιαίων νομοθετικώνκανόνων για τις επιταγές», (γ) συναλλαγματικές και γραμμάτια εις διαταγήν σύμφωνα με τις διατάξεις τουνόμου 5325/1932 «περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν» (Α' 69), (δ) οποιαδήποτε συναλλαγματική αντίστοιχη ή γραμμάτιο εις διαταγήν αντίστοιχο μεαυτά της περίπτωσης (γ), που διέπονται από τη νομοθεσία των κρατών μελών που δενείναι συμβαλλόμενα μέρη στη Διεθνή Σύμβαση της Γενεύης της 7ης Ιουνίου 1930«περί του ενιαίου δικαίου επί συναλλαγματικών και γραμματίων εις διαταγήν», (ε) έντυπα παραστατικά χρηματικής αξίας (vouchers) ή παρεμφερή έγγραφα, (στ) ταξιδιωτικές επιταγές, και (ζ) ταχυδρομικές επιταγές, όπως αυτές ορίζονται από την Παγκόσμια ΤαχυδρομικήΈνωση. 5. Με την επιφύλαξη του άρθρου 6, σε συναλλαγές πληρωμής που πραγματοποιούνταιστο πλαίσιο συστήματος διακανονισμού πληρωμών ή τίτλων μεταξύ αφενός των φορέωνδιακανονισμού, των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, των γραφείων εκκαθάρισης ή/καιτων κεντρικών τραπεζών και των λοιπών συμμετεχόντων στο σύστημα, και, αφετέρου,των φορέων παροχής υπηρεσιών πληρωμών. 6. Σε συναλλαγές πληρωμής, οι οποίες αφορούν είτε την παροχή υπηρεσιώνδιαχείρισης κινητών αξιών, περιλαμβανομένης της διανομής μερισμάτων, προσόδων ήάλλων διανεμομένων ποσών είτε την αγορά ή πώληση κινητών αξιών, καιδιενεργούνται είτε από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο 5αυτού του άρθρου, είτε από επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, πιστωτικάιδρύματα, οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, ή εταιρείεςδιαχείρισης περιουσιακών στοιχείων που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, είτε απόκάθε άλλο φορέα που έχει δικαίωμα παροχής υπηρεσιών θεματοφυλακήςχρηματοπιστωτικών μέσων. 7. Σε συναλλαγές πληρωμής, οι οποίες εκτελούνται μέσω τηλεπικοινωνιακής ήψηφιακής συσκευής ή συσκευής τεχνολογίας πληροφορικής, εφόσον τα μεν αγοραζόμενααγαθά παραδίδονται ή οι υπηρεσίες παρέχονται προς και προορίζονται για χρήσημέσω τηλεπικοινωνιακής ή ψηφιακής συσκευής ή συσκευής πληροφορικής, ο δε φορέαςεκμετάλλευσης της συσκευής αυτής δεν ενεργεί αποκλειστικά ως διαμεσολαβών μεταξύτου χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του προμηθευτή των αγαθών και υπηρεσιών. 8. Σε συναλλαγές πληρωμής, οι οποίες πραγματοποιούνται μεταξύ φορέων παροχήςυπηρεσιών πληρωμών, των αντιπροσώπων ή των υποκαταστημάτων τους για ίδιολογαριασμό. 9. Σε συναλλαγές πληρωμής μεταξύ μιας μητρικής επιχείρησης και θυγατρικής της ήμεταξύ θυγατρικών επιχειρήσεων της ίδιας μητρικής επιχείρησης, χωρίς τημεσολάβηση οποιουδήποτε φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών, εκτός μιας επιχείρησηςπου περιλαμβάνεται στον ίδιο όμιλο. 10. Στην κατ' επάγγελμα μεταφορά τραπεζογραμματίων και κερμάτων περιλαμβανομένηςτης συλλογής, επεξεργασίας και παράδοσής τους. 11. Σε υπηρεσίες κατά τις οποίες, στο πλαίσιο της συναλλαγής πληρωμής, οδικαιούχος καταβάλλει μετρητά στον πληρωτή κατόπιν ρητής αίτησης του χρήστη τηςυπηρεσίας πληρωμών ακριβώς πριν από την εκτέλεση συναλλαγής πληρωμής για τηναγορά αγαθών ή υπηρεσιών. 12. Σε υπηρεσίες μετατροπής συναλλάγματος, οι οποίες συνίστανται σε ανταλλαγήμετρητών, υπό την προϋπόθεση ότι τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, κατά την έννοιατης παραγράφου 15 του άρθρου 4 αυτού του νόμου, δεν τηρούνται σε λογαριασμόπληρωμών, κατά την έννοια της παραγράφου 14 του άρθρου 4 αυτού του νόμου. 13. Σε υπηρεσίες φορέων παροχής τεχνικών υπηρεσιών, οι οποίες υποστηρίζουν τηνπαροχή υπηρεσιών πληρωμών, χωρίς ποτέ να περιέρχονται στην κατοχή των φορέωναυτών τα υπό μεταφορά χρηματικά ποσά και στις οποίες περιλαμβάνονται ηεπεξεργασία και αποθήκευση δεδομένων, οι υπηρεσίες εξασφάλισης του απορρήτου τηςεπεξεργασίας και προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η ταυτοποίησηδεδομένων και προσώπων, η παροχή τεχνολογίας πληροφορικής και δικτύουεπικοινωνιών, καθώς και η προμήθεια και συντήρηση τερματικών και συσκευών πουχρησιμοποιούνται για τις υπηρεσίες πληρωμών. 14. Σε υπηρεσίες που παρέχονται με τη μορφή άλλων μέσων πληρωμών, κατά τηνέννοια της παραγράφου 23 του άρθρου 4 αυτού του νόμου, τα οποία μπορούν ναχρησιμοποιηθούν για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών αποκλειστικά στις εγκαταστάσειςτου εκδότη ή, δυνάμει εμπορικής συμφωνίας με τον εκδότη, είτε σε περιορισμένοδίκτυο φορέων παροχής υπηρεσιών είτε για περιορισμένο φάσμα αγαθών ή υπηρεσιών,και 15. Σε υπηρεσίες ανάληψης μετρητών μέσω αυτομάτων ταμειολογιστικών μηχανών, οιοποίες παρέχονται από φορείς παροχής υπηρεσιών ενεργούντων για λογαριασμό ενός ήπερισσοτέρων εκδοτών καρτών, οι οποίοι δεν συμβάλλονται στη σύμβαση-πλαίσιο μετον πελάτη που αναλαμβάνει μετρητά από λογαριασμό πληρωμών, εφόσον αυτοί οιφορείς παροχής υπηρεσιών δεν παρέχουν άλλες υπηρεσίες πληρωμών, κατά την έννοιατης παραγράφου 3 του άρθρου 4 αυτού του νόμου.
Άρθρο 4 (άρθρο 4 και Παράρτημα της Οδηγίας 2007/64) Ορισμοί
Για τους σκοπούς αυτού του νόμου, νοούνται ως: 1. "κράτος μέλος καταγωγής": (α) το κράτος μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου στο οποίο είναιεγκατεστημένη η καταστατική έδρα του φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών, ή (β) αν, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών δενδιαθέτει καταστατική έδρα, το κράτος μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, στοοποίο είναι εγκατεστημένη η κεντρική του διοίκηση. 2. "κράτος μέλος υποδοχής": το κράτος μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου,διάφορο του κράτους μέλους καταγωγής, στο οποίο φορέας παροχής υπηρεσιώνπληρωμών διαθέτει αντιπρόσωπο ή υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες πληρωμών, 3. "υπηρεσίες πληρωμών": οι ακόλουθες επιχειρηματικές δραστηριότητες: (α) Υπηρεσίες που επιτρέπουν την τοποθέτηση μετρητών σε λογαριασμό, ο οποίοςείναι λογαριασμός πληρωμών, κατά την έννοια της παραγράφου 14 αυτού του άρθρου. (β) Υπηρεσίες που επιτρέπουν την ανάληψη μετρητών από λογαριασμό, ο οποίος είναιλογαριασμός πληρωμών, κατά την έννοια της παραγράφου 14 αυτού του άρθρου. (γ) Όλες οι εργασίες που απαιτούνται για τη διαχείριση λογαριασμού πληρωμών,κατά την έννοια της παραγράφου 14 αυτού του άρθρου, κατά την τοποθέτηση μετρητώνσε αυτόν ή την ανάληψη μετρητών από αυτόν. (δ) Η εκτέλεση συναλλαγών πληρωμής, κατά την έννοια της παραγράφου 5 αυτού τουάρθρου, περιλαμβανομένης της μεταφοράς χρηματικών ποσών, κατά την έννοια τηςπαραγράφου 15 αυτού του άρθρου, σε λογαριασμό πληρωμών, κατά την έννοια τηςπαραγράφου 14 αυτού του άρθρου, ο οποίος τηρείται στο φορέα παροχής υπηρεσιώνπληρωμών του χρήστη ή σε άλλο φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών, καισυγκεκριμένα: (i) η εκτέλεση εντολών άμεσων χρεώσεων, κατά την έννοια της παραγράφου 27 αυτούτου άρθρου, περιλαμβανομένων τόσο των εφάπαξ άμεσων χρεώσεων όσο και των παγίωνεντολών άμεσης χρέωσης, (ii) η εκτέλεση συναλλαγών πληρωμής με τη χρήση κάρτας πληρωμών ή αναλόγου μέσουπληρωμών, ή (iii) η εκτέλεση εντολών μεταφοράς πίστωσης κατά την έννοια της παραγράφου 28αυτού του άρθρου, περιλαμβανομένων των παγίων εντολών μεταφοράς πίστωσης, (ε) Η εκτέλεση συναλλαγών πληρωμής, κατά την έννοια της παραγράφου 5 αυτού τουάρθρου, εφόσον τα χρηματικά ποσά καλύπτονται από πιστωτικό όριο του χρήστηυπηρεσιών πληρωμών, και συγκεκριμένα: (i) η εκτέλεση εντολών άμεσων χρεώσεων, κατά την έννοια της παραγράφου 27 αυτούτου άρθρου, περιλαμβανομένων τόσο των εφάπαξ άμεσων χρεώσεων όσο και των παγίωνεντολών άμεσης χρέωσης, (ii) η εκτέλεση συναλλαγών πληρωμής με τη χρήση κάρτας πληρωμών ή αναλόγου μέσουπληρωμών, και (iii) η εκτέλεση εντολών μεταφοράς πίστωσης, κατά την έννοια της παραγράφου 28αυτού του άρθρου, περιλαμβανομένων των παγίων εντολών μεταφοράς πίστωσης. (στ) Η έκδοση ή/και αποδοχή μέσων πληρωμών, κατά την έννοια της παραγράφου 23αυτού του άρθρου. (ζ) Τα εμβάσματα, κατά την έννοια της παραγράφου 13 αυτού του άρθρου. (η) Η εκτέλεση συναλλαγών πληρωμής, κατά την έννοια της παραγράφου 5 αυτού τουάρθρου, εφόσον: i) η συναίνεση του πληρωτή για την εκτέλεση συναλλαγής πληρωμής δίδεται μέσωτηλεπικοινωνιακής ή ψηφιακής συσκευής ή συσκευής τεχνολογίας πληροφορικής, και ii) η πληρωμή γίνεται στο διαχειριστή του τηλεπικοινωνιακού συστήματος, τουσυστήματος πληροφορικής ή δικτύου, ο οποίος ενεργεί αποκλειστικά ως φορέαςδιαμεσολάβησης μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του προμηθευτή τωναγαθών ή υπηρεσιών. 4. "ίδρυμα πληρωμών": Το νομικό πρόσωπο που έχει λάβει άδεια, σύμφωνα με τιςδιατάξεις του άρθρου 12 αυτού του νόμου, να παρέχει και να εκτελεί υπηρεσίεςπληρωμών, κατά την έννοια της παραγράφου 3 αυτού του άρθρου. 5. "συναλλαγή πληρωμής": Συναλλαγή, η οποία ενεργοποιείται είτε από τον πληρωτήείτε από το δικαιούχο, και συνίσταται στην τοποθέτηση, μεταφορά ή ανάληψηχρηματικών ποσών, κατά την έννοια της παραγράφου 15 αυτού του άρθρου, ανεξάρτητααπό την υποκείμενη ενοχική σχέση μεταξύ πληρωτή και δικαιούχου. 6. "σύστημα πληρωμών": Σύστημα μεταφοράς χρηματικών ποσών υπό την έννοια τηςπαραγράφου 15 αυτού του άρθρου, το οποίο διέπεται από καταγεγραμμένες καιτυποποιημένες διαδικασίες και κοινούς κανόνες για την επεξεργασία, τηνεκκαθάριση ή/και το διακανονισμό συναλλαγών πληρωμής. 7. "πληρωτής": Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο διαθέτει λογαριασμόπληρωμών, κατά την έννοια της παραγράφου 14 αυτού του άρθρου, και επιτρέπει ναδίδονται εντολές πληρωμής, κατά την έννοια της παραγράφου 16 αυτού του άρθρου,από το λογαριασμό αυτόν ή αν δεν 8. "δικαιούχος": Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται ταχρηματικά ποσά που αποτελούν αντικείμενο της συναλλαγής πληρωμής. 9. "φορείς παροχής υπηρεσιών πληρωμών": Οι φορείς που αναφέρονται στην παράγραφο1 του άρθρου 2 αυτού του νόμου. 10. "χρήστης υπηρεσιών πληρωμών": Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χρησιμοποιείμια υπηρεσία πληρωμής υπό την ιδιότητα του πληρωτή ή του δικαιούχου ή και τωνδύο. 11. "καταναλωτής": Το φυσικό πρόσωπο το οποίο, στο πλαίσιο συμβάσεων παροχήςυπηρεσιών πληρωμών που καλύπτονται από αυτόν το νόμο, ενεργεί για σκοπούς εκτόςτης επαγγελματικής, επιχειρηματικής ή εμπορικής του δραστηριότητας. 12. "σύμβαση-πλαίσιο": Μια σύμβαση παροχής υπηρεσιών πληρωμών, η οποία διέπει τημελλοντική εκτέλεση μεμονωμένων και διαδοχικών συναλλαγών πληρωμής, και δύναταινα περιλαμβάνει την υποχρέωση και τους όρους για το άνοιγμα λογαριασμούπληρωμών. 13. "έμβασμα": Υπηρεσία πληρωμών στο πλαίσιο της οποίας λαμβάνονται χρηματικάποσά, κατά την έννοια της παραγράφου 15, αυτού του άρθρου, από πληρωτή, χωρίς νααπαιτείται το άνοιγμα λογαριασμού πληρωμών στο όνομα του πληρωτή ή τουδικαιούχου, με μοναδικό σκοπό τη μεταφορά ισοδυνάμου ποσού σε δικαιούχο ή σεάλλο φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών που ενεργεί για λογαριασμό του δικαιούχου,ή/και αυτά τα χρηματικά ποσά λαμβάνονται για λογαριασμό του δικαιούχου καιτίθενται στη διάθεσή του. 14. "λογαριασμός πληρωμών": Ο λογαριασμός που τηρείται στο όνομα ενός ήπερισσοτέρων χρηστών υπηρεσιών πληρωμών και χρησιμοποιείται με σκοπό τηδιενέργεια συναλλαγών πληρωμής, κατά την έννοια της παραγράφου 5 αυτού τουάρθρου. 15. "χρηματικά ποσά": Τραπεζογραμμάτια και κέρματα, λογιστικό χρήμα καιηλεκτρονικό χρήμα, κατά την έννοια της παραγράφου 20 του άρθρου 2 του νόμου3601/2007. 16. "εντολή πληρωμής": Η εντολή που δίδεται από τον πληρωτή ή το δικαιούχο προςτον οικείο φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών για την εκτέλεση συναλλαγήςπληρωμής. 17. "ημερομηνία αξίας": Το χρονικό σημείο αναφοράς που ορίζει ο φορέας παροχήςυπηρεσιών πληρωμών για την έναρξη υπολογισμού των τόκων επί των χρηματικών ποσώνμε τα οποία χρεώνεται ή πιστώνεται ένας λογαριασμός πληρωμών. 18. "συναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς": Η συναλλαγματική ισοτιμία πουχρησιμοποιείται ως βάση υπολογισμού για τη μετατροπή νομισμάτων και η οποίακαθίσταται διαθέσιμη από το φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών ή προέρχεται απόπηγή διαθέσιμη στο κοινό. 19. "εξακρίβωση της γνησιότητας": Η διαδικασία που επιτρέπει στο φορέα παροχήςυπηρεσιών πληρωμών να επαληθεύει τη χρήση συγκεκριμένου μέσου πληρωμών,περιλαμβανομένων και των εξατομικευμένων στοιχείων ασφαλείας του. 20. "επιτόκιο αναφοράς": Το επιτόκιο που χρησιμοποιείται ως βάση υπολογισμού τωντόκων και το οποίο προέρχεται από πηγή διαθέσιμη στο κοινό, η οποία μπορεί ναεπαληθευθεί από αμφότερα τα μέρη μιας σύμβασης παροχής υπηρεσιών πληρωμών. 21. "μέσο ταυτοποίησης πελάτη: Ένας συνδυασμός γραμμάτων, αριθμών ή συμβόλων, οοποίος δίδεται από το φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών στο χρήστη υπηρεσιώνπληρωμών, και τον οποίο ο τελευταίος πρέπει να παρέχει, ώστε, σε σχέση με μιασυναλλαγή πληρωμής, να είναι δυνατή η ταυτοποίηση χωρίς αμφιβολία του άλλουχρήστη υπηρεσιών πληρωμών, ή/ και του λογαριασμού πληρωμών του. 22. "αντιπρόσωπος": Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο παρέχει υπηρεσίεςπληρωμών για λογαριασμό ενός ιδρύματος πληρωμών. 23. "μέσο πληρωμών": Κάθε εξατομικευμένο μέσο ή/ και σύνολο διαδικασιών που: (α) συμφωνούνται μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του φορέα παροχήςυπηρεσιών πληρωμών, και (β) χρησιμοποιούνται από το χρήστη υπηρεσιών πληρωμών για την ενεργοποίησηεντολής πληρωμής, κατά την έννοια του σημείου 16 αυτού του άρθρου. 24. "μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως": Κάθε μέσο που μπορεί να χρησιμοποιηθείγια την κατάρτιση μιας σύμβασης παροχής υπηρεσιών πληρωμών, χωρίς την ταυτόχρονηφυσική παρουσία του φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών και του χρήστη υπηρεσιώνπληρωμών. 25. "σταθερό μέσο αποθήκευσης δεδομένων": Κάθε μέσο που επιτρέπει στο χρήστηυπηρεσιών πληρωμών αφενός μεν την αποθήκευση των πληροφοριών που τουαπευθύνονται προσωπικά, κατά τρόπο που να του εξασφαλίζει τη μελλοντική πρόσβασηγια χρονικό διάστημα κατάλληλο για το σκοπό της πληροφόρησης, αφετέρου δε τηνακριβή αναπαραγωγή των αποθηκευομένων πληροφοριών. 26. "εργάσιμη ημέρα": Η ημέρα κατά την οποία ο οικείος φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή ή του δικαιούχου που εμπλέκεται στην εκτέλεση συναλλαγής πληρωμής λειτουργεί, ώστε να είναι δυνατή η εκτέλεσή της. 27. "άμεση χρέωση": Η υπηρεσία πληρωμών, η οποία συνίσταται στη χρέωση τουλογαριασμού πληρωμών ενός πληρωτή, όταν η συναλλαγή πληρωμής ενεργοποιείται απότο δικαιούχο βάσει (α) της εξουσιοδότησης που δίνει ο πληρωτής προς το δικαιούχοή προς το φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου, ή (β) της εντολής πουδίνει ο πληρωτής προς το φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών του ιδίου του πληρωτή. 28. "μεταφορά πίστωσης": Η υπηρεσία πληρωμών, η οποία ενεργοποιείται από τονπληρωτή μέσω χρέωσης του λογαριασμού πληρωμών του, με σκοπό να τεθούν χρηματικάποσά σε λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου. 29. "υποκατάστημα ιδρύματος πληρωμών": Μονάδα εκμετάλλευσης, εκτός της κεντρικήςδιοίκησης, η οποία αποτελεί τμήμα ιδρύματος πληρωμών, δεν έχει αυτοτελή νομικήπροσωπικότητα και διενεργεί απευθείας μερικές ή όλες τις πράξεις που αποτελούναναπόσπαστο τμήμα των δραστηριοτήτων του εν λόγω ιδρύματος. όλα ταυποκαταστήματα που έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα από ίδρυμα πληρωμών μεκεντρική διοίκηση σε άλλο κράτος μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου,θεωρούνται ως ένα υποκατάστημα. 30. "όμιλος": Όμιλος επιχειρήσεων που αποτελείται από μια μητρική επιχείρηση,τις θυγατρικές της και τις επιχειρήσεις στις οποίες η μητρική επιχείρηση ή οιθυγατρικές της διαθέτουν συμμετοχή, καθώς και από επιχειρήσεις που συνδέονταιμεταξύ τους κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 του άρθρου 42ε τουκωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 «Περί Ανωνύμων Εταιρειών» (Α' 37), όπως ισχύει. 31. "εθνικές κεντρικές τράπεζες": Οι εθνικές κεντρικές τράπεζες όλων των κρατώνμελών του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.
Άρθρο 5 (άρθρο 29 της Οδηγίας 2007/64) Απαγόρευση της παροχής υπηρεσιών πληρωμών από πρόσωπα πλην των φορέων παροχήςυπηρεσιών πληρωμών
Απαγορεύεται η παροχή υπηρεσιών πληρωμών, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποίαείτε δεν είναι φορείς παροχής υπηρεσιών πληρωμών, κατά την έννοια της παραγράφου1 του άρθρου 2 αυτού του νόμου είτε δεν εμπίπτουν ρητά στις εξαιρέσεις τωνδιατάξεων του άρθρου 3 αυτού του νόμου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΩΜΩΝ
Άρθρο 6 (άρθρο 28 της Οδηγίας 2007/64)
1. Οι φορείς παροχής υπηρεσιών πληρωμών έχουν δικαίωμα πρόσβασης στα συστήματαπληρωμών τα οποία λειτουργούν στην Ελλάδα και των οποίων ο διαχειριστής είναιεγκατεστημένος στην Ελλάδα, εφόσον είναι νομικά πρόσωπα, και είτε έχουν λάβειάδεια λειτουργίας σε κράτος μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, είτε έχουνκαταχωρηθεί στο μητρώο του άρθρου 15 αυτού του νόμου ή σε αντίστοιχο μητρώοάλλου κράτους μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. Οι κανόνες που διέπουν την πρόσβαση αυτών των φορέων παροχής υπηρεσιών σε αυτάτα συστήματα πληρωμών πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) να καθιερώνουν αντικειμενικά κριτήρια και να διασφαλίζουν μη διακριτικήμεταχείριση και αναλογικότητα. (β) να μην περιορίζουν την πρόσβαση σε βαθμό μεγαλύτερο εκείνου που είναιαναγκαίος με στόχο: i) τη διασφάλιση έναντι της έκθεσης σε συγκεκριμένους κινδύνους, όπως ενδεικτικάο κίνδυνος διακανονισμού, ο λειτουργικός κίνδυνος και ο επιχειρηματικόςκίνδυνος, και ii) την προστασία της χρηματοπιστωτικής και λειτουργικής σταθερότητας τουσυστήματος πληρωμών. 2. Οι φορείς διαχείρισης των συστημάτων πληρωμών που είναι εγκατεστημένοι στηνΕλλάδα δεν επιτρέπεται να επιβάλλουν στους φορείς παροχής υπηρεσιών πληρωμών,στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών, ή σε άλλα συστήματα πληρωμών: (α) περιοριστικές ρυθμίσεις αναφορικά με την αποτελεσματική συμμετοχή τους σεάλλα συστήματα πληρωμών, (β) ρυθμίσεις που καθιερώνουν διακριτική μεταχείριση μεταξύ των φορέων παροχήςυπηρεσιών πληρωμών, οι οποίοι είτε έχουν λάβει άδεια λειτουργίας είτε είναιεγγεγραμμένοι σε μητρώο, αναφορικά με τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τιςαπαιτήσεις τους ως συμμετεχόντων στο σύστημα πληρωμών, ή (γ) περιορισμούς που βασίζονται στο θεσμικό καθεστώς που διέπει τη λειτουργίατων συμμετεχόντων στο σύστημα πληρωμών. 3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται στα ακόλουθα συστήματα πληρωμών: (α) στα συστήματα πληρωμών που υπάγονται στις διατάξεις του νόμου 2789/2000«Προσαρμογή του ελληνικού δικαίου προς την Οδηγία 98/26/ΕΚ του ΕυρωπαϊκούΚοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19.5.1998 σχετικά με το αμετάκλητο τουδιακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμούχρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις» (Α' 21), (β) σε συστήματα πληρωμών, στα οποία συμμετέχουν αποκλειστικά φορείς παροχήςυπηρεσιών πληρωμών που εντάσσονται σε έναν όμιλο ο οποίος αποτελείται απόκεφαλαιακά συνδεόμενες επιχειρήσεις και στον οποίο μία από τις συνδεδεμένεςεπιχειρήσεις ασκεί πραγματικό έλεγχο επί των λοιπών, (γ) σε συστήματα πληρωμών όπου ένας και μόνον φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών,είτε ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο είτε ως μέλος ομίλου: i) ενεργεί ή μπορεί να ενεργεί ως φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών τόσο για τονπληρωτή όσο και για το δικαιούχο, ii) είναι αποκλειστικά αρμόδιος για τη διαχείριση του συστήματος, και iii) αδειοδοτεί άλλους φορείς παροχής υπηρεσιών πληρωμών, ώστε να συμμετέχουνστο σύστημα πληρωμών. Οι φορείς αυτοί δεν έχουν δικαίωμα να διαπραγματεύονταιτις μεταξύ τους αμοιβές αναφορικά με το σύστημα πληρωμών, μολονότι δικαιούνταινα καθορίζουν το τιμολόγιό τους έναντι πληρωτών και δικαιούχων. 4. Η Τράπεζα της Ελλάδος εξουσιοδοτείται να διασφαλίζει την τήρηση τωνπροβλεπομένων σε αυτό το άρθρο, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της για τηνεπίβλεψη των συστημάτων πληρωμών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΠΛΗΡΩΜΩΝ Άρθρο 7 (άρθρο 5 της Οδηγίας 2007/64) Αίτηση άδειας λειτουργίας
1. Για τη λήψη άδειας λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών στην Ελλάδα, οιενδιαφερόμενοι υποβάλλουν αίτηση στην Τράπεζα της Ελλάδος, συνοδευόμενη από ταακόλουθα στοιχεία: (α) Πρόγραμμα επιχειρηματικής δραστηριότητας, στο οποίο να αναφέρεται ειδικότερατο είδος των προγραμματιζόμενων να παρασχεθούν υπηρεσιών πληρωμών. (β) Επιχειρηματικό σχέδιο, το οποίο να περιλαμβάνει ιδίως πρόβλεψηπροϋπολογισμού για τα τρία πρώτα οικονομικά έτη και καταδεικνύει ότι ο αιτώνέχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί κατάλληλα και αναλογικά συστήματα, πόρους καιδιαδικασίες, που διασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία του. (γ) Στοιχεία που τεκμηριώνουν ότι το ίδρυμα πληρωμών διαθέτει το αρχικό κεφάλαιοπου ορίζεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 8 αυτού του νόμου. (δ) Για τα ιδρύματα πληρωμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 11αυτού του νόμου, περιγραφή των μέτρων που έχουν ληφθεί για τη διασφάλιση τωνκεφαλαίων των χρηστών υπηρεσιών πληρωμής, σύμφωνα με το άρθρο 11 αυτού τουνόμου. (ε) Περιγραφή του οργανωτικού πλαισίου διακυβέρνησης και του συστήματοςεσωτερικού ελέγχου του αιτούντος περιλαμβανομένων των διοικητικών και λογιστικώνδιαδικασιών και των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων, που να καταδεικνύει ότι τοοργανωτικό πλαίσιο διακυβέρνησης, το σύστημα εσωτερικού ελέγχου και οιδιαδικασίες είναι αναλογικές, κατάλληλες, ορθές και επαρκείς. (στ) Περιγραφή του συστήματος εσωτερικού ελέγχου που έχει θεσπίσει ο αιτών προςτο σκοπό της συμμόρφωσής του με τις διατάξεις του νόμου 3691/2008 «Πρόληψη καικαταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τηςχρηματοδότησης της τρομοκρατίας και άλλες διατάξεις» (ΑΊ66), και του Κανονισμού(ΕΚ) αριθ. 1781/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ηςΝοεμβρίου 2006, «περί των πληροφοριών για τον πληρωτή που συνοδεύουν τιςμεταφορές χρηματικών ποσών» (EE L 345). (ζ) Περιγραφή της οργανωτικής δομής του αιτούντος, που να περιλαμβάνει, εφόσονσυντρέχει περίπτωση, τη σκοπούμενη χρήση αντιπροσώπων και υποκαταστημάτων, τιςρυθμίσεις για τις αναθέσεις δραστηριοτήτων σε τρίτους καθώς και τη συμμετοχή τουσε εθνικό ή διεθνές σύστημα πληρωμών. (η) Την ταυτότητα των προσώπων που κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, ειδικές συμμετοχέςστο ίδρυμα πληρωμών, κατά την έννοια της παραγράφου 13 του άρθρου 2 του νόμου3601/2007, το μέγεθος της συμμετοχής τους, καθώς και στοιχεία για τηνκαταλληλότητά τους, ενόψει της ανάγκης να διασφαλισθεί η χρηστή και συνετήδιοίκηση του ιδρύματος πληρωμών (θ) Την ταυτότητα των διευθυντικών στελεχών και των προσώπων που θα είναιυπεύθυνα για τη διοίκηση του ιδρύματος πληρωμών και, εφόσον συντρέχει περίπτωση,των προσώπων που θα είναι υπεύθυνα για τη διεύθυνση των δραστηριοτήτων υπηρεσιώνπληρωμών του ιδρύματος, καθώς και στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι ταπρόσωπα αυτά έχουν καλή φήμη και διαθέτουν τις κατάλληλες γνώσεις και εμπειρίαγια την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, (ι) Εφόσον συντρέχει περίπτωση, την ταυτότητα των ορκωτών ελεγκτών ή τωνεταιρειών ορκωτών ελεγκτών, κατά την έννοια του νόμου 3693/2008 «Εναρμόνιση τηςελληνικής νομοθεσίας με την Οδηγία 2006/43/ΕΚ περί υποχρεωτικών ελέγχων τωνετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, για την τροποποίηση των Οδηγιών78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της Οδηγίας84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου και άλλες διατάξεις» (ΑΊ74), (ια) τη νομική φύση και το καταστατικό του αιτούντος, και (ιβ) τη διεύθυνση της κεντρικής διοίκησης του αιτούντος. Για τους σκοπούς των περιπτώσεων (δ), (ε) και (ζ) αυτού του άρθρου, ο αιτώνπαρέχει περιγραφή των οργανωτικών ρυθμίσεων και των ρυθμίσεων που έχει θεσπίσειγια την άσκηση ελέγχου ώστε να λαμβάνονται όλα τα εύλογα μέτρα για την προστασίατων συμφερόντων των χρηστών του και να διασφαλίζεται η αδιάλειπτη λειτουργία καιαξιόπιστη παροχή των υπηρεσιών πληρωμών. 2. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος εξειδικεύονται οι προϋποθέσεις και ηδιαδικασία για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας.
Άρθρο 8 (άρθρο 6 της Οδηγίας 2007/64) Αρχικό κεφάλαιο Τα ιδρύματα πληρωμών υποχρεούνται, κατά την έκδοση της άδειας λειτουργίας τους,να διαθέτουν αρχικό κεφάλαιο, το οποίο συντίθεται από τα στοιχεία που ορίζονταιστην παράγραφο 4, του άρθρου 2 του νόμου 3601/2007, ως εξής: (α) εφόσον το ίδρυμα πληρωμών παρέχει μόνον την υπηρεσία πληρωμών που αναφέρεταιστην παράγραφο 3 περίπτωση (ζ) του άρθρου 4 αυτού του νόμου, το κεφάλαιό του δενπρέπει ποτέ να υπολείπεται του ποσού των 20.000 ευρώ, (β) εφόσον το ίδρυμα πληρωμών παρέχει τις υπηρεσίες πληρωμών που αναφέρονταιστην περίπτωση (η) της παραγράφου 3 του άρθρου 4 αυτού του νόμου, το κεφάλαιότου δεν πρέπει ποτέ να υπολείπεται του ποσού των 50.000 ευρώ, και (γ) εφόσον το ίδρυμα πληρωμών παρέχει οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες πληρωμών πουαναφέρονται στις περιπτώσεις (α) έως (στ) της παραγράφου 3 του άρθρου 4, τοκεφάλαιό του δεν πρέπει ποτέ να υπολείπεται του ποσού των 125.000 ευρώ.
Άρθρο 9 (άρθρο 7 της Οδηγίας 2007/64) Ίδια κεφάλαια 1. Τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών, όπως αυτά ορίζονται στην ΠΔ/ΤΕ2587/20.8.2007 «Ορισμός των ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουντην έδρα τους στην Ελλάδα» (Β' 1738), δεν επιτρέπεται να υπολείπονται τουμεγαλύτερου από τα ποσά που απαιτούνται σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 10 αυτού τουνόμου. 2. Δεν επιτρέπεται η πολλαπλή χρήση στοιχείων επιλέξιμων ως ιδίων κεφαλαίων,εφόσον το ίδρυμα πληρωμών ανήκει στον ίδιο όμιλο με άλλο ίδρυμα πληρωμών,πιστωτικό ίδρυμα, επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, εταιρεία διαχείρισηςπεριουσιακών στοιχείων ή ασφαλιστική επιχείρηση. Οι διατάξεις αυτής τηςπαραγράφου εφαρμόζονται, επίσης, όταν ένα ίδρυμα πληρωμών ασκεί καιδραστηριότητες άλλες εκτός από την παροχή υπηρεσιών πληρωμών που αναφέρονταιστην παράγραφο 3 του άρθρου 4 αυτού του νόμου. 3. Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 31 του νόμου 3601/2007, ηΤράπεζα της Ελλάδος δύναται να επιλέξει τη μη εφαρμογή του άρθρου 10 αυτού τουνόμου στα ιδρύματα πληρωμών που περιλαμβάνονται Άρθρο 10 (άρθρο 8 της Οδηγίας 2007/64) Υπολογισμός ιδίων κεφαλαίων
1. Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων αρχικού κεφαλαίου κατά τα οριζόμενα στοάρθρου 8 αυτού του νόμου, τα ιδρύματα πληρωμών υποχρεούνται να διατηρούν, σεσυνεχή βάση, ίδια κεφάλαια, που υπολογίζονται σύμφωνα με μια από τις ακόλουθεςτρεις μεθόδους, σύμφωνα με τα οριζόμενα από την Τράπεζα της Ελλάδος με σχετικήαπόφασή της:
Μέθοδος Α Τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών πρέπει να ανέρχονται σε ποσό τουλάχιστονίσο με το 10% των παγίων εξόδων τους κατά το προηγούμενο έτος. Η Τράπεζα τηςΕλλάδος δύναται να αναπροσαρμόζει την απαίτηση αυτή σε περίπτωση ουσιώδουςαλλαγής των δραστηριοτήτων του ιδρύματος πληρωμών σε σχέση με το προηγούμενοέτος. Αν το ίδρυμα πληρωμών, κατά την ημερομηνία υπολογισμού, δεν έχει συμπληρώσειολόκληρο έτος επιχειρηματικής δραστηριότητας, πρέπει τα ίδια κεφάλαια πουοφείλει να διαθέτει να ανέρχονται σε ποσό τουλάχιστον ίσο με το 10% τωναντιστοίχων παγίων εξόδων που προβλέπονται στο επιχειρηματικό του σχέδιο, εκτόςαν η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτήσει την αναπροσαρμογή αυτού του σχεδίου.
ΜέθοδοςB Τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών ανέρχονται σε ποσό τουλάχιστον ίσο με τοάθροισμα των ακολούθων στοιχείων, πολλαπλασιαζόμενο με συντελεστή προσαύξησης(k), όπως αυτός ορίζεται στην παράγραφο 2 αυτού του άρθρου, όπου ο όγκοςπληρωμών αντιπροσωπεύει το ένα δωδέκατο του συνολικού ποσού των συναλλαγώνπληρωμής που εκτέλεσε το ίδρυμα πληρωμών κατά το προηγούμενο έτος: (α) 4,0% του μεριδίου του όγκου πληρωμών για ποσό μέχρι 5 εκατομμύρια ευρώ, και (β) 2,5% του μεριδίου του όγκου πληρωμών για ποσό άνω των 5 εκατομμυρίων ευρώκαι μέχρι 10 εκατομμύρια ευρώ, και (γ) 1% του μεριδίου του όγκου πληρωμών για ποσό άνω των 10 εκατομμυρίων ευρώ καιμέχρι 100 εκατομμύρια ευρώ, και (δ) 0,5% του μεριδίου του όγκου πληρωμών για ποσό άνω των 100 εκατομμυρίων ευρώκαι μέχρι 250 εκατομμύρια ευρώ, και (ε) 0,25% του μεριδίου του όγκου πληρωμών για ποσό άνω των 250 εκατομμυρίωνευρώ.
Μέθοδος Γ Τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών ανέρχονται σε ποσό τουλάχιστον ίσο με τοσχετικό δείκτη που ορίζεται στο σημείο (α) πολλαπλασιαζόμενο με το συντελεστήπου ορίζεται στο σημείο (β) και με συντελεστή προσαύξησης (k), όπως αυτόςορίζεται στην παράγραφο 2 αυτού του άρθρου: (α) Ο σχετικός δείκτης είναι το άθροισμα των εξής: i) εισόδημα από τόκους, ii) έξοδα από τόκους, iii) εισπραχθείσες προμήθειες και αμοιβές και iv) άλλα λειτουργικά έσοδα. Κάθε στοιχείο περιλαμβάνεται στο άθροισμα με το πρόσημό του, θετικό ή αρνητικό.Έκτακτα ή μη επαναλαμβανόμενα έσοδα δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό τουσχετικού δείκτη. Οι δαπάνες για την ανάθεση δραστηριοτήτων σε τρίτουςεπιτρέπεται να μειώνουν το σχετικό δείκτη, αν καταβάλλονται σε επιχειρήσεις πουυπόκεινται σε εποπτεία σύμφωνα με αυτό το νόμο. Ο σχετικός δείκτης υπολογίζεται με βάση τις παρατηρήσεις δωδεκαμήνου στο τέλοςτης προηγούμενης οικονομικής χρήσης και επί του τελευταίου οικονομικού έτους. Ωστόσο, τα ίδια κεφάλαια που υπολογίζονται σύμφωνα με τη μέθοδο Γ δεν πρέπει ναυπολείπονται του 80% του μέσου όρου των τριών προηγουμένων οικονομικών ετών γιατον σχετικό δείκτη. Αν δεν είναι διαθέσιμα ελεγμένα στοιχεία, επιτρέπεται ηχρήση επιχειρηματικών εκτιμήσεων. (β) Ο συντελεστής πολλαπλασιασμού είναι: (i) το 10% του μέρους του μεριδίου του σχετικού δείκτη για ποσά μέχρι 2,5εκατομμύρια ευρώ, (ii) 8% του μεριδίου του σχετικού δείκτη για ποσά από 2,5 εκατομμύρια ευρώ μέχρι5 εκατομμύρια ευρώ, (iii) 6% του μεριδίου του σχετικού δείκτη για ποσά από 5 εκατομμύρια ευρώ μέχρι25 εκατομμύρια ευρώ, (iv) 3% του μεριδίου του σχετικού δείκτη για ποσά από 25 εκατομμύρια ευρώ μέχρι50 εκατομμύρια ευρώ, (v) 1,5% για ποσά άνω των 50 εκατομμυρίων ευρώ. 2. Ο συντελεστής προσαύξησης (k) που χρησιμοποιείται στις μεθόδους Β και Γ τηςπαραγράφου 1 αυτού του άρθρου είναι: (α) 0,5, όταν το ίδρυμα πληρωμών παρέχει μόνον την υπηρεσία πληρωμών πουαναφέρεται στην περίπτωση (ζ) της παραγράφου 3 του άρθρου 4 αυτού του νόμου, (β) 0,8, όταν το ίδρυμα πληρωμών παρέχει την υπηρεσία πληρωμών που αναφέρεταιστην περίπτωση (η) της παραγράφου 3 του άρθρου 4 αυτού του νόμου, (γ) 1, όταν το ίδρυμα πληρωμών παρέχει οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες πληρωμώνπου αναφέρονται στις περιπτώσεις (α) έως (στ) της παραγράφου 3 του άρθρου 4,αυτού του νόμου. 3. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, βασιζόμενη στην αξιολόγηση των διαδικασιώνδιαχείρισης κινδύνων, της βάσης δεδομένων ζημιογόνων γεγονότων και τουσυστήματος εσωτερικού ελέγχου του ιδρύματος πληρωμών, να απαιτεί από το ίδρυμαπληρωμών να κατέχει ποσό ιδίων κεφαλαίων έως 20% υψηλότερο του ποσού που θαπροέκυπτε από την εφαρμογή της μεθόδου υπολογισμού των ιδίων κεφαλαίων ή ναεπιτρέπει στο ίδρυμα πληρωμών να κατέχει ποσό ιδίων κεφαλαίων έως 20% χαμηλότεροτου εν λόγω ποσού.
Άρθρο 11 (άρθρο 9 της Οδηγίας 2007/64) Υποχρεώσεις διασφάλισης
1. Η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί από τα ιδρύματα πληρωμών, τα οποία παρέχουνοποιαδήποτε από τις υπηρεσίες πληρωμών που αναφέρονται στην παράγραφο 3 τουάρθρου 4 αυτού του νόμου και ταυτόχρονα ασκούν και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που αναφέρονται στην περίπτωση (γ) της παραγράφου1 του άρθρου 18 αυτού του νόμου να διασφαλίζουν τα χρηματικά ποσά τα οποίαλαμβάνουν από τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών ή μέσω άλλου φορέα παροχήςυπηρεσιών πληρωμών, για την εκτέλεση συναλλαγών πληρωμής, ως ακολούθως: (α) είτε: (i) τα χρηματικά αυτά ποσά ουδέποτε αναμειγνύονται με χρηματικά ποσά φυσικών ήνομικών προσώπων διαφορετικών από τους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών στο όνομα τωνοποίων αυτά κατέχονται και, εφόσον βρίσκονται ακόμη στην κατοχή του ιδρύματος πληρωμών και δεν έχουν καταβληθεί στο δικαιούχο ούτε έχουν μεταφερθεί σε άλλονφορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών μέχρι το τέλος της εργάσιμης ημέρας που έπεταιτης ημέρας λήψης τους, κατατίθενται σε χωριστό λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα ή επενδύονται σε ασφαλή και ρευστά στοιχεία χαμηλού κινδύνου, τα οποίακαθορίζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, και (ii) απομονώνονται,σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, προς το συμφέρον των χρηστών των υπηρεσιώνπληρωμών, έναντι αξιώσεων άλλων πιστωτών του ιδρύματος πληρωμών, ιδίως σε περίπτωση έναρξηςδιαδικασίας εκκαθάρισης, (β) είτε καλύπτονται από ασφάλιση ή αντίστοιχη εγγύηση από ασφαλιστικήεπιχείρηση ή πιστωτικό ίδρυμα που δεν ανήκει στον ίδιο όμιλο με το ίδρυμαπληρωμών, για ποσό ίσο με αυτό που θα έπρεπε να διαχωριστεί από την περιουσίατου ιδρύματος πληρωμών και να καταβληθεί, σε περίπτωση που δεν υπήρχε τέτοιαασφάλιση ή εγγύηση και το οποίο θα έπρεπε να καταβληθεί εφόσον το ίδρυμαπληρωμών βρισκόταν σε αδυναμία εκπλήρωσης των οικονομικών του υποχρεώσεων. 2. Όταν ένα ίδρυμα πληρωμών υποχρεούται να διασφαλίζει χρηματικά ποσά σύμφωνα μετην παράγραφο 1 αυτού του άρθρου και μέρος των χρηματικών αυτών ποσώνπροορίζεται για χρήση σε μελλοντικές συναλλαγές πληρωμής, ενώ το υπόλοιπο γιαυπηρεσίες άλλες εκτός των υπηρεσιών πληρωμών, το μέρος των χρηματικών ποσών πουπροορίζεται για μελλοντικές συναλλαγές πληρωμής υπόκειται επίσης στις απαιτήσειςτης παραγράφου 1 αυτού του άρθρου. 3. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να απαιτεί από τα ιδρύματα πληρωμών, τα οποίαδεν ασκούν τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που αναφέρονται στην περίπτωση (γ)της παραγράφου 1 του άρθρου 18 αυτού του νόμου, να τηρούν επίσης τις υποχρεώσειςδιασφάλισης που απορρέουν από τις διατάξεις της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου. Άρθρο 12 (άρθρο 10 της Οδηγίας 2007/64) Χορήγηση άδειας λειτουργίας 1. Επιχειρήσεις, εκτός των αναφερομένων στις περιπτώσεις (α), (β), (γ), (ε) και(στ) της παραγράφου 1 του άρθρου 2 αυτού του νόμου και των εξαιρούμενων δυνάμειτης παραγράφου 10 του ίδιου άρθρου, οι οποίες προτίθενται να παρέχουν υπηρεσίεςπληρωμών, υποχρεούνται να λάβουν άδεια λειτουργίας ως ιδρύματα πληρωμών πριν απότην έναρξη παροχής υπηρεσιών πληρωμών. Άδεια λειτουργίας χορηγείται μόνον σενομικά πρόσωπα, που είναι εγκατεστημένα στην Ελλάδα και έχουν τη νομική μορφήανώνυμης εταιρείας, εκτός αν παρέχουν αποκλειστικά τις υπηρεσίες των περιπτώσεων(ζ) και (η) της παραγράφου 3 του άρθρου 4 αυτού του νόμου. 2. Η Τράπεζα της Ελλάδος χορηγεί άδεια λειτουργίας εφόσον κρίνει ότι οιπληροφορίες και τα στοιχεία που συνοδεύουν την αίτηση πληρούν όλες τιςαπαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 7 αυτού του νόμου και μετά από διεξοδικήεξέταση της αίτησης καταλήξει σε θετική συνολική αξιολόγηση αυτής Πριν από τηχορήγηση της άδειας λειτουργίας, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, εφόσον συντρέχειπερίπτωση, να συμβουλευτεί άλλες αρμόδιες δημόσιες αρχές. 3. Κάθε ίδρυμα πληρωμών με καταστατική έδρα στην Ελλάδα οφείλει να έχει και τηνκεντρική διοίκησή του στην Ελλάδα. 4. Η Τράπεζα της Ελλάδος χορηγεί άδεια μόνον αν, ενόψει της ανάγκης διασφάλισηςχρηστής και συνετής διοίκησης ενός ιδρύματος πληρωμών, αυτό διαθέτει αξιόπιστοσύστημα διακυβέρνησης αναφορικά με τις παρεχόμενες υπηρεσίες πληρωμών, το οποίοπεριλαμβάνει σαφή οργανωτική δομή, με σαφώς προσδιορισμένες, διαφανείς καισυνεκτικές γραμμές ευθύνης, αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης,παρακολούθησης και αναφορών των κινδύνων στους οποίους εκτίθεται ή ενδέχεται ναεκτεθεί το ίδρυμα πληρωμών, καθώς και κατάλληλα συστήματα εσωτερικού ελέγχου,περιλαμβανομένων των καταλλήλων διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών. Το σύστημα, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί οφείλουν να είναι διεξοδικοί καιανάλογοι με τη φύση, την έκταση και την πολυπλοκότητα των υπηρεσιών πληρωμών πουπαρέχει το ίδρυμα πληρωμών. 5. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να αποκλείει την άσκηση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων άλλων πλην των υπηρεσιών πληρωμών (α) είτε την οικονομική ευρωστία των ιδρυμάτων πληρωμών, (β) είτε την ικανότητα της Τράπεζας της Ελλάδος να ελέγχει τη συμμόρφωση τωνιδρυμάτων πληρωμών προς τις υποχρεώσεις που καθορίζονται με αυτόν το νόμο. 6. Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν χορηγεί άδεια λειτουργίας αν, λαμβάνοντας υπόψη τηνανάγκη διασφάλισης της χρηστής και συνετής διοίκησης του ιδρύματος πληρωμών, δενέχει πεισθεί ως προς την καταλληλότητα των μετόχων ή των προσώπων που κατέχουνειδικές συμμετοχές. 7. Όταν υπάρχουν στενοί δεσμοί, κατά την έννοια της παραγράφου 16 του άρθρου 2του νόμου 3601/2007, μεταξύ του ιδρύματος πληρωμών και άλλων φυσικών ή νομικώνπροσώπων, η Τράπεζα της Ελλάδος χορηγεί άδεια λειτουργίας μόνον αν οι δεσμοίαυτοί δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών αρμοδιοτήτωντης. 8. Η Τράπεζα της Ελλάδος χορηγεί άδεια λειτουργίας μόνον αν οι νομοθετικές,κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας που διέπουν ένα ή περισσότεραφυσικά ή νομικά πρόσωπα, με τα οποία το ίδρυμα πληρωμών έχει στενούς δεσμούς ήοι τυχόν δυσχέρειες τήρησης των εν λόγω νομοθετικών κανονιστικών ή διοικητικώνδιατάξεων δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών αρμοδιοτήτωντης. 9. Η άδεια λειτουργίας του ιδρύματος πληρωμών ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη καιεπιτρέπει στο ίδρυμα πληρωμών την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, που καλύπτονται απόαυτήν, σε ολόκληρο τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο είτε υπό καθεστώς ελεύθερηςπαροχής υπηρεσιών είτε υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης.
Άρθρο 13 (άρθρο 11 της Οδηγίας 2007/64) Γνωστοποίηση της απόφασης
Εντός τριών μηνών από την παραλαβή της αίτησης ή, εφόσον η αίτηση είναι ελλιπής,εντός τριών (3) μηνών από την παραλαβή όλων των πληροφοριών που απαιτούνται γιατη λήψη απόφασης, η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει τον αιτούντα αν η αίτησή τουέγινε δεκτή ή απερρίφθη. Η απόρριψη της αίτησης πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Άρθρο 14 (άρθρο 12 της Οδηγίας 2007/64) Ανάκληση της άδειας λειτουργίας
1. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών μόνον εφόσον: (α) το ίδρυμα πληρωμών δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός δώδεκα (12)μηνών, παραιτείται ρητώς από αυτήν ή έχει πάψει τη δραστηριότητά του για χρονικήπερίοδο μεγαλύτερη των έξι (6) μηνών, (β) το ίδρυμα πληρωμών έχει αποκτήσει την άδεια λειτουργίας βάσει ψευδώνδηλώσεων ή με οποιοδήποτε άλλο παράνομο μέσο, (γ) το ίδρυμα πληρωμών δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις υπό τις οποίεςχορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας, (δ) η συνέχιση της παροχής υπηρεσιών πληρωμών από το ίδρυμα πληρωμών θααποτελούσε απειλή για τη σταθερότητα του συστήματος πληρωμών, ή (ε) συντρέχουν άλλες προϋποθέσεις ανακλήσεως άδειας λειτουργίας που προβλέπονταιαπό την κείμενη νομοθεσία. 2. Η ανάκληση της άδειας λειτουργίας αιτιολογείται και κοινοποιείται στους ενδιαφερομένους.
Άρθρο 15 (άρθρο 13 της Οδηγίας 2007/64) Καταχώριση σε μητρώο 1. Καταρτίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος δημόσιο μητρώο των ιδρυμάτωνπληρωμών, των αντιπροσώπων και των υποκαταστημάτων τους που δικαιούνται, βάσειτων διατάξεων αυτού του νόμου, να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών. 2. Το μητρώο προσδιορίζει τις υπηρεσίες πληρωμών για τις οποίες έχει χορηγηθείάδεια λειτουργίας στο ίδρυμα πληρωμών ή για τις οποίες το φυσικό ή νομικόπρόσωπο, που ενεργεί ως αντιπρόσωπος ιδρύματος πληρωμών, έχει καταχωρηθεί στομητρώο. Το μητρώο είναι διαθέσιμο στο κοινό, προσβάσιμο ηλεκτρονικά καιενημερώνεται σε τακτή βάση. 3. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζονται οι τεχνικές λεπτομέρειες γιατην τήρηση και ενημέρωση του μητρώου και την πρόσβαση του κοινού σε αυτό.
Άρθρο 16 (άρθρο 14 της Οδηγίας 2007/64) Μεταβολή στοιχείων
Αν επέλθει οποιαδήποτε μεταβολή σε σχέση με τις πληροφορίες και τα στοιχεία πουπροβλέπονται στο άρθρο 7 αυτού του νόμου, το ίδρυμα πληρωμών ενημερώνει χωρίςυπαίτια καθυστέρηση την Τράπεζα της Ελλάδος.
Άρθρο 17 (άρθρο 15 της Οδηγίας 2007/64) Λογιστικός και καταστατικός έλεγχος 1. Οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 τουΕυρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Ιουλίου 2002 «για τηνεφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων» (ΕΕ L 243) εφαρμόζονται αναλόγως σταιδρύματα πληρωμών. 2. Αν δεν εξαιρούνται δυνάμει του κ.ν. 2190/1920, οι ετήσιοι και οι ενοποιημένοιλογαριασμοί των ιδρυμάτων πληρωμών ελέγχονται από ορκωτούς ελεγκτές ή εταιρείεςορκωτών ελεγκτών κατά την έννοια του νόμου 3693/2008. 3. Για εποπτικούς σκοπούς, τα ιδρύματα πληρωμών παρέχουν χωριστές λογιστικέςπληροφορίες για τις υπηρεσίες πληρωμών που αναφέρονται στο άρθρο 4, σημείο 3,αυτού του νόμου και για τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 18,παράγραφος 1, αυτού του νόμου, οι οποίες πρέπει να περιλαμβάνονται σε έκθεσηορκωτού ελεγκτή. Η έκθεση εκπονείται, εφόσον συντρέχει περίπτωση, από ορκωτούςελεγκτές ή εταιρείες ορκωτών ελεγκτών. 4. Αναφορικά με τις δραστηριότητες υπηρεσιών πληρωμών, οι υποχρεώσεις του άρθρου61 του νόμου 3601/2007, εφαρμόζονται αναλόγως στους ορκωτούς ελεγκτές ή τιςεταιρείες ορκωτών ελεγκτών των ιδρυμάτων πληρωμών. Άρθρο 18 (άρθρο 16 της Οδηγίας 2007/64) Δραστηριότητες
1. Εκτός από την παροχή των υπηρεσιών πληρωμών που αναφέρονται στην παράγραφο 3του άρθρου 4 αυτού του νόμου, τα ιδρύματα πληρωμών δύνανται υπό την επιφύλαξητης παραγράφου 5 του άρθρου 12 αυτού του νόμου, να ασκούν τις ακόλουθεςδραστηριότητες: (α) παροχή λειτουργικών και στενά συνδεομένων επικουρικών υπηρεσιών, όπως ηδιασφάλιση της εκτέλεσης των συναλλαγών πληρωμής, υπηρεσίες συναλλάγματος,υπηρεσίες φύλαξης, καθώς και υπηρεσίες αποθήκευσης και επεξεργασίας δεδομένων, (β) λειτουργία συστημάτων πληρωμών, με την επιφύλαξη του άρθρου 6 αυτού τουνόμου, και (γ) επιχειρηματικές δραστηριότητες εκτός της παροχής υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωναμε την κείμενη νομοθεσία και με την επιφύλαξη των προβλεπομένων στην παράγραφο 5του άρθρου 12 αυτού του νόμου. 2. Όταν τα ιδρύματα πληρωμών παρέχουν μία ή περισσότερες από τις υπηρεσίεςπληρωμών που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 4 αυτού του νόμου, δύνανταινα τηρούν μόνον λογαριασμούς πληρωμών που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά γιασυναλλαγές πληρωμής. Η αποδοχή εκ μέρους των ιδρυμάτων πληρωμών χρηματικών ποσώναπό χρήστες υπηρεσιών πληρωμών για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών δεν συνιστάαποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων, κατά την έννοια τωνπαραγράφων 1 και 3 του άρθρου 4 του νόμου 3601/2007 ή έκδοση ηλεκτρονικούχρήματος, κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 4 του νόμου 3601/2007. 3. Τα ιδρύματα πληρωμών δύνανται να παρέχουν πίστωση σε σχέση με τις υπηρεσίεςπληρωμών που αναφέρονται στις περιπτώσεις (ε), (στ) ή (η) της παραγράφου 3 τουάρθρου 4 αυτού του νόμου, μόνον αν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθεςπροϋποθέσεις: (α) η πίστωση είναι επικουρική και χορηγείται αποκλειστικά για την εκτέλεση μιαςσυναλλαγής πληρωμής, (β) με την επιφύλαξη της κείμενης νομοθεσίας για την παροχή πιστώσεων μέσωπιστωτικής κάρτας, η πίστωση που χορηγείται σε σχέση με μια πληρωμή καιεκτελείται σύμφωνα με την παράγραφο 9 του άρθρου 12 και το άρθρο 27 αυτού τουνόμου είναι αποπληρωτέα εντός σύντομου χρονικού διαστήματος που δεν υπερβαίνειτους δώδεκα (12) μήνες, (γ) η πίστωση αυτή δεν χορηγείται από χρηματικά ποσά που έχουν ληφθεί ήτηρούνται για τους σκοπούς εκτέλεσης συναλλαγής πληρωμής, και (δ) τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών είναι σε διαρκή βάση, κατά την κρίσητης Τράπεζας της Ελλάδος, επαρκή σε σχέση με το συνολικό ποσό των πιστώσεων πουέχουν χορηγηθεί. 4. Τα ιδρύματα πληρωμών δεν επιτρέπεται να ασκούν τη δραστηριότητα της αποδοχήςκαταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων, κατά την έννοια των παραγράφων 1 και3 του άρθρου 4 του νόμου 3601/2007.
Άρθρο 19 (άρθρο 17 της Οδηγίας 2007/64) Άσκηση δραστηριοτήτων από αντιπροσώπους, υποκαταστήματα ή επιχειρήσεις στιςοποίες έχει γίνει ανάθεση δραστηριοτήτων
1. Αν το ίδρυμα πληρωμών προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών μέσω αντιπροσώπου, κοινοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος: (α) το όνομα ή την επωνυμία, καθώς και τη διεύθυνση του αντιπροσώπου, (β) περιγραφή του συστήματος εσωτερικού ελέγχου που θα χρησιμοποιεί οαντιπρόσωπος για την τήρηση των υποχρεώσεων του για την καταπολέμηση τηςνομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης τηςτρομοκρατίας, σύμφωνα με το νόμο 3691/2008, και (γ) την ταυτότητα των διευθυντικών στελεχών και των υπευθύνων διοίκησης τουαντιπροσώπου που θα χρησιμοποιηθούν για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, καθώς καιστοιχεία από τα οποία να προκύπτει η καταλληλότητα και η εντιμότητα των προσώπωναυτών. 2. Όταν η Τράπεζα της Ελλάδος λάβει τις πληροφορίες της παραγράφου 1 αυτού τουάρθρου, δύναται να εγγράψει τον αντιπρόσωπο στο μητρώο που προβλέπεται στο άρθρο15 αυτού του νόμου. 3. Πριν από την εγγραφή του αντιπροσώπου στο μητρώο, η Τράπεζα της Ελλάδοςδύναται, αν θεωρεί ότι οι πληροφορίες που της παρασχέθηκαν δεν είναι ορθές, ναπροβεί σε περαιτέρω ενέργειες για την επαλήθευσή τους. 4. Αν, μετά τις ενέργειες στις οποίες προέβη η Τράπεζα της Ελλάδος για τηνεπαλήθευση των πληροφοριών δεν έχει πεισθεί ότι οι πληροφορίες που τηςπαρασχέθηκαν βάσει της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου είναι ορθές, αρνείται τηνεγγραφή του αντιπροσώπου στο μητρώο που προβλέπεται στο άρθρο 15 αυτού τουνόμου. 5. Αν ίδρυμα πληρωμών επιθυμεί να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών σε άλλο κράτοςμέλος μέσω αντιπροσώπου, ακολουθεί τις διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 27αυτού του νόμου. Στην περίπτωση αυτή, πριν από την εγγραφή του αντιπροσώπουσύμφωνα με αυτό το άρθρο, η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει την αρμόδια αρχή τουκράτους μέλους υποδοχής για την πρόθεσή της να εγγράψει τον αντιπρόσωπο στομητρώο που προβλέπεται στο άρθρο 15 αυτού του νόμου και λαμβάνει υπόψη τη γνώμητης. 6. Αν η Τράπεζα της Ελλάδος, ενεργώντας υπό την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής τουκράτους μέλους υποδοχής, έχει βάσιμες υπόνοιες ότι, σε συνδυασμό με τηνπροτιθέμενη πρόσληψη του αντιπροσώπου ή την ίδρυση του υποκαταστήματος,διαπράττεται ή έχει διαπραχθεί ή έχει επιχειρηθεί νομιμοποίηση εσόδων απόπαράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας κατά την έννοια τουνόμου 3691/2008 ή ότι η πρόσληψη του αντιπροσώπου ή η ίδρυση του υποκαταστήματοςενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομεςδραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ενημερώνει την αρμόδια αρχήτου κράτους μέλους καταγωγής ώστε να κρίνει εάν θα αρνηθεί την εγγραφή τουαντιπροσώπου ή του υποκαταστήματος ή, εφόσον έχει ήδη προχωρήσει σε αυτήν, νααποφασίσει την τυχόν ανάκληση της εγγραφής αυτής. Την ίδια δυνατότητα έχει και ηΤράπεζα της Ελλάδος ενεργώντας υπό την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής του κράτουςμέλους καταγωγής, εφόσον λάβει αντίστοιχη προς την ανωτέρω ενημέρωση από τηναρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής. 7. Αν ίδρυμα πληρωμών προτίθεται να αναθέσει λειτουργικές δραστηριότητεςυπηρεσιών πληρωμών σε τρίτους, ενημερώνει σχετικά την Τράπεζα της Ελλάδος. Ηεξωτερική ανάθεση σημαντικών λειτουργικών δραστηριοτήτων δεν μπορεί να γίνεταικατά τρόπο που βλάπτει σημαντικά την ποιότητα του συστήματος εσωτερικού ελέγχουτου ιδρύματος πληρωμών και την ικανότητα της Τράπεζας της Ελλάδος να ελέγχει τησυμμόρφωση του ιδρύματος πληρωμών με όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τιςδιατάξεις αυτού του νόμου. Για τους σκοπούς του προηγουμένου εδαφίου, μια λειτουργική δραστηριότηταθεωρείται σημαντική αν η πλημμελής εκτέλεση ή η μη εκτέλεσή της θα έβλαπτεουσιωδώς τη διαρκή συμμόρφωση του ιδρύματος πληρωμών με τις απαιτήσεις βάσει τωνοποίων χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας του σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού τουκεφαλαίου ή τις λοιπές υποχρεώσεις του που απορρέουν από τις διατάξεις αυτού τουνόμου ή τις οικονομικές επιδόσεις ή την οικονομική ευρωστία του ή τη συνέχισητης παροχής υπηρεσιών πληρωμών. Όταν ίδρυμα πληρωμών αναθέτει σημαντικές λειτουργικές δραστηριότητες σε τρίτους,οφείλει να συμμορφώνεται με τους ακόλουθους όρους: (α) η εξωτερική ανάθεση να μην έχει ως αποτέλεσμα την μεταβίβαση / εκχώρησηευθυνών των ανωτέρων διευθυντικών στελεχών, (β) να μην μεταβάλλονται η σχέση και οι υποχρεώσεις του ιδρύματος πληρωμώνέναντι των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του νόμου, (γ) να μη θίγονται οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί το ίδρυμα πληρωμών γιατην έκδοση και διατήρηση της άδειας λειτουργίας του, και (δ) να μην καταργείται ή τροποποιείται οποιαδήποτε από τις λοιπές προϋποθέσειςβάσει των οποίων χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας του ιδρύματος πληρωμών. 8. Το ίδρυμα πληρωμών διασφαλίζει ότι οι αντιπρόσωποι και τα υποκαταστήματά τουπου ενεργούν για λογαριασμό του ενημερώνουν για το γεγονός αυτό τους χρήστεςυπηρεσιών πληρωμών.
Άρθρο 20 (άρθρο 18 της Οδηγίας 2007/64) Ευθύνη 1. Τα ιδρύματα πληρωμών, τα οποία αναθέτουν σε τρίτους την άσκηση λειτουργικώνδραστηριοτήτων τους, λαμβάνουν εύλογα μέτρα προκειμένου να διασφαλίζεται ησυμμόρφωσή τους προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από διατάξεις αυτού τουνόμου. 2. Τα ιδρύματα πληρωμών έχουν την πλήρη ευθύνη για τις πράξεις ή παραλείψεις τωνυπαλλήλων, των αντιπροσώπων, των υποκαταστημάτων τους, και των τρίτων προσώπωνστα οποία αναθέτουν δραστηριότητες.
Άρθρο 21 (άρθρο 19 της Οδηγίας 2007/64) Τήρηση αρχείου Τα ιδρύματα πληρωμών τηρούν όλα τα κατάλληλα αρχεία για τους σκοπούς τωνδιατάξεων αυτού του κεφαλαίου επί τουλάχιστον πέντε έτη, με την επιφύλαξη τωνδιατάξεων του νόμου 3691/2008 ή άλλων σχετικών νομοθετικών διατάξεων.
Άρθρο 22 (άρθρο 20 της Οδηγίας 2007/64) Ορισμός της αρμόδιας αρχής για τηνεφαρμογή των κεφαλαίων Ι- ΙΙΙ 1. Αρμόδια αρχή υπεύθυνη για την εφαρμογή των άρθρων 2 έως 27 αυτού του νόμουορίζεται η Τράπεζα της Ελλάδος. 2. Η κατά την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού εποπτική αρμοδιότητα δεν συνεπάγεταιαρμοδιότητα και για την εποπτεία των λοιπών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τωνιδρυμάτων πληρωμών πέραν της παροχής υπηρεσιών πληρωμών που αναφέρονται στηνπαράγραφο 3 του άρθρου 4 και των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στην περίπτωση(α) της παραγράφου 1 του άρθρου18 αυτού του νόμου.
Άρθρο 23 (άρθρο 21 της Οδηγίας 2007/64) Εποπτεία
1. Οι έλεγχοι που ασκεί η Τράπεζα της Ελλάδος για τη διαπίστωση της συνεχούςτήρησης των διατάξεων αυτού του κεφαλαίου είναι ανάλογοι, επαρκείς καιπροσαρμοσμένοι στους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται τα ιδρύματα πληρωμών.Κατά την άσκηση της εποπτικής αρμοδιότητας η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, μεταξύάλλων: (α) να απαιτεί από το ίδρυμα πληρωμών να παρέχει κάθε πληροφορία απαραίτητη γιατο σκοπό αυτό, (β) να πραγματοποιεί επιτόπιους ελέγχους στο ίδρυμα πληρωμών, στουςαντιπροσώπους ή τα υποκαταστήματά του και σε κάθε τρίτο πρόσωπο προς το οποίοέχει γίνει ανάθεση δραστηριοτήτων, (γ) να εκδίδει συστάσεις, οδηγίες και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, νομικάδεσμευτικές διοικητικές πράξεις, και (δ) να αναστέλλει ή να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών. 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 55Α του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος, των διαδικασιών για την ανάκληση ή αναστολή άδειας λειτουργίας και των διατάξεων του ποινικού δικαίου, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να επιβάλλει κυρώσεις κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 64 και 65 του νόμου 3601/2007. Μπορεί, επίσης, να λαμβάνει κατ' ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 62 και 65 του νόμου3601/2007 μέτρα που αποσκοπούν στην παύση των παραβάσεων ή των αιτίων τους κατάτων ιδρυμάτων πληρωμών ή των προσώπων που ασκούν τον πραγματικό έλεγχο τηςδραστηριότητας των ιδρυμάτων πληρωμών, σε περίπτωση παράβασης νομοθετικών,κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εποπτεία ή την άσκηση τωνδραστηριοτήτων τους σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών. 3. Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις διατάξεις του άρθρου8, των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 9 και του άρθρου 10 αυτού του νόμου, ηΤράπεζα της Ελλάδος δύναται να λαμβάνει τα μέτρα που αναφέρονται στιςπαραγράφους 1 και 2 αυτού του άρθρου, προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρησηεπαρκών κεφαλαίων για τις υπηρεσίες πληρωμών, ιδίως όταν οι εκτός των υπηρεσιώνπληρωμών δραστηριότητες του ιδρύματος πληρωμών θίγουν ή ενδέχεται να θίξουν τηνοικονομική του ευρωστία. 4. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ρυθμίζονται ειδικά θέματα και κάθεαναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, καθώς και των άρθρων7 έως και 21 αυτού του νόμου.
Άρθρο 24 (άρθρο 22 της Οδηγίας 2007/64) Επαγγελματικό απόρρητο 1. Όλα τα πρόσωπα που εργάζονται ή έχουν εργασθεί στην Τράπεζα της Ελλάδος,καθώς και οι εμπειρογνώμονες που ασκούν δραστηριότητα για λογαριασμό της,δεσμεύονται από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου, με τηνεπιφύλαξη των περιπτώσεων που καλύπτονται από τις διατάξεις του ποινικούδικαίου. 2. Κατά την ανταλλαγή πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 26 αυτού του νόμου,τηρείται αυστηρά το επαγγελματικό απόρρητο, ώστε να διασφαλίζεται η προστασίατων δικαιωμάτων των ιδιωτών και των επιχειρήσεων.
Άρθρο 25 (άρθρο 23 της Οδηγίας 2007/64) Υποβολή αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας
Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος που εκδίδονται κατ' εφαρμογή του παρόντοςνόμου υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Άρθρο 26 (άρθρο 24 της Οδηγίας 2007/64) Ανταλλαγή πληροφοριών 1. Η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές για την εφαρμογή τωνδιατάξεων του Τίτλου ΙΙ της Οδηγίας 2007/64/ΕΚ των λοιπών κρατών μελών τουΕυρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, με την ΕυρωπαϊκήΚεντρική Τράπεζα και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών τουΕυρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και άλλες σχετικές αρμόδιες αρχές που έχουν ορισθείβάσει της κοινοτικής ή της εθνικής νομοθεσίας για τους φορείς παροχής υπηρεσιώνπληρωμών. 2. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ανταλλάσσει πληροφορίες με τους εξής φορείς: (α) τις αρμόδιες αρχές για την έκδοση αδειών λειτουργίας και την εποπτεία τωνιδρυμάτων πληρωμών των λοιπών κρατών μελών του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, (β) την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατώνμελών του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, υπό την ιδιότητά τους ως νομισματικώναρχών και αρχών αρμόδιων για την επίβλεψη των συστημάτων πληρωμών, και, εφόσονσυντρέχει περίπτωση, άλλες δημόσιες αρχές αρμόδιες για την επίβλεψη τωνσυστημάτων πληρωμών και διακανονισμού, (γ) άλλες αρμόδιες αρχές που ορίζονται βάσει της Οδηγίας 2007/64/ΕΚ, της Οδηγίας95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου1995, «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένωνπροσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών» (ΕΕ L281), της Οδηγίας 2005/60/ΕΚ και άλλων κοινοτικών διατάξεων που εφαρμόζονταιστους φορείς παροχής υπηρεσιών πληρωμών, όπως οι διατάξεις περί προστασίας τωνατόμων από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και περίνομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης τηςτρομοκρατίας.
Άρθρο 27 (άρθρο 25 της Οδηγίας 2007/64) Άσκηση του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών
1. Ίδρυμα πληρωμών που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα και επιθυμεί ναπαρέχει υπηρεσίες πληρωμών για πρώτη φορά σε άλλο κράτος μέλος είτε υπό καθεστώςεγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ενημερώνει τηνΤράπεζα της Ελλάδος. Εντός ενός μηνός από τη λήψη της πληροφόρησης αυτής, ηΤράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής τηνεπωνυμία και τη διεύθυνση του ιδρύματος πληρωμών, τα ονόματα των υπευθύνων γιατη διοίκηση του υποκαταστήματος, την οργανωτική δομή του και το είδος των υπηρεσιώνπληρωμών που προτίθεται να παρέχει στο κράτος μέλος υποδοχής. Αντίστοιχη κοινοποίηση απαιτείται, επίσης, προς την Τράπεζα της Ελλάδος για τηνάσκηση του εν λόγω δικαιώματος από ίδρυμα πληρωμών που έχει λάβει άδειαλειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος. 2. Για τη διενέργεια των ελέγχων και τη λήψη των αναγκαίων μέτρων πουπροβλέπονται στο άρθρο 23 αυτού του νόμου σε σχέση με τους αντιπροσώπους, ταυποκαταστήματα ή τα τρίτα πρόσωπα στα οποία έχει αναθέσει δραστηριότητες ίδρυμαπληρωμών που είναι εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος του Ευρωπαϊκού ΟικονομικούΧώρου από αυτό που είναι εγκατεστημένα τα προαναφερόμενα πρόσωπα ήυποκαταστήματα, η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζεται με την αρμόδια αρχή του άλλουκράτους μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, εφόσον η Ελλάδα αποτελεί τόποεγκατάστασης οιουδήποτε εκ των αναφερόμενων προσώπων ή υποκαταστημάτων. 3. Στο πλαίσιο της συνεργασίας που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 αυτούτου άρθρου, η Τράπεζα της Ελλάδος γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτουςμέλους υποδοχής την πρόθεσή της και το χρόνο κατά τον οποίο επιθυμεί ναδιενεργήσει επιτόπιο έλεγχο στην επικράτεια του τελευταίου. Η Τράπεζα τηςΕλλάδος, εφόσον το επιθυμεί, δύναται να εξουσιοδοτεί την αρμόδια αρχή τουκράτους μέλους υποδοχής για τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων στο υπό έλεγχοίδρυμα πληρωμών. Αντιστοίχως, η Τράπεζα της 4. Η Τράπεζα της Ελλάδος παρέχει στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κατά περίπτωσηεμπλεκόμενων κρατών μελών όλες τις ουσιώδεις ή/και σχετικές πληροφορίες, ιδίωςσε περίπτωση παράβασης ή υπόνοιας παράβασης εκ μέρους αντιπροσώπου,υποκαταστήματος ή τρίτου προσώπου στο οποίο έχουν ανατεθεί δραστηριότητες. Προςτο σκοπό αυτό, κοινοποιούνται, κατόπιν αιτήματος όλες τις σχετικές πληροφορίεςκαι, ιδία πρωτοβουλία, όλες τις ουσιώδεις πληροφορίες. 5. Οι παράγραφοι 1 έως 4 αυτού του άρθρου δεν θίγουν την υποχρέωση που υπέχουνοι αρμόδιες αρχές δυνάμει του άρθρου 6 του νόμου 3691/2008 να εποπτεύουν ή ναπαρακολουθούν την τήρηση των απαιτήσεων που απορρέουν από διατάξεις αυτού τουνόμου και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1781/2006.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΣΥΜΒΑΤΙΚΩΝ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ
ΤΜΗΜΑ Α: ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ
Άρθρο 28 (άρθρο 32 της Οδηγίας 2007/64) Επιβαρύνσεις για την πληροφόρηση 1. Ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών δεν επιτρέπεται να χρεώνει το χρήστηυπηρεσιών πληρωμών για την παροχή πληροφόρησης σύμφωνα με τις διατάξεις αυτούτου κεφαλαίου του παρόντος νόμου. 2. Ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών και ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών μπορούννα συμφωνούν για την επιβολή επιβαρύνσεων αναφορικά με: (α) την παροχή πρόσθετωνπληροφοριών, (β) την παροχή πληροφοριών σε συχνότερη βάση, ή (γ) τη διαβίβασηπληροφοριών με μέσα διαφορετικά από τα αναφερόμενα στη σύμβαση-πλαίσιο, εφόσοναυτό γίνεται κατόπιν αιτήματος του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών. Στην περίπτωση αυτή, οι επιβαρύνσεις αυτές πρέπει να είναι εύλογες και ανάλογεςμε το πραγματικό κόστος του φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών. 3. Ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών φέρει το βάρος της απόδειξης ότι έχεισυμμορφωθεί με τις απαιτήσεις πληροφόρησης των άρθρων 28 έως 45 αυτού του νόμου.
ΤΜΗΜΑ Β: ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ
Άρθρο 29 (άρθρο 35 της Οδηγίας 2007/64) Πεδίο εφαρμογής 1. Οι διατάξεις των άρθρων 29 έως 33 αυτού του νόμου εφαρμόζονται σε μεμονωμένεςσυναλλαγές πληρωμής που δεν καλύπτονται από σύμβαση-πλαίσιο, κατά την έννοια τηςπαραγράφου 12 του άρθρου 4 αυτού του νόμου. 2. Όταν η εντολή πληρωμής για τη διενέργεια μεμονωμένης συναλλαγής πληρωμήςδιαβιβάζεται με μέσο πληρωμών που καλύπτεται από σύμβαση-πλαίσιο, ο φορέαςπαροχής υπηρεσιών πληρωμών δεν υποχρεούται να παρέχει ή να καθιστά διαθέσιμεςπληροφορίες, οι οποίες έχουν ήδη χορηγηθεί ή πρόκειται να χορηγηθούν στο χρήστηυπηρεσιών πληρωμών βάσει σύμβασης-πλαίσιο με άλλο φορέα παροχής υπηρεσιώνπληρωμών.
Άρθρο 30 (άρθρο 36 της Οδηγίας 2007/64) Προηγούμενη γενική ενημέρωση
1. Ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών θέτει στη διάθεση του χρήστη υπηρεσιώνπληρωμών τις πληροφορίες και τους συμβατικούς όρους που αναφέρονται στο άρθρο 31αυτού του νόμου, με ευχερώς προσβάσιμο τρόπο, πριν από τη δέσμευση του χρήστηυπηρεσιών πληρωμών δυνάμει σύμβασης ή προσφοράς μεμονωμένης υπηρεσίας πληρωμών.Κατόπιν αιτήματος του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, ο φορέας παροχής υπηρεσιώνπληρωμών παρέχει τις εν λόγω πληροφορίες και τους εν λόγω συμβατικούς όρους σεέντυπη μορφή ή με άλλο σταθερό μέσο, κατά την έννοια της παραγράφου 25 2. Σε περίπτωση που σύμβαση παροχής μεμονωμένης υπηρεσίας πληρωμής έχει συναφθείκατόπιν αιτήματος του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών με τη χρήση μέσου επικοινωνίαςεξ αποστάσεως, κατά την έννοια της παραγράφου 24 του άρθρου 4 αυτού του νόμου,το οποίο δεν επιτρέπει στο φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών τη συμμόρφωσή του μετις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις της παραγράφου 1 αυτού τουάρθρου, ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών εκπληρώνει αυτές τις υποχρεώσειςαμέσως μετά την εκτέλεση της συναλλαγής πληρωμής. 3. Οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις της παραγράφου 1 αυτού τουάρθρου επιτρέπεται να εκπληρώνονται, επίσης, με τη χορήγηση αντιγράφου τουσχεδίου σύμβασης μεμονωμένης υπηρεσίας πληρωμής ή του σχεδίου εντολής πληρωμής,στα οποία να περιέχονται οι πληροφορίες και οι συμβατικοί όροι που καθορίζονταιστο άρθρο 31 αυτού του νόμου.
Άρθρο 31 (άρθρο 37 της Οδηγίας 2007/64) Πληροφορίες και συμβατικοί όροι
1. Ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών παρέχει ή θέτει στη διάθεση του χρήστηυπηρεσιών πληρωμών τις ακόλουθες πληροφορίες και τους ακόλουθους συμβατικούςόρους: (α) προσδιορισμό των πληροφοριών ή του μέσου ταυτοποίησης πελάτη, κατά τηνέννοια της παραγράφου 21 του άρθρου 4 αυτού του νόμου, που πρέπει να παρέχεταιαπό το χρήστη υπηρεσιών πληρωμών για την ορθή εκτέλεση της εντολής πληρωμής, (β) τη μέγιστη προθεσμία εκτέλεσης, εντός της οποίας θα παρασχεθεί η υπηρεσίαπληρωμών, (γ) το σύνολο των επιβαρύνσεων που οφείλει να καταβάλει ο χρήστης υπηρεσιώνπληρωμών στον οικείο φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών και, εφόσον συντρέχειπερίπτωση, την ανάλυση των ποσών των τυχόν επιβαρύνσεων, και (δ) εφόσον συντρέχει περίπτωση, την εκάστοτε ισχύουσα συναλλαγματική ισοτιμία ήτη συναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς, κατά την έννοια της παραγράφου 18 τουάρθρου 4 αυτού του νόμου, που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί στη συναλλαγήπληρωμής. 2. Εφόσον συντρέχει περίπτωση, κάθε άλλη σχετική πληροφορία και οι συμβατικοίόροι που καθορίζονται στο άρθρο 36 αυτού του νόμου τίθενται στη διάθεση τουχρήστη υπηρεσιών πληρωμών με ευχερώς προσβάσιμο τρόπο.
Άρθρο 32 (άρθρο 38 της Οδηγίας 2007/64) Πληροφορίες που παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμες στον πληρωτή μετά τη λήψη εντολής πληρωμής
Αμέσως μετά τη λήψη εντολής πληρωμής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 59αυτού του νόμου, ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή παρέχει ήκαθιστά διαθέσιμες στον πληρωτή, κατά τον τρόπο που προβλέπεται στην παράγραφο 1του άρθρου 30 αυτού του νόμου, τις ακόλουθες πληροφορίες: (α) στοιχεία αναφοράς που επιτρέπουν στον πληρωτή να ταυτοποιήσει τη συναλλαγήπληρωμής, κατά την έννοια της παραγράφου 21 του άρθρου 4 αυτού του νόμου και,όπου απαιτείται, πληροφορίες σχετικές με το δικαιούχο, (β) το ποσό της συναλλαγής πληρωμής στο νόμισμα που χρησιμοποιείται στην εντολήπληρωμής, (γ) το ποσό των τυχόν επιβαρύνσεων για τη συναλλαγή πληρωμής που οφείλει νακαταβάλει ο πληρωτής και, ανάλογα με την περίπτωση, την ανάλυση των ποσών αυτώντων επιβαρύνσεων, (δ) εφόσον συντρέχει περίπτωση: i) τη συναλλαγματική ισοτιμία, κατά την έννοια της παραγράφου 18 του άρθρου 4αυτού του νόμου, που χρησιμοποιήθηκε στη συναλλαγή πληρωμής από το φορέα παροχήςυπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή ή σχετική αναφορά, αν αυτή διαφέρει από την ισοτιμία που αναφέρεται στην περίπτωση (δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 31αυτού του νόμου και ii) το ποσό της συναλλαγής πληρωμής μετά από τη μετατροπήτου νομίσματος και (ε) την ημερομηνία λήψης της εντολής πληρωμής. Άρθρο 33 (άρθρο 39 της Οδηγίας 2007/64) Πληροφορίες που παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμες στο δικαιούχο μετά τηνεκτέλεση συναλλαγής πληρωμής
Αμέσως μετά την εκτέλεση συναλλαγής πληρωμής, ο φορέας παροχής υπηρεσιώνπληρωμών του δικαιούχου παρέχει ή καθιστά διαθέσιμες στο δικαιούχο, κατά τοντρόπο που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 30 αυτού του νόμου, τιςακόλουθες πληροφορίες: (α) τα στοιχεία που επιτρέπουν στο δικαιούχο να ταυτοποιήσει, κατά την έννοιατης παραγράφου 21 του άρθρου 4 αυτού του νόμου, τη συναλλαγή πληρωμής και,εφόσον είναι αναγκαίο, τον πληρωτή, καθώς και κάθε πληροφορία που διαβιβάζεταιμε τη συναλλαγή πληρωμής, (β) το ποσό της συναλλαγής πληρωμής στο νόμισμα στο οποίο τα χρηματικά ποσά,κατά την έννοια της παραγράφου 15 του άρθρου 4 αυτού του νόμου, τίθεται στηδιάθεση του δικαιούχου, (γ) το ποσό των τυχόν επιβαρύνσεων για τη συναλλαγή πληρωμής, το οποίο πρέπει νακαταβάλει ο δικαιούχος και, ανάλογα με την περίπτωση, την ανάλυση των ποσώναυτών των επιβαρύνσεων, (δ) εφόσον συντρέχει περίπτωση, τη συναλλαγματική ισοτιμία, κατά την έννοια τηςπαραγράφου 18 του άρθρου 4 αυτού του νόμου, που χρησιμοποιήθηκε στη συναλλαγήπληρωμής από το φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου και το ποσό τηςσυναλλαγής πληρωμής πριν από τη μετατροπή του νομίσματος, και (ε) την ημερομηνία αξίας, κατά την έννοια της παραγράφου 17 του άρθρου 4 αυτούτου νόμου, της πίστωσης.
ΤΜΗΜΑ Γ: ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ-ΠΛΑΙΣΙΟ
Άρθρο 34 (άρθρο 40 της Οδηγίας 2007/64) Πεδίο εφαρμογής
Οι διατάξεις των άρθρων 34 έως 43 αυτού του νόμου εφαρμόζονται στις συναλλαγέςπληρωμής που διέπονται από σύμβαση-πλαίσιο, κατά την έννοια της παραγράφου 12του άρθρου 4 αυτού του νόμου. Άρθρο 35 (άρθρο 41 της Οδηγίας 2007/64) Προηγούμενη γενική ενημέρωση 1. Ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών παρέχει στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σεέντυπη μορφή ή με άλλο σταθερό μέσο, κατά την έννοια της παραγράφου 25 τουάρθρου 4 αυτού του νόμου, τις πληροφορίες και τους συμβατικούς όρους πουαναφέρονται στο άρθρο 36 αυτού του νόμου σε εύθετο χρόνο πριν από τη δέσμευσητου χρήστη υπηρεσιών πληρωμών δυνάμει σύμβασης-πλαίσιο ή της αποδοχής προσφοράς.Οι πληροφορίες και οι συμβατικοί όροι είναι διατυπωμένοι στην ελληνική γλώσσα ήσε άλλη γλώσσα που συμφωνούν τα μέρη, ευκρινώς και κατανοητά. 2. Σε περίπτωση που η σύμβαση-πλαίσιο έχει συναφθεί κατόπιν αιτήματος του χρήστηυπηρεσιών πληρωμών με τη χρήση μέσου επικοινωνίας εξ αποστάσεως, κατά την έννοιατης παραγράφου 24 του άρθρου 4 αυτού του νόμου, το οποίο δεν επιτρέπει στο φορέαπαροχής υπηρεσιών πληρωμών τη συμμόρφωσή του με τις υποχρεώσεις που απορρέουναπό τις διατάξεις της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου, ο φορέας παροχής υπηρεσιώνπληρωμών εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου1 αυτού του άρθρου, αμέσως μετά την κατάρτιση της σύμβασης-πλαίσιο. 3. Οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις της παραγράφου 1 αυτού τουάρθρου μπορούν, επίσης, να εκπληρώνονται με τη χορήγηση αντιγράφου του σχεδίουσύμβασης-πλαίσιο, στο οποίο να περιέχονται οι πληροφορίες και οι συμβατικοί όροιπου καθορίζονται στο άρθρο 36 αυτού του νόμου.
Άρθρο 36 (άρθρο 42 της Οδηγίας 2007/64) Πληροφορίες και συμβατικοί όροι
Ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών παρέχει στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών τιςακόλουθες πληροφορίες και τους ακόλουθους συμβατικούς όρους: (α) αναφορικά με το φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών: (i) την επωνυμία του φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών, τη διεύθυνση τηςκεντρικής του διοίκησης και, κατά περίπτωση, τη διεύθυνση του γραφείουαντιπροσωπείας ή του υποκαταστήματός του που είναι εγκατεστημένο στο κράτοςμέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, όπου προσφέρεται η υπηρεσία πληρωμών, καθώς και κάθε άλληδιεύθυνση, περιλαμβανομένης της διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η οποίαείναι σημαντική για την επικοινωνία με το φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών, και (ii) τα στοιχεία των αρμοδίων εποπτικών αρχών και του μητρώου του άρθρου 15αυτού του νόμου, ή άλλου αντίστοιχου μητρώου στο οποίο έχει καταχωρηθεί η άδειαλειτουργίας ιδρύματος πληρωμών που έχει αδειοδοτηθεί σε άλλο κράτος μέλος τουΕυρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, καθώς και τον αριθμό εγγραφής ή άλλο αντίστοιχομέσο ταυτοποίησης, κατά την έννοια της παραγράφου 21 του άρθρου 4 αυτού τουνόμου, σε αυτό το μητρώο. (β) αναφορικά με τη χρήση της υπηρεσίας πληρωμών: (i) περιγραφή των ουσιωδών χαρακτηριστικών της υπηρεσίας πληρωμών που πρόκειταινα παρασχεθεί, (ii) καθορισμό των πληροφοριών ή του μέσου ταυτοποίησης πελάτη, κατά την έννοιατης παραγράφου 21 του άρθρου 4 αυτού του νόμου, που απαιτείται να παρέχονται απότο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών για την ορθή εκτέλεση εντολής πληρωμής, (iii) τον τύπο και τη διαδικασία συναίνεσης για την εκτέλεση συναλλαγήςπληρωμής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 49 αυτού του νόμου, ή την ανάκλησηεντολής πληρωμής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 61 αυτού του νόμου, (iv) αναφορά στο χρονικό σημείο λήψης της εντολής πληρωμής, σύμφωνα με τιςδιατάξεις του άρθρου 59 αυτού του νόμου, και του τυχόν οριακού χρονικού σημείουπου καθορίζει ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών, επίσης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 59 αυτού τουνόμου (v) το μέγιστο χρόνο εκτέλεσης αναφορικά με τις υπηρεσίες πληρωμών που πρόκειταινα παρασχεθούν, και (vi) την ύπαρξη της δυνατότητας συμφωνίας αναφορικά με την εφαρμογή ορίου ποσούγια τις συναλλαγές πληρωμής που εκτελούνται μέσω συγκεκριμένου εργαλείουπληρωμών, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 50 αυτού τουνόμου. (γ) αναφορικά με τις επιβαρύνσεις, τα επιτόκια και τις συναλλαγματικέςισοτιμίες: (i) το σύνολο των επιβαρύνσεων που οφείλει να καταβάλλει ο χρήστης υπηρεσιώνπληρωμών στο φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών και, όταν συντρέχει περίπτωση,ανάλυση των επιμέρους επιβαρύνσεων, (ii) εφόσον συντρέχει περίπτωση: α. το επιτόκιο και τη συναλλαγματική ισοτιμία που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν,ή β. αν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί επιτόκιο αναφοράς, κατά την έννοια τηςπαραγράφου 20 του άρθρου 4 αυτού του νόμου, και συναλλαγματική ισοτιμίααναφοράς, κατά την έννοια της παραγράφου 18 του άρθρου 4 αυτού του νόμου, τημέθοδο υπολογισμού του εκάστοτε ισχύοντος επιτοκίου, καθώς και τη σχετικήημερομηνία και το δείκτη αναφοράς ή τη βάση προσδιορισμού του επιτοκίου αναφοράςή της συναλλαγματικής ισοτιμίας αναφοράς, και (iii) εφόσον έχει συμφωνηθεί, την άμεση εφαρμογή μεταβολών σε επιτόκια αναφοράςή συναλλαγματικές ισοτιμίες αναφοράς, και τις υποχρεώσεις πληροφόρησης σχετικάμε αυτές τις μεταβολές, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 38αυτού του νόμου.
(δ) αναφορικά με την επικοινωνία: (i) όταν συντρέχει περίπτωση, τα μέσα επικοινωνίας, περιλαμβανομένων τωντεχνικών προδιαγραφών για τον εξοπλισμό του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, τα οποίαέχουν συμφωνηθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη αναφορικά με την παροχή πληροφοριών ή την εκπλήρωση υποχρέωσης γνωστοποίησης βάσει των διατάξεων αυτού του νόμου, (ii) τη συχνότητα και τον τρόπο με τον οποίο παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμεςοι πληροφορίες βάσει των διατάξεων αυτού του νόμου, (iii) τη γλώσσα ή τις γλώσσες στις οποίες είναι διατυπωμένη η σύμβαση-πλαίσιο,και στις οποίες θα λαμβάνει χώρα η επικοινωνία κατά τη διάρκεια της συμβατικήςσχέσης, και (iv) το δικαίωμα του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών να λαμβάνει τους όρους τηςσύμβασης-πλαίσιο, καθώς και τις πληροφορίες και τους συμβατικούς όρους σύμφωναμε τις διατάξεις του άρθρου 37 αυτού του νόμου.
(ε) αναφορικά με τα μέτρα ασφαλείας και τα διορθωτικά μέτρα: (i) όταν συντρέχει περίπτωση α. περιγραφή των μέτρων που οφείλει να λαμβάνει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών γιατην ασφαλή φύλαξη των εργαλείων πληρωμών, κατά την έννοια της παραγράφου 23 τουάρθρου 4, αυτού του νόμου, και β. τον τρόπο με τον οποίο ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών θα ειδοποιεί το φορέαπαροχής υπηρεσιών πληρωμών για τους σκοπούς των διατάξεων της περίπτωσης (β) της παραγράφου 1 του άρθρου 51αυτού του νόμου, (ii) εφόσον έχει συμφωνηθεί, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο φορέας παροχήςυπηρεσιών πληρωμών έχει δικαίωμα να προβαίνει σε αναστολή της δυνατότητας χρήσηςεργαλείου πληρωμών, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 έως 4 του άρθρου50 αυτού του νόμου, (iii) την ευθύνη του πληρωτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 56 αυτού τουνόμου, περιλαμβανομένων των πληροφοριών αναφορικά με το σχετικό ποσό, (iv) τον τρόπο με τον οποίο και την προθεσμία εντός της οποίας ο χρήστηςυπηρεσιών πληρωμών οφείλει να ειδοποιεί το φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών ότιαντελήφθη μη εγκεκριμένες ή εσφαλμένα εκτελεσθείσες συναλλαγές πληρωμής, σύμφωναμε τις διατάξεις του άρθρου 53 αυτού του νόμου, καθώς και την ευθύνη του φορέαπαροχής υπηρεσιών πληρωμών για μη εγκεκριμένες συναλλαγές πληρωμής, σύμφωνα μετις διατάξεις του άρθρου 55 αυτού του νόμου, (v) την ευθύνη του φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών για τη μη ή την πλημμελήεκτέλεση συναλλαγών πληρωμής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69 αυτού τουνόμου, και
(vi) τους όρους επιστροφής χρηματικών ποσών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 58 αυτού του νόμου.
(στ) αναφορικά με την τροποποίηση και την καταγγελία της σύμβασης-πλαίσιο: (i) εφόσον έχει συμφωνηθεί, η ενημέρωση ότι, αν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δενγνωστοποιήσει στο φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών τη μη αποδοχή τωνπροτεινομένων από αυτόν τροποποιήσεων στους συμβατικούς όρους, σύμφωνα με τις συναφείς διατάξεις του άρθρου 38 αυτού του νόμου, πριν από την προτεινόμενηημερομηνία έναρξης ισχύος τους, τεκμαίρεται ότι αποδέχεται τις τροποποιήσειςαυτές, (ii) τη διάρκεια της σύμβασης, και (iii) το δικαίωμα του χρήστη υπηρεσιώνπληρωμών για καταγγελία της σύμβασης-πλαίσιο, καθώς και κάθε είδους συμφωνίασχετικά με την καταγγελία της σύμβασης-πλαίσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 38 και του άρθρου 39 αυτού του νόμου.
(ζ) αναφορικά με την επίλυση διαφορών: (i) τις συμβατικές ρήτρες σχετικά με το εφαρμοστέο στη σύμβαση-πλαίσιο δίκαιοκαι τα αρμόδια δικαστήρια, και (ii) τις διαδικασίες καταγγελιών και εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών που είναιστη διάθεση του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων73 και 75 έως 76 αυτού του νόμου. Η μη εναντίωση του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σε πρόταση που του έχει απευθύνει οοικείος φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών για την κατάρτιση σύμβασης-πλαίσιο,εντός του χρονικού διαστήματος που έχει οριστεί στην πρόταση, ισοδυναμεί μεαποδοχή αυτής της πρότασης εκ μέρους του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών. Το ανωτέρωχρονικό διάστημα δεν δύναται να είναι βραχύτερο των δύο (2) μηνών.
Άρθρο 37 (άρθρο 43 της Οδηγίας 2007/64) Δυνατότητα πρόσβασης σε πληροφορίες και σε συμβατικούς όρους τηςσύμβασης-πλαίσιο
Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δικαιούται, οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια τηςσυμβατικής σχέσης, να ζητά τη χορήγηση και να λαμβάνει τους όρους τηςσύμβασης-πλαίσιο, καθώς και τις πληροφορίες και τους συμβατικούς όρους πουαναφέρονται στο άρθρο 36 αυτού του νόμου, σε έντυπη μορφή ή με άλλο σταθερόμέσο. Άρθρο 38 (άρθρο 44 της Οδηγίας 2007/64) Τροποποίηση όρων της σύμβασης-πλαίσιο
1. Κάθε τροποποίηση της σύμβασης-πλαίσιο, καθώς και των πληροφοριών και των συμβατικών όρων που αναφέρονται στο άρθρο 36 αυτού του νόμου, προτείνεται από το φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών: (α) κατά τον τρόπο που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 35 αυτού τουνόμου, και (β) τουλάχιστον δύο (2) μήνες πριν από την προτεινόμενη ημερομηνία έναρξηςισχύος τους. Αν υπάρχει σχετικός όρος στη σύμβαση-πλαίσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις τηςυποπερίπτωσης (i) της περίπτωσης (στ) του άρθρου 36, αυτού του νόμου, ο φορέαςπαροχής υπηρεσιών πληρωμών ενημερώνει το χρήστη υπηρεσιών πληρωμών ότι: (α) αν δεν γνωστοποιήσει στο φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών, πριν από τηνπροτεινόμενη ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, τη μη αποδοχή αυτών τωντροποποιήσεων, τεκμαίρεται ότι τις έχει αποδεχθεί, και (β) έχει δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης-πλαίσιο, αμέσως και χωρίς οποιαδήποτεεπιβάρυνση, πριν από την προτεινόμενη ημερομηνία έναρξης ισχύος τωντροποποιήσεων. 2. Κατ' εξαίρεση από τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, σε επιτόκια ή σε συναλλαγματικές ισοτιμίες επιτρέπεται να εφαρμόζονται μεταβολές, αμέσως και χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) το δικαίωμα αυτό έχει συμφωνηθεί στη σύμβαση-πλαίσιο, και (β) οι μεταβολές βασίζονται σε επιτόκια αναφοράς, κατά την έννοια της παραγράφου20 του άρθρου 4 αυτού του νόμου, ή σε συναλλαγματικές ισοτιμίες αναφοράς, κατάτην έννοια της παραγράφου 18 του άρθρου 4 αυτού του νόμου, που έχουν συμφωνηθείστη σύμβαση πλαίσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των υποπεριπτώσεων (ii) και (iii) της περίπτωσης (γ)του άρθρου 36 αυτού του νόμου. Ο χρήστης των υπηρεσιών πληρωμών ενημερώνεται το συντομότερο δυνατό αναφορικά μεκάθε μεταβολή επιτοκίου, κατά τον τρόπο που προβλέπεται στην παράγραφο 1 τουάρθρου 35 αυτού του νόμου, εκτός αν τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσειδιαφορετικά στη σύμβαση-πλαίσιο αναφορικά με τη συχνότητα ή τον τρόπο ή τηνπαροχή ή τη θέση των πληροφοριών και συμβατικών όρων στη διάθεση του χρήστηυπηρεσιών πληροφοριών. Μεταβολή επιτοκίων ή συναλλαγματικών ισοτιμιών που είναιευνοϊκότερη για το χρήστη υπηρεσιών πληρωμών επέρχεται χωρίς ειδοποίηση. 3. Οι μεταβολές σε επιτόκια ή συναλλαγματικές ισοτιμίες που χρησιμοποιούνταιστις συναλλαγές πληρωμών εφαρμόζονται και υπολογίζονται κατά τρόπο ουδέτερο πουνα μην οδηγεί σε διακρίσεις εις βάρος των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών.
Άρθρο 39 (άρθρο 45 της Οδηγίας 2007/64) Καταγγελία της σύμβασης-πλαίσιο 1. Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση-πλαίσιοοποτεδήποτε, εκτός αν τα μέρη έχουν συμφωνήσει προθεσμία καταγγελίας, η οποίαδεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τον ένα (1) μήνα. 2. Η καταγγελία σύμβασης-πλαίσιο αορίστου χρόνου ή διάρκειας μεγαλύτερης τωνδώδεκα (12) μηνών γίνεται από το χρήστη υπηρεσιών πληρωμών χωρίς επιβαρύνσειςμετά από την παρέλευση δωδεκαμήνου. Σε κάθε άλλη περίπτωση, τυχόν επιβάρυνση γιατην καταγγελία της σύμβασης πρέπει να είναι εύλογη και ανάλογη του σχετικούκόστους. 3. Αν υπάρχει σχετική συμφωνία στη σύμβαση-πλαίσιο, ο φορέας παροχής υπηρεσιώνπληρωμών μπορεί να καταγγείλει σύμβαση-πλαίσιο αορίστου χρόνου, με τήρησηπροθεσμίας καταγγελίας δύο (2) μηνών, κατά τον τρόπο που προβλέπεται στηνπαράγραφο 1 του άρθρου 35 αυτού του νόμου. 4. Επιβαρύνσεις για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, οι οποίες επιβάλλονται σετακτική βάση, καταβάλλονται από το χρήστη υπηρεσιών πληρωμών μόνον κατ' αναλογίαμέχρι την καταγγελία της σύμβασης. Αν αυτές οι επιβαρύνσεις έχουν προκαταβληθεί,επιστρέφονται κατ' αναλογία.
Άρθρο 40 (άρθρο 46 της Οδηγίας 2007/64) Πληροφόρηση πριν από την εκτέλεση μεμονωμένης συναλλαγής πληρωμής Σε περίπτωση μεμονωμένης συναλλαγής πληρωμής που καλύπτεται από σύμβαση-πλαίσιοκαι ενεργοποιείται από τον πληρωτή, ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών παρέχει,κατόπιν αιτήματος του πληρωτή για τη συγκεκριμένη συναλλαγή πληρωμής,συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με: (α) τη μέγιστη προθεσμία εκτέλεσης, (β) τις επιβαρύνσεις που πρέπει να καταβάλλει ο πληρωτής και (γ) εφόσον συντρέχει περίπτωση, την ανάλυση των επιμέρους ποσών των τυχόνεπιβαρύνσεων.
Άρθρο 41 (άρθρο 47 της Οδηγίας 2007/64) Πληροφόρηση του πληρωτή για μεμονωμένεςσυναλλαγές πληρωμής
1. Μετά από τη χρέωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή με το ποσό μιαςμεμονωμένης συναλλαγής πληρωμής ή, όταν ο πληρωτής δε χρησιμοποιεί λογαριασμόπληρωμών, μετά από τη λήψη της εντολής πληρωμής, ο φορέας παροχής υπηρεσιώνπληρωμών του πληρωτή παρέχει χωρίς υπαίτια βραδύτητα στον πληρωτή, κατά τοντρόπο που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 35 αυτού του νόμου, τιςακόλουθες πληροφορίες: (α) μια αναφορά που να επιτρέπει στον πληρωτή να ταυτοποιήσει κάθε συναλλαγήπληρωμών και, αν είναι αναγκαίο, πληροφορίες που αφορούν το δικαιούχο, (β) το ποσό της συναλλαγής πληρωμής στο νόμισμα στο οποίο χρεώνεται ολογαριασμός πληρωμών του πληρωτή ή στο νόμισμα που χρησιμοποιείται για τηνεντολή πληρωμής, (γ) το ποσό τυχόν επιβαρύνσεων για τη συναλλαγή πληρωμής, και, εφόσον συντρέχειπερίπτωση, την ανάλυση των εν λόγω επιβαρύνσεων ή το ποσό των τόκων που πρέπεινα καταβάλει ο πληρωτής, (δ) εφόσον συντρέχει περίπτωση, τη συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιήθηκεστη συναλλαγή πληρωμής από το φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή καιτο ποσό της συναλλαγής πληρωμής μετά από τη μετατροπή του νομίσματος, και (ε) την ημερομηνία αξίας, κατά την έννοια της παραγράφου 17 του άρθρου 4 αυτούτου νόμου, της χρέωσης ή την ημερομηνία λήψης της εντολής πληρωμής. 2. Στη σύμβαση-πλαίσιο επιτρέπεται να έχει συμφωνηθεί όρος, σύμφωνα με τον οποίοοι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αυτού του άρθρου παρέχονται ήκαθίστανται διαθέσιμες περιοδικά, σε μηνιαία βάση τουλάχιστον, και κατά τοντρόπο που έχει συμφωνηθεί, ώστε ο πληρωτής να είναι σε θέση να προβεί σε φύλαξηκαι ακριβή αναπαραγωγή τους.
Άρθρο 42 (άρθρο 48 της Οδηγίας 2007/64) Πληροφόρηση του δικαιούχου γιαμεμονωμένες συναλλαγές πληρωμής
1. Μετά την εκτέλεση μεμονωμένης συναλλαγής πληρωμής, ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου παρέχει χωρίς υπαίτια βραδύτητα στον δικαιούχο, κατά τον τρόπο που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 35 αυτού του νόμου, τις ακόλουθες πληροφορίες: (α) μια αναφορά που να επιτρέπει στο δικαιούχο να ταυτοποιήσει τη συναλλαγήπληρωμής και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, τον πληρωτή, καθώς και κάθε πληροφορίαπου διαβιβάστηκε κατά τη συναλλαγή πληρωμής, (β) το ποσό της συναλλαγής πληρωμής στο νόμισμα στο οποίο πιστώθηκε ολογαριασμός πληρωμών του δικαιούχου, (γ) το σύνολο των τυχόν επιβαρύνσεων για τη συναλλαγή πληρωμής και, εφόσονσυντρέχει περίπτωση, την ανάλυση των εν λόγω επιβαρύνσεων ή το ποσό του τόκουπου πρέπει να καταβάλει ο δικαιούχος, (δ) εφόσον συντρέχει περίπτωση, τη συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιήθηκεστη συναλλαγή πληρωμής από το φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχουκαι το ποσό της συναλλαγής πληρωμής πριν από τη μετατροπή του νομίσματος, και (ε) την ημερομηνία αξίας της πίστωσης. 2. Στη σύμβαση-πλαίσιο επιτρέπεται να έχει συμφωνηθεί όρος, σύμφωνα με τον οποίο οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αυτού του άρθρου παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμες περιοδικά, σε μηνιαία βάση τουλάχιστον, και κατά τον τρόπο που έχει συμφωνηθεί, ώστε ο δικαιούχος να είναι σε θέση να προβεί σε φύλαξη και ακριβή αναπαραγωγή τους.
Άρθρο 43 (άρθρο 34 της Οδηγίας 2007/64) Παρέκκλιση από τις υποχρεώσεις πληροφόρησης για τα εργαλεία πληρωμών μικρήςαξίας και το ηλεκτρονικό χρήμα
1. Στις περιπτώσεις μέσων πληρωμών, κατά την έννοια της παραγράφου 23 του άρθρου4 του νόμου αυτού, τα οποία, σύμφωνα με τη σύμβαση-πλαίσιο, αφορούν αποκλειστικάεπιμέρους συναλλαγές πληρωμής, κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 4αυτού του νόμου, οι οποίες δεν υπερβαίνουν τα 30 ευρώ ή έχουν όριο ποσού 150ευρώ ή αποθηκεύουν χρηματικά ποσά έως 150 ευρώ, ισχύουν τα ακόλουθα: (α) Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 35, 36 και 40 αυτού του νόμου, οφορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών παρέχει στον πληρωτή μόνον: (i) πληροφορίες αναφορικά με τα κύρια χαρακτηριστικά της υπηρεσίας πληρωμών περιλαμβανομένου του τρόπου με τον οποίον μπορεί να χρησιμοποιείται το μέσο πληρωμών, την ευθύνη, τις επιβαλλόμενες επιβαρύνσεις, καθώς και άλλες ουσιώδεις πληροφορίες που απαιτούνται για τη λήψη τεκμηριωμένης απόφασης εκ μέρους του, καθώς και (ii) υποδείξεις αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να τεθούν στη διάθεση του άλλες πληροφορίες και συμβατικοί όροι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 αυτού του νόμου, με ευχερώς προσβάσιμο τρόπο. (β) Επιτρέπεται να συμφωνείται ότι, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 38του νόμου αυτού, ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών δεν υποχρεούται ναπροτείνει μεταβολές των όρων της σύμβασης-πλαίσιο κατά τον τρόπο που προβλέπεταιστην παράγραφο 1 του άρθρου 35 αυτού του νόμου. (γ) Επιτρέπεται να συμφωνείται ότι, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 41και 42 του νόμου αυτού, μετά από την εκτέλεση μιας συναλλαγής πληρωμής: (i) ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών παρέχει ή καθιστά διαθέσιμη μόνον μια αναφορά, η οποία να επιτρέπει στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών να ταυτοποιεί τη συναλλαγή πληρωμής, το ποσό αυτής, τις τυχόν επιβαρύνσεις, ή/και στην περίπτωση πολλαπλών πράξεων πληρωμής του ίδιου είδους προς τον ίδιο δικαιούχο, πληροφορίες σχετικά με το συνολικό ποσό και τις επιβαρύνσεις αυτών των συναλλαγών πληρωμών, (ii) ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών δεν υποχρεούται να παρέχει ή να καθιστά διαθέσιμες τις πληροφορίες που αναφέρονται στην υποπερίπτωση (i) ανωτέρω, εφόσον το εργαλείο πληρωμής χρησιμοποιείταιανώνυμα ή ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμής δεν είναι καθ' οιονδήποτε τρόποτεχνικά σε θέση να τις παρέχει. Σε κάθε περίπτωση, ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών παρέχει στον πληρωτή τηδυνατότητα να ελέγχει την ποσότητα των αποθηκευμένων χρηματικών ποσών. 2. Για τις εγχώριες συναλλαγές πληρωμής, τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο1 αυτού του άρθρου διπλασιάζονται. Όταν πρόκειται για προπληρωμένα μέσαπληρωμών, τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αυτού του άρθρου δενυπερβαίνουν τα διακόσια (200) ευρώ.
ΤΜΗΜΑ Δ: ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 44 (άρθρο 49 της Οδηγίας 2007/64) Νόμισμα πληρωμής και μετατροπήνομίσματος 1. Οι πληρωμές διενεργούνται στο νόμισμα που συμφωνείται μεταξύ του χρήστηυπηρεσιών πληρωμών και του οικείου φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών. 2. Σε περίπτωση που παρέχεται υπηρεσία μετατροπής νομίσματος πριν από την έναρξητης συναλλαγής πληρωμής και η εν λόγω υπηρεσία παρέχεται στο σημείο πώλησης ήαπό το δικαιούχο, το μέρος που παρέχει την υπηρεσία μετατροπής νομίσματος στονπληρωτή, γνωστοποιεί σε αυτόν κάθε επιβάρυνση, καθώς και τη συναλλαγματικήισοτιμία που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για τη μετατροπή του νομίσματος τηςσυναλλαγής πληρωμής. Ο πληρωτής πρέπει να είναι σύμφωνος με την υπηρεσία μετατροπής νομίσματος πουπαρέχεται σε αυτήν τη βάση.
Άρθρο 45 (άρθρο 50 της Οδηγίας 2007/64) Ενημέρωση για πρόσθετες επιβαρύνσεις ήεκπτώσεις 1. Όταν, για τη χρήση ενός συγκεκριμένου μέσου πληρωμών, ο δικαιούχος παρέχειέκπτωση, ενημερώνει σχετικά τον πληρωτή πριν από την έναρξη διενέργειας τηςσυναλλαγής πληρωμής. 2. Όταν, για τη χρήση ενός συγκεκριμένου μέσου πληρωμών, ο φορέας παροχήςυπηρεσιών πληρωμών επιβάλλει επιβαρύνσεις, ενημερώνει σχετικά το χρήστηυπηρεσιών πληρωμών πριν από την έναρξη διενέργειας της συναλλαγής πληρωμής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΚΑΙ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝΠΛΗΡΩΜΩΝ
ΤΜΗΜΑ Α: ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 46 (άρθρο 51 της Οδηγίας 2007/64) Πεδίο εφαρμογής
Οι διατάξεις αυτού του κεφαλαίου εφαρμόζονται σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στιςπαραγράφους 1, 2, και 4 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου.
Άρθρο 47 (άρθρο 52 της Οδηγίας 2007/64) Επιβαλλόμενες επιβαρύνσεις
1. Ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών δεν χρεώνει το χρήστη υπηρεσιών πληρωμώνγια την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του αναφορικά με την ενημέρωση ή τα διορθωτικάκαι προληπτικά μέτρα που οφείλει να λαμβάνει δυνάμει των διατάξεων του κεφαλαίουαυτού. Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 60,στην παράγραφο 5 του άρθρου 61 και στην παράγραφο 2 του άρθρου 68 αυτού τουνόμου, ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών δικαιούται να επιβάλλει επιβαρύνσεις,εφόσον αυτές έχουν αποτελέσει αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ του χρήστη υπηρεσιώνπληρωμών και του φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στογ' εδάφιο αυτών των παραγράφων των ως άνω άρθρων του νόμου. Οι επιβαρύνσειςαυτές πρέπει να είναι εύλογες και σύμφωνες με το πραγματικό κόστος του φορέαπαροχής υπηρεσιών πληρωμών. 2. Όταν μια συναλλαγή πληρωμής δεν συνεπάγεται μετατροπή νομισμάτων, ο μενπληρωτής πληρώνει τις επιβαρύνσεις που επιβάλλει ο οικείος φορέας παροχήςυπηρεσιών πληρωμών, ο δε δικαιούχος πληρώνει τις επιβαρύνσεις που επιβάλλει οοικείος φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών. 3. Ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών δεν δικαιούται να θέτει περιορισμούς στοδικαίωμα του δικαιούχου να προσφέρει έκπτωση στον πληρωτή για τη χρήσησυγκεκριμένου μέσου πληρωμών. Ο δικαιούχος δεν δικαιούται να επιβάλλειεπιβαρύνσεις στον πληρωτή για τη χρήση συγκεκριμένου μέσου πληρωμών.
Άρθρο 48 (άρθρο 53 της Οδηγίας 2007/64) Παρέκκλιση για τα μέσα πληρωμών μικρήςαξίας και το ηλεκτρονικό χρήμα
1. Στις περιπτώσεις μέσων πληρωμών, τα οποία, σύμφωνα με τη σύμβαση-πλαίσιο,αφορούν αποκλειστικά επιμέρους συναλλαγές πληρωμής, οι οποίες δεν υπερβαίνουν τα30 ευρώ ή έχουν όριο ποσού 150 ευρώ ή αποθηκεύουν χρηματικά ποσά έως 150 ευρώ, οφορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών δικαιούται να συμφωνεί με τον οικείο χρήστηυπηρεσιών πληρωμών ότι: (α) οι διατάξεις της περίπτωσης (β) της παραγράφου 1 του άρθρου 51, τωνπεριπτώσεων (γ) και (δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 52, και των παραγράφων 3 και4 του άρθρου 56 αυτού του νόμου, δεν εφαρμόζονται αν το μέσο πληρωμών δενεπιτρέπει την αναστολή της δυνατότητας χρήσης ή την παρεμπόδιση της περαιτέρωχρήσης του, (β) οι διατάξεις των άρθρων 54, 55 και των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 56αυτού του νόμου δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που το μέσο πληρωμήςχρησιμοποιείται ανώνυμα ή ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών δεν είναι σε θέση,για άλλους λόγους που είναι εγγενείς στο μέσο πληρωμών, να αποδείξει ότι μιασυναλλαγή πληρωμής είναι εγκεκριμένη, (γ) κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 60 αυτού τουνόμου, ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών δεν υποχρεούται να προβαίνει σεγνωστοποίηση προς το χρήστη υπηρεσιών πληρωμών για την άρνηση εκτέλεσης εντολήςπληρωμής, αν η μη εκτέλεση είναι πρόδηλη από τις συνθήκες, (δ) κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 61 αυτού του νόμου, ο πληρωτής δενδικαιούται να ανακαλεί την εντολή πληρωμής μετά από τη διαβίβαση της εντολήςπληρωμής ή τη χορήγηση της συναίνεσής του για την εκτέλεση συναλλαγής πληρωμήςπρος το δικαιούχο, (ε) κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 64 και 65 αυτού του νόμου, ισχύουνδιαφορετικές προθεσμίες εκτέλεσης. 2. Για τις εγχώριες συναλλαγές πληρωμών, τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο1 αυτού του άρθρου διπλασιάζονται. Όταν πρόκειται για προπληρωμένα μέσαπληρωμών, τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αυτού του άρθρου δενυπερβαίνουν τα διακόσια (200) ευρώ. 3. Οι διατάξεις των άρθρων 55 και 56 αυτού του νόμου δεν εφαρμόζονται στοηλεκτρονικό χρήμα, κατά την έννοια της παραγράφου 20 του άρθρου 2 του νόμου3601/2007, εφόσον ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή δεν έχει τηδυνατότητα να δεσμεύει το λογαριασμό ή να αναστέλλει τη δυνατότητα χρήσης τουεργαλείου πληρωμών.
ΤΜΗΜΑ Β: ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ ΠΛΗΡΩΜΗΣ
Άρθρο 49 (άρθρο 54 της Οδηγίας 2007/64) Συναίνεση και ανάκληση συναίνεσης 1. Μια συναλλαγή πληρωμής θεωρείται ως εγκεκριμένη, μόνον εφόσον ο πληρωτής έχεισυναινέσει στην εκτέλεσή της. Μια συναλλαγή πληρωμής είναι δυνατόν να εγκριθείαπό τον πληρωτή είτε πριν από την εκτέλεσή της, είτε μετά από την εκτέλεσή της,εφόσον υπάρχει συμφωνία του πληρωτή με τον οικείο φορέα παροχής υπηρεσιώνπληρωμών. 2. Η συναίνεση για την εκτέλεση μιας μεμονωμένης συναλλαγής πληρωμής ή σειράςσυναλλαγών πληρωμής παρέχεται με τον τύπο που έχει συμφωνηθεί μεταξύ του πληρωτήκαι του οικείου φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών. 3. Ο πληρωτής δικαιούται να ανακαλεί τη συναίνεσή του οποτεδήποτε, αλλά όχιαργότερα από το χρονικό σημείο έναρξης ισχύος του ανεκκλήτου, σύμφωνα με τιςδιατάξεις του άρθρου 61 και με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 5 τουάρθρου 61 αυτού του νόμου. Ο πληρωτής δικαιούται να ανακαλεί τη συναίνεσή τουγια την εκτέλεση σειράς συναλλαγών πληρωμής, οπότε κάθε μελλοντική συναλλαγήπληρωμής θεωρείται ως μη εγκεκριμένη. 4. Η διαδικασία για την παροχή συναίνεσης αποτελεί αντικείμενο συμφωνίας μεταξύτου πληρωτή και του οικείου φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών.
Άρθρο 50 (άρθρο 55 της Οδηγίας 2007/64) Περιορισμοί στη χρήση μέσων πληρωμών 1. Όταν η συναίνεση δίνεται με τη χρήση συγκεκριμένου μέσου πληρωμών, κατά τηνέννοια της παραγράφου 23 του άρθρου 4 αυτού του νόμου, ο πληρωτής και ο οικείοςφορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών δικαιούνται να συμφωνούν την εφαρμογή ορίουποσού για τις συναλλαγές πληρωμών που εκτελούνται με αυτό το μέσο πληρωμών. 2. Εφόσον υπάρχει σχετικός όρος στη σύμβαση-πλαίσιο ο φορέας παροχής υπηρεσιώνπληρωμών έχει δικαίωμα να προβαίνει σε αναστολή της δυνατότητας χρήσης μέσουπληρωμών για λόγους που δικαιολογούνται αντικειμενικά και αφορούν: (α) τηνασφάλεια του μέσου πληρωμών, (β) την ύπαρξη υπόνοιας περί μη εγκεκριμένης ήδόλιας χρήσης του ή (γ) στην περίπτωση μέσου πληρωμών που συνδέεται με τηχορήγηση πιστωτικού ορίου, με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο ενδεχόμενης αδυναμίαςτου πληρωτή να προβεί σε εκπλήρωση της υποχρέωσής του για αποπληρωμή. 3. Στις περιπτώσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 2 αυτού του άρθρου, ο φορέαςπαροχής υπηρεσιών πληρωμών ενημερώνει τον πληρωτή για την αναστολή τηςδυνατότητας χρήσης μέσου πληρωμών και τους λόγους για την ενέργεια αυτή κατά τοσυμφωνηθέντα τρόπο, και, εφόσον είναι εφικτό, πριν ανασταλεί η δυνατότητα χρήσηςτου μέσου πληρωμών και, το αργότερο, αμέσως μετά. Αυτή η υποχρέωση ενημέρωσης δεν υφίσταται, αν η παροχή της προσκρούει σε λόγουςασφάλειας που δικαιολογούνται αντικειμενικά ή απαγορεύεται ρητά από τηνομοθεσία. 4. Εφόσον εκλείψουν οι λόγοι της αναστολής της δυνατότητας χρήσης μέσουπληρωμών, ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών προβαίνει είτε στην άρση της είτεστην αντικατάστασή του μέσου πληρωμών από νέο.
Άρθρο 51 (άρθρο 56 της Οδηγίας 2007/64) Υποχρεώσεις του χρήστη υπηρεσιώνπληρωμών αναφορικά με μέσα πληρωμών
1. Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών που έχει δικαίωμα χρήσης μέσου πληρωμών υπέχει τις ακόλουθες υποχρεώσεις: (α) χρησιμοποιεί το μέσο πληρωμών σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους που διέπουντην έκδοση και τη χρήση του (β) ειδοποιεί, χωρίς υπαίτια βραδύτητα, το φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών ή τοφορέα που έχει ορίσει ο τελευταίος, μόλις αντιληφθεί την απώλεια, κλοπή ή χρήσηαπό μη δικαιούχο του μέσου πληρωμών ή τη μη εγκεκριμένη χρήση του. 2. Για τους σκοπούς της διάταξης της περίπτωσης (α) της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου, ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών, μόλις παραλάβει μέσο πληρωμών, λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για την ασφαλή φύλαξη των εξατομικευμένων στοιχείων ασφαλείας αυτού.
Άρθρο 52 (άρθρο 57 της Οδηγίας 2007/64) Υποχρεώσεις του φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών αναφορικά με μέσα πληρωμών
1. Ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών που εκδίδει μέσο πληρωμών υπέχει τιςακόλουθες υποχρεώσεις: (α) διασφαλίζει ότι τα εξατομικευμένα στοιχεία ασφαλείας του μέσου πληρωμών δενείναι προσβάσιμα παρά μόνο στο νόμιμο χρήστη του, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών βάσει των διατάξεωντου άρθρου 51 αυτού του νόμου. (β) δεν αποστέλλει μέσο πληρωμών χωρίς προηγούμενο σχετικό αίτημα του χρήστηυπηρεσιών πληρωμών, εκτός αν ενεργεί προς αντικατάσταση υφισταμένου μέσουπληρωμών. (γ) διασφαλίζει ότι ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών έχει στη διάθεσή του, σε διαρκήβάση, τα κατάλληλα μέσα που να του επιτρέπουν να προβεί: i) σε ειδοποίηση, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης (β) της παραγράφου 1 του άρθρου 51 αυτού του νόμου ή ii) σε υποβολή αιτήματος για την άρση της αναστολής της δυνατότητας χρήσης του μέσου πληρωμών, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 50 αυτού του νόμου. (δ) αποτρέπει κάθε χρήση του μέσου πληρωμών από το χρονικό σημείο τηςειδοποίησης, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης (β) της παραγράφου 1 τουάρθρου 51 αυτού του νόμου. Κατόπιν σχετικού αιτήματος, ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών παρέχει στοχρήστη υπηρεσιών πληρωμών τα μέσα που απαιτούνται για να αποδείξει, εντόςπροθεσμίας δεκαοκτώ (18) μηνών από την ειδοποίηση, ότι πράγματι προέβη σε αυτήν. 2. Ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών φέρει τον κίνδυνο αποστολής στον πληρωτήτου μέσου πληρωμών ή κάθε εξατομικευμένου στοιχείου ασφαλείας αυτού.
Άρθρο 53 (άρθρο 58 της Οδηγίας 2007/64) Υποχρέωση ειδοποίησης σε σχέση με μη εγκεκριμένες ή εσφαλμένες συναλλαγές πληρωμής
Χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δικαιούται να ζητήσει αποκατάσταση ζημίας που έχειυποστεί, μόνον εφόσον: (α) έχει ειδοποιήσει τον οικείο φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών, χωρίς υπαίτιαβραδύτητα, ότι αντελήφθη μη εγκεκριμένη ή εσφαλμένα εκτελεσθείσα συναλλαγήπληρωμής, η οποία θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης, περιλαμβανομένης εκείνης πουκαθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69 αυτού του νόμου, και (β) η ειδοποίηση έχει λάβει χώρα το αργότερο εντός προθεσμίας δεκατριών (13)μηνών από την ημερομηνία χρέωσης. Η εν λόγω προθεσμία ειδοποίησης δεν ισχύει, εφόσον συντρέχει περίπτωση και οφορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών δεν παρέσχε ή δεν κατέστησε διαθέσιμες στοχρήστη υπηρεσιών πληρωμών τις πληροφορίες για τη συγκεκριμένη συναλλαγήπληρωμών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 28 έως 45 αυτού του νόμου.
Άρθρο 54 (άρθρο 59 της Οδηγίας 2007/64) Βάρος απόδειξης της γνησιότητας και τηςορθής εκτέλεσης συναλλαγών πληρωμής
1. Σε περίπτωση που ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών αρνείται ότι έχει εγκρίνει εκτελεσθείσα συναλλαγή πληρωμής ή ισχυρίζεται ότι συναλλαγή πληρωμής δεν εκτελέσθηκε ορθά, ο οικείος φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών φέρει το βάρος απόδειξης: (α) της εξακρίβωσης της γνησιότητας της συναλλαγής πληρωμής, (β) της ακριβούς καταγραφής της, (γ) της καταχώρισής της στους λογαριασμούς, και (δ) του μη επηρεασμού της από τεχνική βλάβη ή άλλη δυσλειτουργία. 2. Όταν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών αρνείται ότι έχει εγκρίνει εκτελεσθείσα συναλλαγή πληρωμής, η καταγεγραμμένη από το φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών χρήση μέσου πληρωμών από το χρήστη υπηρεσιών πληρωμών δεν συνιστά, αφ' εαυτής, απόδειξη ότι ο πληρωτής: (α) έχει εγκρίνει τη συναλλαγή πληρωμής ή (β) ενήργησε με δόλο ή δεν εκπλήρωσε από πρόθεση ή βαρεία αμέλεια μια ήπερισσότερες από τις υποχρεώσεις του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 51αυτού του νόμου.
Άρθρο 55 (άρθρο 60 της Οδηγίας 2007/64) Ευθύνη του φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών για μη εγκεκριμένες συναλλαγές πληρωμής 1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 53 αυτού του νόμου, σε περίπτωση μηεγκεκριμένης συναλλαγής πληρωμής, ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών τουπληρωτή επιστρέφει αμέσως στον πληρωτή το ποσό της μη εγκεκριμένης συναλλαγήςπληρωμής και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, επαναφέρει το λογαριασμό πληρωμών πουέχει χρεωθεί στην πρότερη κατάσταση. 2. Περαιτέρω αποζημίωση δεν αποκλείεται, εφόσον το σχετικό δικαίωμα θεμελιώνεταιστο δίκαιο που διέπει τη σύμβαση μεταξύ του πληρωτή και του οικείου φορέαπαροχής υπηρεσιών πληρωμών.
Άρθρο 56 (άρθρο 61 της Οδηγίας 2007/64) Ευθύνη του πληρωτή για μη εγκεκριμένεςσυναλλαγές πληρωμής 1. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 55 αυτού του νόμου, ο πληρωτήςευθύνεται μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα (150) ευρώ για τις ζημίες πουσχετίζονται με τη διενέργεια μη εγκεκριμένων συναλλαγών πληρωμής, οι οποίεςπροκύπτουν είτε από τη χρήση απολεσθέντος ή κλαπέντος μέσου πληρωμών είτε, σεπερίπτωση που ο πληρωτής δεν έχει διαφυλάξει με ασφάλεια τα εξατομικευμέναστοιχεία ασφαλείας του μέσου πληρωμών, από τη χρήση του από μη δικαιούχο. 2. Ο πληρωτής ευθύνεται για όλες τις ζημίες που σχετίζονται με κάθε μηεγκεκριμένη συναλλαγή πληρωμής, εφόσον οι ζημίες αυτές οφείλονται είτε σε δόλοείτε στη μη τήρηση μίας ή περισσοτέρων από τις υποχρεώσεις που υπέχει, σύμφωναμε τις διατάξεις του άρθρου 51 αυτού του νόμου, από πρόθεση ή βαρειά αμέλεια. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν ισχύει το ανώτατο ποσό που καθορίζεται στηνπαράγραφο 1 αυτού του άρθρου. 3. Από το χρονικό σημείο της ειδοποίησης του φορέα παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα μετις διατάξεις της περίπτωσης (β) της παραγράφου 1 του άρθρου 51 αυτού του νόμου,ο πληρωτής δεν έχει οποιαδήποτε οικονομική συνέπεια που απορρέει από τη χρήσηαπολεσθέντος, κλαπέντος ή χρησιμοποιηθέντος από μη δικαιούχο μέσου πληρωμών,εκτός αν ενήργησε με δόλο. 4. Αν ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών δεν παρέχει στον πληρωτή τα κατάλληλαμέσα που να του επιτρέπουν να προβεί σε ειδοποίηση, σε διαρκή βάση, αναφορικά μετην απώλεια, κλοπή ή χρήση από μη δικαιούχο Άρθρο 57 (άρθρο 62 της Οδηγίας 2007/64) Δικαίωμα επιστροφής χρηματικών ποσών για συναλλαγές πληρωμής που ενεργοποιούνταιαπό το δικαιούχο ή μέσω αυτού
1. Ο πληρωτής δικαιούται να ζητήσει από τον οικείο φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών την επιστροφή χρηματικών ποσών που αφορούν εγκεκριμένη συναλλαγή πληρωμής, η οποία ενεργοποιήθηκε από το δικαιούχο ή μέσω αυτού και έχει ήδη εκτελεστεί, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) κατά το χρονικό σημείο της έγκρισης δεν προσδιορίστηκε το ακριβές ποσό τηςσυναλλαγής πληρωμής, και (β) το ποσό της συναλλαγής πληρωμής υπερέβη το ποσό που θα ανέμενε εύλογα οπληρωτής, λαμβάνοντας υπόψη: i) τα προηγούμενα συνήθη έξοδά του, ii) τους όρουςτης σύμβασης-πλαίσιο που διέπει τις συναλλαγές του και iii) τις ειδικές συνθήκεςτης περίπτωσης. Κατόπιν αιτήματος του φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών, ο πληρωτής παρέχει ταπλήρη στοιχεία και έγγραφα που αφορούν την κατά την προηγούμενη παράγραφοσυναλλαγή πληρωμής. Η υποχρέωση επιστροφής χρηματικών ποσών, σύμφωνα με τιςδιατάξεις αυτής της παραγράφου του άρθρου, αφορά ολόκληρο το ποσό τηςεκτελεσθείσας συναλλαγής πληρωμής. Για τους σκοπούς του στοιχείου (β) αυτής της παραγράφου του άρθρου, ο πληρωτήςδεν δικαιούται να επικαλεστεί λόγους μετατροπής συναλλάγματος, αν εφαρμόστηκε ησυναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς, την οποία έχει συμφωνήσει με τον οικείο φορέαπαροχής υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης (δ) τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 31 και της υποπερίπτωσης (ii) της περίπτωσης (γ) τουάρθρου 36 του νόμου αυτού. 2. Ειδικά για τις άμεσες χρεώσεις, στη σύμβαση-πλαίσιο μεταξύ του πληρωτή και του οικείου φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να περιέχεται όρος σύμφωνα με τον οποίο ο πληρωτής δικαιούται να ζητήσει την επιστροφή χρηματικών ποσών από τον οικείο φορέα παροχής υπηρεσιών 3. Στη σύμβαση-πλαίσιο μεταξύ του πληρωτή και του οικείου φορέα παροχήςυπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να περιέχεται όρος σύμφωνα με τον οποίο οπληρωτής δεν δικαιούται να ζητήσει την επιστροφή χρηματικών ποσών, εάν: (α) έχει δώσει τη συναίνεσή του για την εκτέλεση της συναλλαγής πληρωμήςαπευθείας στον οικείο φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών, και (β) εφόσον συντρέχει περίπτωση, οι πληροφορίες για τη μελλοντική συναλλαγήπληρωμών έχουν παρασχεθεί ή έχουν τεθεί στη διάθεση του πληρωτή, κατά τοσυμφωνηθέντα τρόπο, τουλάχιστον τέσσερις (4) εβδομάδες πριν από την ημερομηνίαεξόφλησης είτε από τον οικείο φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών είτε από τοδικαιούχο.
Άρθρο 58 (άρθρο 63 της Οδηγίας 2007/64) Αίτημα επιστροφής χρηματικών ποσών για συναλλαγές πληρωμής που ενεργοποιούνταιαπό το δικαιούχο ή μέσω αυτού 1. Ο πληρωτής δικαιούται να υποβάλει αίτημα επιστροφής χρηματικών ποσών, σύμφωναμε τις διατάξεις του άρθρου 57 αυτού του νόμου, τα οποία αφορούν εγκεκριμένησυναλλαγή πληρωμής που ενεργοποιήθηκε από το δικαιούχο ή μέσω αυτού, εντόςπροθεσμίας οκτώ (8) εβδομάδων από την ημερομηνία χρέωσης του λογαριασμούπληρωμών του με το αντίστοιχα χρηματικά ποσά. 2. Εντός προθεσμίας δέκα (10) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβήςαιτήματος επιστροφής χρηματικών ποσών, ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών τουπληρωτή υποχρεούται: (α) είτε να επιστρέφει το συνολικό ποσό της συναλλαγής πληρωμής, (β)είτε να αιτιολογεί την άρνησή του για ανταπόκριση στο αίτημα επιστροφήςχρηματικών ποσών, υποδεικνύοντας στον πληρωτή τους φορείς στους οποίουςδικαιούται να προσφύγει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 73, 75 και 76 αυτούτου νόμου, αν ο τελευταίος δεν αποδέχεται την αιτιολόγηση του φορέα παροχήςυπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή. 3. Ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή δεν δικαιούται να αρνηθεί ναανταποκριθεί σε αίτημα επιστροφής χρηματικών ποσών, σύμφωνα με τις διατάξεις τηςπαραγράφου 2 αυτού του άρθρου, στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 2του άρθρου 57 αυτού του νόμου.
ΤΜΗΜΑ Γ: ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ ΠΛΗΡΩΜΗΣ
ΕΝΟΤΗΤΑ 1: ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΕΝΤΟΛΕΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΑΜΕΤΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΑ ΠΟΣΑ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ
Άρθρο 59 (άρθρο 64 της Οδηγίας 2007/64) Λήψη εντολής πληρωμής 1. Ως χρονικό σημείο λήψης εντολής πληρωμής, η οποία διαβιβάστηκε είτε άμεσα απότον πληρωτή είτε έμμεσα από το δικαιούχο ή μέσω αυτού, νοείται το χρονικό σημείοκατά το οποίο ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή λαμβάνει τηνεντολή πληρωμής. Αν το χρονικό σημείο λήψης της εντολής δεν συμπίπτει μεεργάσιμη ημέρα του φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, η εντολήπληρωμής λογίζεται ως ληφθείσα την επόμενη εργάσιμη ημέρα. Ο φορέας παροχήςυπηρεσιών πληρωμών δικαιούται να καθορίζει ένα οριακό χρονικό σημείο ("cut-offtime") προς το τέλος της εργάσιμης ημέρας, πέραν του οποίου κάθε λαμβανομένηεντολή πληρωμής λογίζεται ως ληφθείσα την επόμενη εργάσιμη ημέρα. 2. Αν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών, ο οποίος ενεργοποιεί την εντολή πληρωμής καιο οικείος φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών συμφωνήσουν ότι η εκτέλεση εντολήςπληρωμής αρχίζει σε συγκεκριμένη ημέρα ή στο τέλος συγκεκριμένης περιόδου ή τηνημέρα που ο πληρωτής θα έχει θέσει χρηματικά ποσά, κατά την έννοια τηςπαραγράφου 15 του άρθρου 4 αυτού του νόμου, στη διάθεση του οικείου φορέαπαροχής υπηρεσιών πληρωμών, ως χρονικό σημείο λήψης της εντολής πληρωμής, γιατους σκοπούς των διατάξεων του άρθρου 64 αυτού του νόμου, λογίζεται αυτή ησυμφωνηθείσα ημέρα. Αν η συμφωνηθείσα ημέρα δεν είναι εργάσιμη ημέρα για το φορέα παροχής υπηρεσιώνπληρωμών, η ληφθείσα εντολή πληρωμής λογίζεται ως ληφθείσα την επόμενη εργάσιμηημέρα.
Άρθρο 60 (άρθρο 65 της Οδηγίας 2007/64) Άρνηση εκτέλεσης εντολής πληρωμής
1. Εφόσον ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών αρνείται να εκτελέσει εντολή πληρωμής, η άρνηση και, εφόσον είναι εφικτό, οι λόγοι της άρνησης, καθώς και η διαδικασία επανόρθωσης τυχόν λαθών που οδήγησαν στην άρνηση, γνωστοποιούνται στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, εκτός αν αυτό απαγορεύεται από άλλες διατάξεις της νομοθεσίας. Η γνωστοποίηση αυτή γίνεται προς τον ή τίθεται στη διάθεση του χρήστη υπηρεσιώνπληρωμών από τον οικείο φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών κατά το συμφωνηθέντατρόπο, κατά το συντομότερο δυνατό χρόνο και, σε κάθε περίπτωση, μέσα στιςπροθεσμίες που καθορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 64 αυτού του νόμου. Στη σύμβαση-πλαίσιο επιτρέπεται να περιέχεται όρος, σύμφωνα με τον οποίο οφορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών δικαιούται να επιβάλει επιβαρύνσεις για τηγνωστοποίηση, εφόσον η άρνηση είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη. 2. Εφόσον πληρούνται όλοι οι όροι που προβλέπονται στη σύμβαση-πλαίσιο, ο φορέαςπαροχής υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή δεν δικαιούται να αρνείται την εκτέλεσηεγκεκριμένης εντολής πληρωμής, ανεξαρτήτως του αν η εντολή πληρωμήςενεργοποιείται από τον πληρωτή, από το δικαιούχο ή μέσω του δικαιούχου, εκτός ανη εκτέλεση της εντολής απαγορεύεται από άλλες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. 3. Για τους σκοπούς των διατάξεων των άρθρων 64 και 69 αυτού του νόμου, εντολήπληρωμής την εκτέλεση της οποίας αρνείται ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμώνλογίζεται ως μη ληφθείσα.
Άρθρο 61 (άρθρο 66 της Οδηγίας 2007/64) Ανέκκλητο εντολής πληρωμής -προϋποθέσεις επιτρεπτού ανάκλησης 1. Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δεν δικαιούται να ανακαλεί εντολή πληρωμής πουέχει ληφθεί από το φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, εκτός αν με τιςδιατάξεις άλλων παραγράφων αυτού του άρθρου ορίζεται διαφορετικά. 2. Όταν συναλλαγή πληρωμής ενεργοποιείται από το δικαιούχο ή μέσω αυτού, οπληρωτής δεν δικαιούται να ανακαλεί εντολή πληρωμής, εφόσον έχει διαβιβάσει τηνεντολή πληρωμής ή έχει δώσει στο δικαιούχο τη συναίνεσή του για την εκτέλεση τηςσυναλλαγής πληρωμής. 3. Στις άμεσες χρεώσεις και με την επιφύλαξη του δικαιώματος επιστροφήςχρηματικών ποσών, ο πληρωτής δικαιούται να ανακαλεί εντολή πληρωμής το αργότερομέχρι το τέλος της εργάσιμης ημέρας που προηγείται της ημέρας, η οποίασυμφωνήθηκε για τη χρέωση του λογαριασμού πληρωμών του με τα χρηματικά ποσά. 4. Στην περίπτωση που αναφέρεται στη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 59αυτού του νόμου, χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δικαιούται να ανακαλεί εντολήπληρωμής το αργότερο έως το τέλος της εργάσιμης ημέρας που προηγείται τηςσυμφωνηθείσας ημέρας. 5. Μετά την παρέλευση των χρονικών ορίων που καθορίζονται στις παραγράφους 1 έως4 αυτού του άρθρου, εντολή πληρωμής επιτρέπεται να ανακαλείται, εφόσον υπάρχεισυμφωνία μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του οικείου φορέα παροχήςυπηρεσιών πληρωμών. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 αυτού του άρθρου,απαιτείται, επίσης, η συμφωνία του δικαιούχου. Ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών δικαιούται να επιβάλλει επιβαρύνσεις για τηνανάκληση εντολής πληρωμής, εφόσον υπάρχει σχετικός όρος στη σύμβαση-πλαίσιο.
Άρθρο 62 (άρθρο 67 της Οδηγίας 2007/64) Μεταφερόμενα και παραλαμβανόμενα ποσάσυναλλαγής πληρωμής 1. Ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, ο φορέας παροχής υπηρεσιώνπληρωμών του δικαιούχου, καθώς και τυχόν φορείς που διαμεσολαβούν για λογαριασμότους μεταφέρουν πλήρες το ποσό της συναλλαγής πληρωμής και δεν αφαιρούν τυχόνεπιβαρύνσεις από αυτό. 2. Ο δικαιούχος και ο οικείος φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται νασυμφωνούν ότι ο τελευταίος δικαιούται να αφαιρεί τις 3. Εφόσον συναλλαγή πληρωμής ενεργοποιείται από τον πληρωτή και από τομεταφερόμενο ποσό αφαιρούνται επιβαρύνσεις πέραν εκείνων που αναφέρονται στηδιάταξη της παραγράφου 2 αυτού του άρθρου, ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμήςτου πληρωτή διασφαλίζει ότι ο δικαιούχος λαμβάνει το συνολικό ποσό τηςσυναλλαγής πληρωμής. Εφόσον συναλλαγή πληρωμής ενεργοποιείται από δικαιούχο ή μέσω αυτού, ο οικείοςφορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών διασφαλίζει ότι ο δικαιούχος λαμβάνει πλήρεςτο ποσό της συναλλαγής πληρωμής.
ΕΝΟΤΗΤΑ 2: ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ ΧΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΠΟΣΩΝ
Άρθρο 63 (άρθρο 68 της Οδηγίας 2007/64) Πεδίο εφαρμογής 1. Οι διατάξεις των άρθρων 64 έως 67 αυτού του νόμου εφαρμόζονται σε συναλλαγέςπληρωμής σε ευρώ. 2. Οι διατάξεις του άρθρου 67 αυτού του νόμου εφαρμόζονται και σε συναλλαγέςπληρωμής που απαιτούν μόνο μια μετατροπή νομίσματος μεταξύ του ευρώ και τουεπίσημου νομίσματος κράτους μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, εφόσον ηαπαιτούμενη μετατροπή νομίσματος πραγματοποιείται στο κράτος μέλος τουΕυρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου που δεν χρησιμοποιεί το ευρώ και η διασυνοριακήσυναλλαγή πληρωμής πραγματοποιείται σε ευρώ. 3. Οι διατάξεις των άρθρων 64 έως 67 αυτού του νόμου εφαρμόζονται και σε άλλεςσυναλλαγές πληρωμής, εκτός αν υπάρχει διαφορετική συμφωνία μεταξύ του χρήστηυπηρεσιών πληρωμών και του οικείου φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών,εξαιρουμένων των διατάξεων του άρθρου 67 αυτού του νόμου. Εφόσον ο χρήστηςυπηρεσιών πληρωμών και ο οικείος φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών συμφωνούνπροθεσμία μεγαλύτερη από τις οριζόμενες στο άρθρο 64 αυτού του νόμου γιασυναλλαγές πληρωμής που Άρθρο 64 (άρθρο 69 της Οδηγίας 2007/64) Συναλλαγές πληρωμής προς λογαριασμόπληρωμών
1. Ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή διασφαλίζει ότι μετά το χρονικό σημείο λήψης εντολής πληρωμής, το ποσό της συναλλαγής πληρωμής πιστώνεται στο λογαριασμό πληρωμών του φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου το αργότερο μέχρι το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας. Έως την 1η Ιανουαρίου 2012, ο πληρωτής και ο οικείος φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών δικαιούνται να συμφωνούν διαφορετική προθεσμία, η οποία δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις τρεις (3) εργάσιμες ημέρες. Οι προθεσμίες αυτές επιτρέπεται να παρατείνονται κατά μία (1) επιπλέον εργάσιμηημέρα για συναλλαγές πληρωμής, οι οποίες ενεργοποιούνται με οδηγίες που δίδονταισε έντυπη μορφή. 2. Ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου καθορίζει ημερομηνίααξίας, και καθιστά διαθέσιμο το ποσό της συναλλαγής πληρωμής στο λογαριασμόπληρωμών του δικαιούχου μετά από την παραλαβή των χρηματικών ποσών, από το φορέαπαροχής υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 67αυτού του νόμου. 3. Ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου διαβιβάζει εντολήπληρωμής, η οποία ενεργοποιείται από δικαιούχο ή μέσω αυτού, στο φορέα παροχήςυπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή εντός της προθεσμίας που έχει συμφωνηθεί μεταξύτου δικαιούχου και του οικείου φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών, καθιστώνταςεφικτό το διακανονισμό της, εφόσον πρόκειται για άμεση χρέωση, κατά τησυμφωνηθείσα ημερομηνία εξόφλησης.
Άρθρο 65 (άρθρο 70 της Οδηγίας 2007/64) Μη τήρηση λογαριασμού πληρωμών από το δικαιούχο σε φορέα παροχής υπηρεσιώνπληρωμών
Εφόσον δικαιούχος δεν τηρεί λογαριασμό πληρωμών στο φορέα παροχής υπηρεσιώνπληρωμών, τα χρηματικά ποσά, τίθενται στη διάθεσή του από το φορέα παροχήςυπηρεσιών πληρωμών που τα παραλαμβάνει για λογαριασμό του, εντός της προθεσμίαςπου καθορίζεται στο άρθρο 64 αυτού του νόμου.
Άρθρο 66 (άρθρο 71 της Οδηγίας 2007/64) Τοποθέτηση μετρητών σε λογαριασμόπληρωμών
Όταν χρήστης υπηρεσιών πληρωμών, ο οποίος είναι καταναλωτής, κατά την έννοια τηςπαραγράφου 11 του άρθρου 4 αυτού του νόμου, τοποθετεί μετρητά σε λογαριασμόπληρωμών τηρούμενο στον οικείο φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών στο νόμισματήρησης αυτού του λογαριασμού, ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών διασφαλίζειότι το ποσό καθίσταται διαθέσιμο αμέσως μετά την παραλαβή του και με τηναντίστοιχη ημερομηνία αξίας. Αν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δεν είναι καταναλωτής, το ποσό καθίσταταιδιαθέσιμο και με ημερομηνία αξίας, το αργότερο, την επόμενη της παραλαβής τουεργάσιμη ημέρα.
Άρθρο 67 (άρθρο 73 της Οδηγίας 2007/64) Ημερομηνία αξίας και διαθεσιμότηταχρηματικών ποσών
1. Η ημερομηνία αξίας για την πίστωση λογαριασμού πληρωμών δικαιούχου δεν επιτρέπεται να είναι μεταγενέστερη της εργάσιμης ημέρας κατά την οποία το ποσό της συναλλαγής πληρωμής πιστώνεται στο λογαριασμό του φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 64 αυτού του νόμου. Ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου διασφαλίζει ότι το ποσό τηςσυναλλαγής πληρωμής καθίσταται διαθέσιμο στο δικαιούχο αμέσως μόλις πιστωθεί στολογαριασμό πληρωμών του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 64 αυτού του νόμου. 2. Η ημερομηνία αξίας για τη χρέωση λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή δεν επιτρέπεται να είναι προγενέστερη του χρονικού σημείου χρέωσης αυτού του λογαριασμού πληρωμών με το ποσό της συναλλαγής πληρωμής. ΕΝΟΤΗΤΑ 3: ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ
Άρθρο 68 (άρθρο 74 της Οδηγίας 2007/64) Εσφαλμένο μέσο ταυτοποίησης πελάτη 1. Εφόσον εντολή πληρωμής εκτελείται σύμφωνα με μέσο ταυτοποίησης πελάτη αυτήτεκμαίρεται ότι έχει εκτελεστεί ορθά, όσον αφορά το δικαιούχο που προσδιορίζεταισε αυτό. 2. Αν το μέσο ταυτοποίησης πελάτη που παρέχει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών είναιεσφαλμένο, ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών δεν φέρει ευθύνη, σύμφωνα με τιςδιατάξεις του άρθρου 69 αυτού του νόμου, για τη μη εκτέλεση ή την πλημμελήεκτέλεση συναλλαγής πληρωμής. Ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτήκαταβάλλει εύλογες προσπάθειες για την ανάκτηση των χρηματικών ποσών που αφορούντη συναλλαγή πληρωμής. Εφόσον υπάρχει σχετικός όρος στη σύμβαση-πλαίσιο, ο φορέας παροχής υπηρεσιώνπληρωμών δικαιούται να επιβάλλει επιβαρύνσεις στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών γιατην ανάκτηση χρηματικών ποσών. 3. Αν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών παρέχει πληροφορίες πέραν εκείνων που καθορίζονται στην περίπτωση (α) της παραγράφου 1 του άρθρου 31 ή στην υποπερίπτωση (ii) της περίπτωσης (β) του άρθρου 36 αυτού του νόμου, ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών ευθύνεται μόνο για την εκτέλεση συναλλαγών πληρωμών σύμφωνα με το παρασχεθέν από το χρήστη υπηρεσιών πληρωμών μέσο ταυτοποίησης πελάτη.
Άρθρο 69 (άρθρο 75 της Οδηγίας 2007/64) Μη εκτέλεση ή πλημμελής εκτέλεση
1. Εφόσον εντολή πληρωμής ενεργοποιείται από τον πληρωτή, ο οικείος φορέαςπαροχής υπηρεσιών πληρωμών, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 53 και τωνπαραγράφων 2 και 3 του άρθρου 68, αυτού του νόμου, ευθύνεται έναντι του πληρωτήγια την ορθή εκτέλεση της συναλλαγής πληρωμής, εκτός αν αποδείξει στον πληρωτήκαι, εφόσον συντρέχει
Αν ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή ευθύνεται σύμφωνα με τιςδιατάξεις του πρώτου εδαφίου αυτής της παραγράφου του άρθρου επιστρέφει, χωρίςυπαίτια βραδύτητα, στον πληρωτή τα χρηματικά ποσά της ανεκτέλεστης ή πλημμελώςεκτελεσθείσας συναλλαγής πληρωμής και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, επαναφέρειτον χρεωθέντα λογαριασμό πληρωμών στην πρότερη κατάσταση. Αν ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου ευθύνεται σύμφωνα με τιςδιατάξεις του πρώτου εδαφίου αυτής της παραγράφου αυτού του άρθρου, θέτει αμέσωςτο ποσό της συναλλαγής πληρωμής στη διάθεση του δικαιούχου και, εφόσον συντρέχειπερίπτωση, πιστώνει το αντίστοιχο πόσο στο λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου. Σε περίπτωση που η εντολή πληρωμής ενεργοποιείται από τον πληρωτή και ησυναλλαγή πληρωμής δεν εκτελείται ή εκτελείται πλημμελώς, ο οικείος φορέαςπαροχής υπηρεσιών πληρωμών, ανεξάρτητα από τυχόν ευθύνη σύμφωνα με τις διατάξειςαυτής της παραγράφου αυτού του άρθρου, κατόπιν αιτήματος, προσπαθεί αμέσως ναεντοπίσει τη συναλλαγή πληρωμής και ειδοποιεί τον πληρωτή αναφορικά με τοαποτέλεσμα. 2. Εφόσον εντολή πληρωμής ενεργοποιείται από το δικαιούχο ή μέσω αυτού, οοικείος φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών, με την επιφύλαξη των διατάξεων τουάρθρου 53 και των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 68 αυτού του νόμου, ευθύνεταιέναντι του δικαιούχου για την ορθή διαβίβαση της εντολής πληρωμής στο φορέαπαροχής υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή σύμφωνα με τις διατάξεις την παράγραφο 3του άρθρου 64 αυτού του νόμου. Αν ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου ευθύνεται σύμφωνα με τηδιάταξη του προηγούμενου εδαφίου αυτής της υποπαραγράφου αυτού του άρθρου,αναδιαβιβάζει αμέσως αυτήν την εντολή πληρωμής στο φορέα παροχής υπηρεσιώνπληρωμών του πληρωτή. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 53 και των παραγράφων 2 και 3 τουάρθρου 68 αυτού του νόμου, ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχουευθύνεται έναντι του δικαιούχου για τη διεκπεραίωση συναλλαγής πληρωμής σύμφωναμε τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 67 αυτού τουνόμου. Αν ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου ευθύνεται, σύμφωναμε τη διάταξη του προηγούμενου εδαφίου αυτής της υποπαραγράφου αυτού του άρθρου,
διασφαλίζει ότι το ποσό της συναλλαγής πληρωμής καθίσταται διαθέσιμο στοδικαιούχο αμέσως μόλις αυτό πιστωθεί στο λογαριασμό του φορέα παροχής υπηρεσιώνπληρωμών του δικαιούχου. Σε περίπτωση μη εκτέλεσης ή πλημμελούς εκτέλεσης συναλλαγής πληρωμής για τηνοποία ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου δεν ευθύνεται σύμφωναμε τις διατάξεις της πρώτης και της δεύτερης υποπαραγράφου αυτού του άρθρου, οφορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή ευθύνεται έναντι του πληρωτή. Εφόσον ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή ευθύνεται, επιστρέφει μεπρόσφορο τρόπο και χωρίς υπαίτια βραδύτητα στον πληρωτή τα χρηματικά ποσά τηςανεκτέλεστης ή πλημμελώς εκτελεσθείσας συναλλαγής πληρωμής, και επαναφέρει τοχρεωθέντα λογαριασμό πληρωμών στην πρότερη κατάσταση. Σε περίπτωση που εντολή πληρωμής ενεργοποιείται από το δικαιούχο ή μέσω αυτούκαι η συναλλαγή πληρωμής δεν εκτελείται ή εκτελείται πλημμελώς, ο φορέας παροχήςυπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου, ανεξάρτητα από την ευθύνη σύμφωνα με τιςδιατάξεις αυτής της παραγράφου αυτού του άρθρου, κατόπιν αιτήματος προσπαθείαμέσως να εντοπίσει τη συναλλαγή πληρωμής και ειδοποιεί το δικαιούχο αναφορικάμε το αποτέλεσμα. 3. Ο φορέας παροχής υπηρεσιών πληρωμών φέρει ευθύνη έναντι του οικείου χρήστηυπηρεσιών πληρωμών για τυχόν επιβαρύνσεις που επιβαρύνουν το χρήστη υπηρεσιώνπληρωμών, καθώς και για τόκους που οφείλει ως συνέπεια της μη εκτέλεσης ή τηςπλημμελούς εκτέλεσης συναλλαγής πληρωμής.
Άρθρο 70 (άρθρο 76 της Οδηγίας 2007/64) Πρόσθετη αποζημίωση
Τυχόν πρόσθετη αποζημίωση, πέραν εκείνης που προβλέπεται στις διατάξεις τωνάρθρων 68 έως 71 αυτού του νόμου, μπορεί να συμφωνείται μεταξύ του χρήστηυπηρεσιών πληρωμών και του οικείου φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα μετο δίκαιο που διέπει τη μεταξύ τους σύμβαση.
Άρθρο 71 (άρθρο 77 της Οδηγίας 2007/64) Δικαίωμα αποζημίωσης και αναγωγής 1. Εφόσον η ευθύνη του φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τιςδιατάξεις του άρθρου 69 αυτού του νόμου, μπορεί να αποδοθεί σε άλλο φορέαπαροχής υπηρεσιών πληρωμών ή σε φορέα που διαμεσολαβεί, αυτός ο άλλος φορέαςπαροχής υπηρεσιών πληρωμών ή ο φορέας που διαμεσολαβεί αποζημιώνει τον πρώτοφορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών για κάθε ζημία που υπέστη, ή για κάθε χρηματικόποσό που κατέβαλε κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 69 αυτού του νόμου. 2. Η υποχρέωση καταβολής περαιτέρω αποζημίωσης δεν αποκλείεται, εφόσον αυτή έχειαποτελέσει αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ του φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμώνή/και του φορέα που διαμεσολαβεί και αυτό επιτρέπεται σύμφωνα με το δίκαιο πουδιέπει τη μεταξύ τους συμφωνία.
ΤΜΗΜΑ Δ: ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 72 (άρθρο 79 της Οδηγίας 2007/64) Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από διαχειριστές συστημάτωνπληρωμών και φορείς παροχής υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται, εφόσον είναιαναγκαία για τη διασφάλιση της πρόληψης, της διερεύνησης και του εντοπισμούπεριστατικών απάτης σχετικά με τις πληρωμές. Η κατά το προηγούμενο εδάφιοεπεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα γίνεται σύμφωνα με τις διατάξειςτου νόμου 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένωνπροσωπικού χαρακτήρα» (Α' 50).
Άρθρο 73 (άρθρο 80 της Οδηγίας 2007/64) Καταγγελίες
1. Οι χρήστες υπηρεσιών πληρωμών και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, περιλαμβανομένωντων ενώσεων καταναλωτών, δικαιούνται να υποβάλλουν στην αρμόδια αρχή πουορίζεται στο άρθρο 75 αυτού του νόμου καταγγελίες 2. Η αρμόδια αρχή που ορίζεται στο άρθρο 75 αυτού του νόμου ενημερώνει τονκαταγγέλλοντα αναφορικά με την ύπαρξη διαδικασιών εξωδικαστικής επίλυσηςδιαφορών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 76 αυτού του νόμου.
Άρθρο 74 (άρθρο 81 της Οδηγίας 2007/64) Κυρώσεις 1. Με την επιφύλαξη άλλων ειδικότερων διατάξεων, με απόφαση του ΥπουργούΟικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας επιβάλλεται σε βάρος των φορέωνπαροχής υπηρεσιών πληρωμών, οι οποίοι δεν τηρούν τις υποχρεώσεις τους πουαπορρέουν από τις διατάξεις των κεφαλαίων IV και V αυτού του νόμου, πρόστιμο απόπέντε χιλιάδες (5.000) έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. Σε περίπτωσηυποτροπής το ανώτατο όριο προστίμου διπλασιάζεται. Κατά την επιμέτρηση τουπροστίμου λαμβάνονται ιδίως υπόψη: α) η βαρύτητα της παράβασης, β) η συχνότητααυτής, γ) η διάρκειά της, δ) οι ειδικές συνθήκες τέλεσής της, ε) ο βαθμόςυπαιτιότητας και στ) ο κύκλος εργασιών του παραβάτη. 2. Τα ποσά των προστίμων που επιβάλλονται αποτελούν δημόσιο έσοδο, εισπράττονταισύμφωνα με τις διατάξεις του Κ. Ε.Δ. Ε. (ν.δ. 356/1974, Α' 90) και μπορεί νααναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Οικονομίας,Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. 3. Η επιβολή των ως άνω διοικητικών κυρώσεων είναι ανεξάρτητη από κάθε άλληαστική, ποινική ή πειθαρχική κύρωση που τυχόν προβλέπεται σε βάρος των φορέωνπαροχής υπηρεσιών πληρωμών από το νόμο αυτό και την κείμενη νομοθεσία.
Άρθρο 75 (άρθρο 82 της Οδηγίας 2007/64) Αρμόδια αρχή για τη διαχείρισηκαταγγελιών
1. Αρμόδια αρχή για τη διαχείριση καταγγελιών, σύμφωνα με τις διατάξεις τουάρθρου 73, παράγραφος 1, αυτού του νόμου και την επιβολή των 2. Η εξουσία της αρμόδιας αρχής, σε περίπτωση παράβασης ή ενδεχόμενης παράβασηςτων διατάξεων των κεφαλαίων IV και V του Α' Μέρους του νόμου αυτού, εκτείνεται(α) στους φορείς παροχής υπηρεσιών πληρωμών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίαςστην Ελλάδα, και (β) σε αντιπροσώπους ή υποκαταστήματα με εγκατάσταση στηνΕλλάδα φορέων παροχής υπηρεσιών πληρωμών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σεάλλο κράτος μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.
Άρθρο 76 (άρθρο 83 της Οδηγίας 2007/64) Εξωδικαστική επίλυση διαφορών 1. Για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών, οι οποίες ανακύπτουν μεταξύ χρήστηυπηρεσιών πληρωμών και φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών και αφορούν ταδικαιώματα και τις υποχρεώσεις που καθορίζονται με τις διατάξεις αυτού τουνόμου, αρμόδιοι είναι ο Συνήγορος του Καταναλωτή, ο ΜεσολαβητήςΤραπεζικών-Επενδυτικών Υπηρεσιών και οι Επιτροπές Φιλικού Διακανονισμού πουπροβλέπονται στο άρθρο 11 του ν. 2251/1994 (Α' 191). 2. Σε περίπτωση διασυνοριακών διαφορών, οι ανωτέρω φορείς συνεργάζονται ενεργάμε τους αντίστοιχους φορείς των άλλων κρατών μελών του Ευρωπαϊκού ΟικονομικούΧώρου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ, ΤΡΟΠΟΠΟΙΟΥΜΕΝΕΣ, ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 77 (άρθρο 88 της Οδηγίας 2007/64) Μεταβατικές διατάξεις 1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του νόμου 3691/2008 ή άλλων σχετικώννομοθετικών διατάξεων, νομικά πρόσωπα, τα οποία κατά την ημερομηνία έναρξηςισχύος αυτού του νόμου ασκούν ήδη, σύμφωνα με την 2. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, εξαιρούνται από την υποχρέωση αδειοδότησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του νόμου αυτού, τα χρηματοδοτικά ιδρύματα τα οποία ασκούν τις δραστηριότητες του εδαφίου (δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του νόμου 3601/2007 και πληρούν τις προϋποθέσεις του εδαφίου (ε) της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του νόμου 3601/2007 πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος αυτού του νόμου. Τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή υποχρεούνται ναγνωστοποιήσουν στην Τράπεζα της Ελλάδος τις δραστηριότητες που ασκούν έως τηνημερομηνία έναρξης ισχύος αυτού του νόμου. Η γνωστοποίηση αυτή πρέπει ναπεριλαμβάνει πληροφορίες που να αποδεικνύουν ότι έχουν συμμορφωθεί με τιςδιατάξεις των περιπτώσεων (α), (δ), (ζ), (η), (θ), (ια) και (ιβ) του άρθρου 7αυτού του νόμου. Εφόσον η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι τηρούνται οιυποχρεώσεις που απορρέουν από τις ανωτέρω διατάξεις, το ενδιαφερόμενοχρηματοδοτικό ίδρυμα εγγράφεται στο μητρώο που προβλέπεται στο άρθρο 15 αυτούτου νόμου. Η Τράπεζα της Ελλάδος δικαιούται να εξαιρεί τα χρηματοδοτικά ιδρύματα πουεμπίπτουν στην κατηγορία αυτή από τις απαιτήσεις που απορρέουν από τις διατάξειςτου άρθρου 7 αυτού του νόμου. 3. Τα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 αυτού του άρθρου λαμβάνουναυτομάτως άδεια λειτουργίας και εγγράφονται στο μητρώο που προβλέπεται στο άρθρο15, εφόσον η Τράπεζα της Ελλάδος διαθέτει ήδη στοιχεία ότι συμμορφώνονται με τιςυποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 7 και 12. Η Τράπεζα τηςΕλλάδος ενημερώνει σχετικά τα ενδιαφερόμενα νομικά πρόσωπα πριν από την έκδοσητης άδειας λειτουργίας. 4. Τα νομικά πρόσωπα των παραπάνω παραγράφων οφείλουν το αργότερο έως την 1ηΣεπτεμβρίου 2010 να προβούν στις αναγκαίες τροποποιήσεις των συμβάσεων που έχουνσυνάψει με τους καταναλωτές -χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών προκειμένου αυτές ναείναι σύμφωνες προς τις διατάξεις του Τρίτου Τμήματος του κεφαλαίου IV του νόμουαυτού.
Άρθρο 78 (άρθρα 89,90 παρ.2, 91 παρ.3 και 93 της Οδηγίας 2007/64) Καταργούμενες διατάξεις
Από την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου καταργούνται: (α) Το π.δ. 33/2000 «Προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 97/5/ΕΚτης 27.1.1997 για τις διασυνοριακές μεταφορές πιστώσεων» (ΦΕΚ 27 Α'). (β) Οι διατάξεις των άρθρων 2 έως 4 της Κ. Υ. Α. Ζ1-178/2001 (Β' 255). (γ) Οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 11 του άρθρου 4, και οιδιατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 4α του νόμου 2251/1994 (A; 191) (δ) Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 43 του νόμου 3691/2008 (Αα'...)«Πιστωτικά Ιδρύματα: Άσκηση δραστηριοτήτων, επάρκεια ίδιων κεφαλαίων» (ε) οι διατάξεις του άρθρου 18 του νόμου 3148/2003 (Α' 136) «Επιτροπή ΛογιστικήςΤυποποίησης και Ελέγχων, αντικατάσταση και συμπλήρωση των διατάξεων για ταιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και άλλες διατάξεις».
Άρθρο 79 (άρθρα 90 παρ.1, 91 παρ.1 και 92 της Οδηγίας 2007/64) Τροποποιούμενες διατάξεις
1.Οι διατάξεις των άρθρων 30,31,35 και 36 του νόμου αυτού ισχύουν και για τηνεφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 4α. του ν. 2291/1994 καθ'όσον αφορά την πληροφόρηση του καταναλωτή πριν από τη σύναψη σύμβασηςχρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση, σχετικά με τις πληροφορίες πουαφορούν τον προμηθευτή , τη χρηματοοικονομική υπηρεσία, τη σύμβαση και τηνπροσφυγή. 2.α) Στην περίπτωση δ. της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν.3601/2007 (Α' 178) αντίτων λέξεων «πράξεις διενέργειας πληρωμών» τίθενται οι λέξεις «υπηρεσίεςπληρωμών». β) Η περίπτωση ε. της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του ν. 3601/2007 αντικαθίσταταιως εξής: «ε. έκδοση και διαχείριση άλλων μέσων πληρωμής (ταξιδιωτικών καιτραπεζικών επιταγών), εφόσον η δραστηριότητα αυτή δεν καλύπτεται από τηνπροηγούμενη περίπτωση δ'.» 3. Η περίπτωση δ) της παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 3691/2008 αντικαθίσταται ωςεξής «δ) Τα ιδρύματα πληρωμών.»
Άρθρο 80 (άρθρα 16 παρ. 5, 51 παρ.4 της Οδηγίας 2007/64) Άλλες διατάξεις 1. Ο παρών νόμος ισχύει με την επιφύλαξη των διατάξεων της Κ.Υ.Α. Φ1-983/1991(Β' 172), και των λοιπών νομοθετικών διατάξεων που διέπουν τη χορήγηση πιστώσεωνσε καταναλωτές. 2. Για τις συμβάσεις-πλαίσιο μεταξύ πληρωτή και του οικείου φορέα παροχήςυπηρεσιών πληρωμών, οι οποίες έχουν καταρτιστεί πριν από την έναρξη ισχύος αυτούτου νόμου και αφορούν την εξόφληση οφειλών με άμεση χρέωση, ο πληρωτής, εφόσονείναι καταναλωτής κατά την έννοια του παρόντος νόμου, δικαιούται να ζητήσει τηνεπιστροφή χρηματικών ποσών, από τον οικείο φορέα παροχής υπηρεσιών πληρωμών,έστω και αν δεν υπάρχει σχετικός όρος στη σύμβαση-πλαίσιο, σύμφωνα με τιςδιατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 57 αυτού του νόμου. ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ Ολοκλήρωση ενσωμάτωσης της οδηγίας 2007/44/ΕΚ και Ενσωμάτωση της οδηγίας 2010/16/ΕΕ Καθορισμός διαδικαστικών κανόνων και κριτηρίων για την προληπτική αξιολόγησηπροτάσεων απόκτησης συμμετοχής σε πιστωτικά ιδρύματα, ασφαλιστικές καιαντασφαλιστικές επιχειρήσεις
Άρθρο 81 Σκοπός
Σκοπός του Δεύτερου Μέρους του νόμου αυτού, είναι η ενσωμάτωση στην ελληνικήνομοθεσία των άρθρων 1, 2, 4-6 της Οδηγίας 2007/44/ΕΚ του ΕυρωπαϊκούΚοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Σεπτεμβρίου 2007 «για την τροποποίησητης οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 2002/83/ΕΚ, 2004/39/ΕΚ,2005/68/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ σχετικά με τους διαδικαστικούς κανόνες και τα κριτήριααξιολόγησης για την προληπτική αξιολόγηση της απόκτησης και της αύξησηςσυμμετοχών στο μετοχικόκεφάλαιο επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα» (ΕΕ L247 καθώς και της οδηγίας 2010/16/ΕΕ της Επιτροπής της 9ης Μαρτίου 2010 «για τηντροποποίηση της οδηγίας 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τουΣυμβουλίου όσον αφορά την εξαίρεση ενός συγκεκριμένου ιδρύματος από το πεδίοεφαρμογής»(EEL ).
Άρθρο 82 (άρθρο 5 της Οδηγίας 2007/44) Αξιολόγηση απόκτησης ή εκχώρησηςσυμμετοχών σε πιστωτικά ιδρύματα
Το άρθρο 24 του ν. 3601/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 24 Συμμετοχές σε πιστωτικά ιδρύματα 1. α) Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο(στο εξής: «υποψήφιος αγοραστής»), το οποίο μεμονωμένα ή μέσω κοινής δράσης μεάλλα πρόσωπα, υπό την έννοια του εδαφίου γ' της παραγράφου 2 του παρόντοςάρθρου, έχει αποφασίσει είτε να αποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή, σεπιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα, είτε να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ήέμμεσα, υφιστάμενη συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα, ούτως ώστε το ποσοστό τωνδικαιωμάτων ψήφου ή του μετοχικού κεφαλαίου που θα κατέχει
β) Κάθε υποψήφιος αγοραστής, ο οποίος έχει αποφασίσει να αποκτήσει ή να αυξήσειπεραιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, υφιστάμενη συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύειστην Ελλάδα ούτως ώστε το ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου ή του μετοχικούκεφαλαίου που θα κατέχει να φθάνει ή να υπερβαίνει το όριο του 5%, ενημερώνειπροηγουμένως την Τράπεζα της Ελλάδος και της γνωστοποιεί το ποσοστό της νέαςσυμμετοχής. Η Τράπεζα της Ελλάδος αξιολογεί, κατά περίπτωση, εντός πέντε (5) εργασίμωνημερών, εάν η συμμετοχή αυτή οδηγεί σε σημαντική επιρροή και σε θετική περίπτωσηενημερώνει τον υποψήφιο αγοραστή και προβαίνει στην απαιτούμενη αξιολόγηση τηςπαραγράφου 11.
γ) Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο έχει αποφασίσει να παύσει να κατέχει,άμεσα ή έμμεσα, συμμετοχή των ανωτέρω εδαφίων α' ή β', σε πιστωτικό ίδρυμα πουεδρεύει στην Ελλάδα ή έχει αποφασίσει: i) να μειώσει τη συμμετοχή του σε πιστωτικό ίδρυμα, ούτως ώστε το ποσοστό τωνδικαιωμάτων ψήφου ή του μετοχικού κεφαλαίου που θα κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ναδιαμορφώνεται σε ποσοστό μικρότερο από το 5%, το 10%, το 20%, το 1/3 ή το 50% ή ii) να παύσει να έχει, άμεσα ή έμμεσα, τον έλεγχο του πιστωτικού ιδρύματος, ενημερώνει προηγουμένως εγγράφως την Τράπεζα της Ελλάδος και της γνωστοποιεί τοτυχόν ύψος της συμμετοχής που προτίθεται να διατηρήσει.
δ) Εφόσον τις συμμετοχές των εδαφίων α' ή β' της παρούσας παραγράφου προτίθενταινα πραγματοποιήσουν νομικά πρόσωπα, αυτά γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδοςτην ταυτότητα των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, των σημαντικότερωνδιευθυντικών στελεχών, των μετόχων που κατέχουν τουλάχιστον 5%, καθώς και όπουενδείκνυται την ταυτότητα των φυσικών προσώπων, υπό την έννοια του πραγματικούδικαιούχου της παραγράφου 16 του άρθρου 4 του ν. 3691/2008 (Α' 166), που, άμεσαή έμμεσα, τα ελέγχουν, καθώς και κάθε μεταγενέστερη μεταβολή. Αντίστοιχηυποχρέωση γνωστοποίησης στην Τράπεζα της Ελλάδος υπέχουν και τα ανωτέρω φυσικάπρόσωπα.
ε) Εάν τις συμμετοχές των εδαφίων α' και β' προτίθενται να αποκτήσουν έμμεσα έναή περισσότερα πρόσωπα, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να αξιολογεί με βάση τακριτήρια της παραγράφου 11, πέραν του υποψήφιου αγοραστή που προτίθεται νααποκτήσει άμεσα τη συμμετοχή και του πραγματικού δικαιούχου, και τα τυχόνπαρεμβαλλόμενα, μεταξύ των δύο προηγούμενων περιπτώσεων, πρόσωπα.
2. α) Για το σκοπό υπολογισμού του ποσοστού συμμετοχής, σύμφωνα με τις διατάξειςτου παρόντος άρθρου λαμβάνονται υπόψη τα άρθρα 9, 10, 12 και 13 παράγραφοι 4 και 5 του ν. 3556/2007 (Α' 91), υπό την επιφύλαξη του εδαφίου β'της παρούσας παραγράφου. β) Κατά τον ως άνω υπολογισμό του ποσοστού συμμετοχής δεν λαμβάνονται υπόψη ταδικαιώματα ψήφου ή οι μετοχές με δικαίωμα ψήφου που κατέχουν πιστωτικά ιδρύματαή επιχειρήσεις επενδύσεων ως αποτέλεσμα αναδοχής ή/ και τοποθέτησηςχρηματοπιστωτικών μέσων με ρητή δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με το εδάφιο (στ) τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 3606/2007, εφόσον τα εν λόγω δικαιώματα δενασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ' άλλον τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στηδιαχείριση του εκδότη και πρόκειται βάσει ρητής δέσμευσης να μεταβιβαστούν εντόςενός (1) έτους από την απόκτηση. γ) Ως «από κοινού δράση» για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου νοείται ηπερίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότεροι υποψήφιοι αγοραστές προτίθενται ναενεργούν συντονισμένα κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους μετά την απόκτησημετοχών ή δικαιωμάτων ψήφου με συμφωνία που μπορεί να γίνεται εγγράφως ήπροφορικά ή συνάγεται από πραγματικά περιστατικά, ανεξαρτήτως εάν τα πρόσωπα πουδρουν από κοινού συνδέονται μεταξύ τους. Η κοινοποίηση των δικαιωμάτων ψήφου τηςως άνω περίπτωσης στην Τράπεζα της Ελλάδος γίνεται είτε από τον κάθε υποψήφιοαγοραστή είτε από έναν από αυτούς, ο οποίος έχει εξουσιοδοτηθεί για το σκοπόαυτό. 3. Η Τράπεζα της Ελλάδος, γνωστοποιεί εγγράφως στον υποψήφιο αγοραστή τηνπαραλαβή της κοινοποίησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, καθώς και τωνπληροφοριών που προβλέπονται στην παράγραφο 6, και τις οποίες ενδεχομένωςπαρέλαβε μεταγενέστερα της εν λόγω κοινοποίησης. Η εν λόγω γνωστοποίησηπαρέχεται εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης καιτων σχετικών πρόσθετων στοιχείων. 4. α) Η Τράπεζα της Ελλάδος εντός εξήντα (60) εργασίμων ημερών από τηνημερομηνία της τελευταίας γραπτής επιβεβαίωσης περί της παραλαβής εκ μέρους τηςόλων των απαιτούμενων εγγράφων της παραγράφου 5 (στο εξής: "περίοδος αξιολόγησης"), προβαίνει στην αξιολόγηση που προβλέπεται στηνπαράγραφο 11 (στο εξής: "αξιολόγηση"). β) Η Τράπεζα της Ελλάδος στη γνωστοποίηση παραλαβής που προβλέπεται στην ανωτέρωπαράγραφο 3 αναφέρει και την ημερομηνία λήξης της περιόδου αξιολόγησης.
5. α) Η Τράπεζα της Ελλάδος με απόφασή της δημοσιοποιεί κατάλογο με τιςαναγκαίες, για τους σκοπούς της προληπτικής εποπτείας, πληροφορίες για τηδιενέργεια της αξιολόγησης, οι οποίες πρέπει να υποβάλλονται σε αυτήν κατά τηνκοινοποίηση που προβλέπει η παράγραφος 1. β) Οι πληροφορίες του εδαφίου α' είναι προσαρμοσμένες αναλόγως με ταχαρακτηριστικά του υποψήφιου αγοραστή (φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εποπτευόμενο ήμη κ.λπ.), το βαθμό συμμετοχής του στη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος για τοοποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής και το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής. 6. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, μέχρι και την πεντηκοστή εργάσιμη ημέρα τηςπεριόδου αξιολόγησης, να ζητήσει εγγράφως πληροφορίες διευκρινιστικές καισυναφείς με αυτές του καταλόγου της παραγράφου 5, αναγκαίες για την ολοκλήρωσητης αξιολόγησης, καθορίζοντας τα απαιτούμενα για το σκοπό αυτό συμπληρωματικάστοιχεία. 7. Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποίαζητήθηκαν οι πληροφορίες της παραγράφου 6 και της ημερομηνίας παραλαβής τηςαπάντησης του υποψήφιου αγοραστή, η περίοδος αξιολόγησης αναστέλλεται. Ηαναστολή αυτή δεν υπερβαίνει τις είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες. Η Τράπεζα τηςΕλλάδος έχει τη διακριτική ευχέρεια να ζητήσει τη συμπλήρωση ή τη διευκρίνισητων πληροφοριών, χωρίς όμως στην περίπτωση αυτή να επέρχεται νέα αναστολή τηςπεριόδου αξιολόγησης. 8. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να παρατείνει την αναστολή που αναφέρεται στηνπαράγραφο 7, κατά δέκα (10) εργάσιμες ημέρες, εάν ο υποψήφιος αγοραστής: α) είναι εγκατεστημένος ή υπόκειται σε ρυθμιστικό πλαίσιο σε χώρα εκτός τηςΕυρωπαϊκής Ένωσης ή β) είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο μη υποκείμενο στο εποπτικό καθεστώς που με βάσητην κοινοτική νομοθεσία διέπει τα πιστωτικά ιδρύματα, τις επιχειρήσεις παροχήςεπενδυτικών υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.), τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικέςεπιχειρήσεις ή εταιρίες διαχείρισης οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητέςαξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.). 9. Εάν η Τράπεζα της Ελλάδος αποφασίσει, μόλις ολοκληρώσει την αξιολόγησή της,να αντιταχθεί στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, εφόσον υπάρχουν βάσιμοιλόγοι γι' αυτό, με βάση τα κριτήρια της παραγράφου 11, ή εάν οι πληροφορίες πουδιαβιβάσθηκαν από τον υποψήφιο αγοραστή δεν είναι πλήρεις ή αληθείς, ενημερώνειεγγράφως τον υποψήφιο αγοραστή, εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από τη λήξη τηςπεριόδου αξιολόγησης ή και πριν από την εκπνοή αυτής, εκθέτοντας τους λόγουςαυτής της απόφασης. Σε αντίθετη περίπτωση, η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχήςθεωρείται ότι εγκρίθηκε. Η απόφαση περί απόρριψης της συμμετοχής με τη δέουσααιτιολόγηση μπορεί να δημοσιοποιείται κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος ήκαι κατόπιν αιτήματος του υποψήφιου αγοραστή. Η θετική απόφαση δημοσιοποιείταισε κάθε περίπτωση. 10. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ορίζει μέγιστη προθεσμία για την απόκτηση ήαύξηση υφιστάμενης συμμετοχής και να παρατείνει την προθεσμία αυτή, οσάκιςενδείκνυται. 11. α) Κατά την αξιολόγηση της κοινοποίησης που προβλέπει η παράγραφος 1 και τωνπληροφοριών που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6, η Τράπεζα της Ελλάδος,προκειμένου να διασφαλίσει τη χρηστή και συνετή διοίκηση του πιστωτικούιδρύματος για το οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής και λαμβάνοντας υπόψητην ενδεχόμενη επιρροή του υποψήφιου αγοραστή στο πιστωτικό ίδρυμα, αξιολογείτην καταλληλότητα του υποψήφιου αγοραστή και τα οικονομικά εχέγγυα τηςπροτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής από χρηματοοικονομική άποψη, με βάση τοσύνολο των ακόλουθων κριτηρίων: i) τη φήμη του υποψήφιου αγοραστή, ii) τη φήμη και την εμπειρία οποιουδήποτε προσώπου το οποίο θα διευθύνει τιςδραστηριότητες του πιστωτικού ιδρύματος κατόπιν της προτεινόμενης απόκτησηςσυμμετοχής, iii) τη χρηματοοικονομική ευρωστία του υποψήφιου αγοραστή, ιδίως ως προς τοείδος των δραστηριοτήτων που ασκούνται ή προβλέπεται ότι θα ασκούνται από τοπιστωτικό ίδρυμα για το οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής, iv) την ικανότητα του πιστωτικού ιδρύματος να ανταποκρίνεται και να συνεχίσει ναανταποκρίνεται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει κυρίως του παρόντοςνόμου, του ν. 3455/2006 (Α' 84) και του ν. 3606/2007 και, ιδίως, το βαθμό κατάτον οποίον ο όμιλος του οποίου, ενδεχομένως, το πιστωτικό ίδρυμα θα καταστείμέλος, μέσω της σχεδιαζόμενης συμμετοχής, διαθέτει δομή που καθιστά δυνατή τηνάσκηση αποτελεσματικής εποπτείας, την αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριώνμεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος και των άλλων ημεδαπών ή αλλοδαπών αρμόδιωναρχών, καθώς και τον προσδιορισμό της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ τους, v) το βαθμό κατά τον οποίο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέση με τηνπροτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχειδιαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικέςδραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά την έννοια του ν.3691/2008 ή ότι η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής είναι δυνατόν να αυξήσει αυτότον κίνδυνο.
β) Τηρουμένων των διατάξεων των παραγράφων 3, 4, 6, 7 και 8, σε περίπτωση πουκατά την περίοδο αξιολόγησης μίας πρότασης κοινοποιηθούν και άλλη ή άλλεςπροτάσεις για απόκτηση ή αύξηση υφιστάμενης συμμετοχής στο ίδιο πιστωτικόίδρυμα, η Τράπεζα της Ελλάδος τις αντιμετωπίζει αμερόληπτα.
γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν επιβάλλει εκ των προτέρων όρους, όσον αφορά το ύψοςτης συμμετοχής που πρέπει να αποκτηθεί ούτε εξετάζει την προτεινόμενη απόκτησησυμμετοχής από πλευράς οικονομικών αναγκών της αγοράς.
12. α) Η Τράπεζα της Ελλάδος κατά την αξιολόγηση της προτεινόμενης απόκτησηςσυμμετοχής ακολουθεί διαδικασία προηγούμενης διαβούλευσης με τις ημεδαπές ήαλλοδαπές αρμόδιες αρχές, εάν ο υποψήφιος αγοραστής είναι: i) πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση,επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή εταιρία διαχείρισης οργανισμούσυλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σεκράτος μέλος ή ii) μητρική πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής επιχείρησης, αντασφαλιστικήςεπιχείρησης, επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή εταιρίας διαχείρισηςοργανισμού συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες που έχουν λάβει άδειαλειτουργίας σε κράτος-μέλος ή iii) φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει άλλοπιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρησηπαροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή εταιρία διαχείρισης οργανισμού συλλογικώνεπενδύσεων σε κινητές αξίες, που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε κράτος-μέλος.
β) Η Τράπεζα της Ελλάδος διαβιβάζει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στις αρμόδιεςαρχές των λοιπών κρατών-μελών, για τους σκοπούς της αξιολόγησης τηςπροτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής που προβλέπεται στο παρόν άρθρο ή σεαντίστοιχη διάταξη νομοθεσίας κρατών μελών που ενσωματώνει το άρθρο 19 τηςΟδηγίας 2006/48, όπως ισχύει: i) κατόπιν αιτήματός τους, κάθε σχετική πληροφορία και ii) με δική της πρωτοβουλία, όλες τις ουσιαστικής σημασίας σχετικές πληροφορίες, διαβιβάζοντας και στις δύο περιπτώσεις τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις σχετικά μετον υποψήφιο αγοραστή.
γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να ζητά πληροφορίες από αρμόδιες αρχές άλλωνκρατών μελών για τους σκοπούς αξιολόγησης από αυτήν προτεινόμενης απόκτησηςσυμμετοχής. Στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος για την προτεινόμενη συμμετοχή σεπιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα επισημαίνονται τυχόν απόψεις ήεπιφυλάξεις τις οποίες ενδεχομένως εξέφρασε η αλλοδαπή αρχή, στο πλαίσιο τηςανωτέρω διαβούλευσης.
13. α) Εφόσον οι κληρονόμοι προσώπου που ήταν κάτοχος συμμετοχής των εδαφίων α'και β' της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, αποκτούν ατομικά συμμετοχή των ανωτέρωεδαφίων, ενημερώνουν σχετικά την Τράπεζα της Ελλάδος εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία θανάτου τουκληρονομούμενου ή από την ημερομηνία νόμιμης επαγωγής της κληρονομίας σε αυτούς.Σε περίπτωση αποποίησης της κληρονομίας, η προαναφερόμενη προθεσμία παρατείνεταιαντιστοίχως μέχρι την παρέλευση τεσσάρων (4) μηνών από την επαγωγή τηςκληρονομίας στους περαιτέρω κληρονόμους, οι οποίοι έχουν την υποχρέωσηενημέρωσης. Την ίδια υποχρέωση ενημέρωσης έχει και ο τυχόν εκτελεστής τηςδιαθήκης ή ο κηδεμόνας της σχολάζουσας κληρονομίας ή ο εκκαθαριστής τηςκληρονομίας που ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.
β) Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, εφόσον κρίνει ότι κληρονόμοι εκ τωναναφερομένων στο ανωτέρω εδάφιο α' δεν είναι κατάλληλοι για να διασφαλίσουν τησυνετή και χρηστή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος, να ακολουθήσει τηδιαδικασία της παραγράφου 5 του άρθρου 62.
14. α) Τα πιστωτικά ιδρύματα γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος, μέχρι την15η Ιουλίου κάθε έτους, τα ονόματα των μετόχων που κατέχουν συμμετοχή άνω του1%, καθώς και τα ποσοστά των συμμετοχών αυτών, όπως προκύπτουν, ιδίως από ταστοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων ή απότην τυχόν πληρωμή μερισμάτων ή από τις πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώσητους, δυνάμει ιδίως των υποχρεώσεων που επιβάλλονται σύμφωνα με την κείμενηνομοθεσία στις εταιρίες, οι μετοχές των οποίων αποτελούν αντικείμενοδιαπραγμάτευσης σε οργανωμένη αγορά.
β) Τα πιστωτικά ιδρύματα, εντός 10 εργασίμων ημερών αφότου λάβουν γνώση,γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος, την απόκτηση ή εκχώρηση συμμετοχών στοκεφάλαιό τους, οι οποίες αυξάνουν ή μειώνουν τα ποσοστά συμμετοχής πάνω ή κάτωαπό ένα από τα όρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1, καθώς και οποιαδήποτεαλλαγή στην ταυτότητα ή στα στοιχεία των προσώπων που αναφέρονται στα εδάφια β'και γ' της παραγράφου 10 και στο εδάφιο α' της παραγράφου 11 του άρθρου 5 τουπαρόντος νόμου, και λήφθηκαν υπόψη κατά τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας τωνπιστωτικών ιδρυμάτων ή τη διαδικασία έγκρισης μετέπειτα αλλαγών των στοιχείωναυτών.
15. α) Σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί συμμετοχή ή αυξηθεί η υφιστάμενησυμμετοχή στο κεφάλαιο πιστωτικού ιδρύματος από φυσικό ή νομικό πρόσωπο χωρίςτην, βάσει του παρόντος άρθρου, απαιτούμενη κατά περίπτωση γνωστοποίηση ήέγκριση από την Τράπεζα της Ελλάδος, παύει αυτοδικαίως να έχει αποτέλεσμα ηάσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τη συμμετοχή αυτή και η Τράπεζατης Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει στους κατόχους των συμμετοχών αυτών τιςκυρώσεις, που προβλέπονται στο εδάφιο α' της παραγράφου 2 του άρθρου 64, διαζευκτικά ήσωρευτικά β) Σε περίπτωση μη τήρησης των υποχρεώσεων γνωστοποίησης στην Τράπεζα τηςΕλλάδος περί της αλλαγής της ταυτότητας των φυσικών προσώπων που ελέγχουν νομικάπρόσωπα, κατόχους συμμετοχής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο εδάφιο δ' τηςπαραγράφου 1 ή εφόσον δεν υπάρξει συμμόρφωση προς την τυχόν απαίτηση τηςΤράπεζας της Ελλάδος για την εφαρμογή των προβλεπόμενων στα εδάφια β' και γ' τηςπαραγράφου 11 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, παύει αυτοδικαίως να έχειαποτέλεσμα η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τη συμμετοχή τουνομικού προσώπου στο μετοχικό κεφάλαιο του πιστωτικού ιδρύματος και η Τράπεζατης Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει τις κυρώσεις που προβλέπονται στο εδάφιο β' τηςπαραγράφου 2 του άρθρου 64. 16. Για τους σκοπούς της εποπτείας, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να ζητά από ταπιστωτικά ιδρύματα τη γνωστοποίηση των στοιχείων της ταυτότητας και το ύψος τουποσοστού συμμετοχής των μεγαλύτερων μετόχων τους που αθροιστικά συγκεντρώνουνστην κατοχή τους την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου του πιστωτικού ιδρύματος. 17. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να ρυθμίζει ειδικά θέματα και λεπτομέρειεςεφαρμογής του παρόντος άρθρου. Άρθρο 83 (άρθρο 2 της Οδηγίας 2010/16)
Η παράγραφος 3 του άρθρου 3 του ν. 3601/2007 αντικαθίσταται ως εξής: «3.Εξαιρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 13 και 15 του παρόντος νόμου περίελεύθερης εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουνσε άλλα κράτη-μέλη και έχουν ρητά εξαιρεθεί δυνάμει του άρθρου 2 της Οδηγίας2006/48/ΕΚ από το πεδίο εφαρμογής της, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με τηνΟδηγία 2010/16/ΕΕ και ισχύει».
Άρθρο 84 Λοιπές τροποποιήσεις του νόμου 3601/2007
1. Η περίπτωση α) της παραγράφου 11 του άρθρου 5 του ν. 3601/2007 αντικαθίσταται ως εξής: «α) να ζητά στοιχεία για την ταυτότητα, τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τηνπροέλευση των χρηματικών μέσων των: i) φυσικών ή νομικών προσώπων που κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, συμμετοχή ήδικαιώματα ψήφου σε ποσοστό ανώτερο του 1% στο μετοχικό κεφάλαιο του πιστωτικούιδρύματος, ii) δέκα μεγαλύτερων μετόχων του πιστωτικού ιδρύματος και των φυσικών προσώπωνπου τους ελέγχουν, άμεσα ή έμμεσα, σε περίπτωση που οι εν λόγω μέτοχοι είναινομικά πρόσωπα, iii) φυσικών προσώπων που εμπίπτουν στην περίπτωση iii) του εδαφίου β' τηςπαραγράφου 10 του παρόντος άρθρου, iv) προσώπων του εδαφίου γ' της παραγράφου 10 του παρόντος άρθρου».
2. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 14 του άρθρου 5 του ν.3601/2007 αντικαθίσταται ως εξής: «Για τον σκοπό υπολογισμού της σχετικής συμμετοχής λαμβάνονται υπόψη οιδιατάξεις των εδαφίων α' και β' της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του νόμου αυτού». 3. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 19 του ν. 3601/2007 διαγράφονται οι λέξεις «άνωτου ποσού των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ». 4. Η παράγραφος 3 του άρθρου 20 του ν. 3601/2007 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Κάθε χρηματοδοτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα και εποπτεύεται από τηνΤράπεζα της Ελλάδος γνωστοποιεί σε αυτήν εκείνες από τις δραστηριότητες τωνστοιχείων β' έως στ' και θ' της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου,που προτίθεται να παρέχει με ή χωρίς εγκατάσταση σε τρίτη χώρα, καθώς και τιςπληροφορίες της παραγράφου 2 του άρθρου 12 στην περίπτωση εγκατάστασηςυποκαταστήματος. Για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που εποπτεύονται από την Τράπεζατης Ελλάδος αλλά δεν εμπίπτουν στο άρθρο 19 του παρόντος νόμου η εν λόγωυποχρέωση γνωστοποίησης ισχύει και για την παροχή υπηρεσιών σε άλλοκράτος-μέλος. Στις παραπάνω περιπτώσεις η Τράπεζα της Ελλάδος διατηρεί τοδικαίωμα να αντιτάσσεται στην παροχή των υπηρεσιών στην αλλοδαπή μέσα σε τρεις(3) μήνες από τη λήψη όλων των σχετικών πληροφοριών της παρούσας παραγράφου».
5. Τα εδάφια β' και γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 64 του ν. 3601/2007 αντικαθίστανται ως εξής : «β) Σε περίπτωση μη τήρησης των υποχρεώσεων γνωστοποίησης στην Τράπεζα τηςΕλλάδος περί της αλλαγής της ταυτότητας των φυσικών προσώπων που ελέγχουν νομικάπρόσωπα, κατόχους συμμετοχής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο εδάφιο δ' τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 24 ή εφόσον δεν υπάρξει συμμόρφωση προς την τυχόναπαίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος για την εφαρμογή των προβλεπόμενων στα εδάφιαβ' και γ' της παραγράφου 11 του άρθρου 5, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί ναεπιβάλλει στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα την κύρωση του στοιχείου i) της ανωτέρωπερίπτωσης α' και στα φυσικά πρόσωπα, την κύρωση του στοιχείου (ii) του ίδιουεδαφίου. γ) Στα πρόσωπα που δεν τηρούν την υποχρέωση ενημέρωσης της Τράπεζας της Ελλάδος,βάσει της παραγράφου 1 του άρθρου 24, ως προς την παύση κατοχής ή μείωσησυμμετοχής, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει πρόστιμο υπέρ τουΕλληνικού Δημοσίου ύψους μέχρι ποσοστού 5% της αξίας των μετοχών πουμεταβιβάσθηκαν χωρίς προηγούμενη ενημέρωσή της».
6. Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 64 του ν. 3601/2007 προστίθενται εδάφια ως εξής: «Σε περίπτωση παράβασης της απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος περί αναστολής τωνδικαιωμάτων ψήφου σύμφωνα με το εδάφιο β' της παρούσας παραγράφου η άσκηση τωνσχετικών δικαιωμάτων ψήφου δεν έχει αποτελέσματα και η Τράπεζα της Ελλάδοςμπορεί να επιβάλλει στους παραβάτες σωρευτικά ή διαζευκτικά: i) πρόστιμο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου ύψους μέχρι ποσοστού 10% της αξίας των μετοχών τους που κατέχουν άμεσα ή έμμεσα και ii) την κύρωση του εδαφίου α' της παρούσας παραγράφου, προκειμένου περί φυσικών προσώπων. Σε περίπτωση παράβασης της απαγόρευσης του εδαφίου γ' τηςπαρούσας παραγράφου, η Τράπεζα της Ελλάδος, πέραν των κυρώσεων που μπορεί ναεπιβάλλει στο πιστωτικό ίδρυμα, κατά την ισχύουσα νομοθεσία, μπορεί να επιβάλλεικαι στα κατά παράβαση των αποφάσεών της, συναλλασσόμενα με το πιστωτικό ίδρυμαπρόσωπα, πρόστιμο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, ύψους μέχρι της αξίας τηςσυναλλαγής ή εφόσον αυτή δεν είναι ευχερώς υπολογίσιμη, ποσού μέχρι 300.000ευρώ».
7. Η παράγραφος 1 του άρθρου 67 του ν. 3601/2007 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 55Α του Καταστατικού της Τράπεζαςτης Ελλάδος και των ειδικών διατάξεων της νομοθεσίας περί λειτουργίας τηςοικείας κατηγορίας χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, οι διατάξεις των άρθρων 8, 60, τηςπαραγράφου 3 του άρθρου 61, του άρθρου 62, των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 63,των άρθρων 64 και 68 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και επί χρηματοδοτικώνιδρυμάτων που υπόκεινται σε ατομική βάση στην εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος,σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία».
Άρθρο 85 (άρθρα 1 και 2 της Οδηγίας 2007/44) Αξιολόγηση της απόκτησης ήεκχώρησης συμμετοχών σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις
1. Το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης ιγ) του άρθρου 2α του ν.δ. 400/70αντικαθίσταται ως εξής: «Για τον υπολογισμό της «ειδικής συμμετοχής» λαμβάνονται επιπλέον υπόψη τα άρθρα9, 10, 12, 13 παράγραφοι 4 και 5 του ν. 3556/2007 (Α' 91)».
2. Οι παράγραφοι 1 και 1α. του άρθρου 15α. του ν.δ.400/1970 (Α' 10)αντικαθίστανται ως εξής: «1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (στο εξής: «υποψήφιος αγοραστής»), το οποίο,μεμονωμένα ή μέσω κοινής δράσης με άλλα πρόσωπα, έχει αποφασίσει είτε νααποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή, είτε να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ήέμμεσα, υφιστάμενη ειδική συμμετοχή, όπως ο όρος «ειδική συμμετοχή» ορίζεται στοστοιχείο ιγ του άρθρου 2α του παρόντος νομοθετικού διατάγματος και δύναται ναεξειδικεύεται με πράξεις κανονιστικού περιεχομένου της Επιτροπής ΕποπτείαςΙδιωτικής Ασφάλισης (στο εξής: «ΕΠ.Ε.Ι.Α.») σε ασφαλιστική επιχείρηση πουεδρεύει και λειτουργεί στην Ελλάδα, ούτως ώστε το ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφουή του μετοχικού κεφαλαίου που κατέχει να φθάνει ή να υπερβαίνει τα όρια του 10%,του 20%, του 1/3 ή του 50% ή ώστε να αποκτήσει άμεσα ή έμμεσα τον έλεγχο τηςασφαλιστικής επιχείρησης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2α στοιχ. ιβ' τουπαρόντος, όπως ισχύει, (στο εξής: «προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής»), αρχικάαπευθύνει κοινοποίηση εγγράφως στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. προσδιορίζοντας το ύψος τηςσκοπούμενης συμμετοχής, καθώς και τις σχετικές με την προληπτική αξιολόγησηπληροφορίες, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 15β του παρόντος. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α.με απόφασή της δημοσιοποιεί κατάλογο με τις αναγκαίες, για τους σκοπούς τηςπροληπτικής εποπτείας, πληροφορίες για την διενέργεια της αξιολόγησης, οι οποίεςπρέπει να υποβάλλονται σε αυτήν κατά την κοινοποίηση που προβλέπει το παρόνάρθρο. Κατά τον ως άνω υπολογισμό του ποσοστού συμμετοχής δεν λαμβάνονται υπόψη ταδικαιώματα ψήφου ή οι μετοχές με δικαίωμα ψήφου που κατέχουν πιστωτικά ιδρύματαή επιχειρήσεις επενδύσεων ως αποτέλεσμα αναδοχής ή/ και τοποθέτησηςχρηματοπιστωτικών μέσων με ρητή δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με το εδάφιο (στ) τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 3606/2007, εφόσον τα εν λόγω δικαιώματα δενασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ' άλλον τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στηδιαχείριση του εκδότη και πρόκειται βάσει ρητής δέσμευσης να μεταβιβαστούν εντόςενός (1) έτους από την απόκτηση.
Προκειμένου περί συμμετοχών πού πραγματοποιούνται από φυσικά πρόσωπα, η ΕΠ.Ε.Ι.Α.δικαιούται για την επίτευξη των σκοπών της εποπτείας και για λόγους διαφάνειας i) να ζητά στοιχεία για την ταυτότητα, τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τηνπροέλευση των χρηματικών μέσων των εν λόγω προσώπων και ii) να απαιτεί από τα φυσικά πρόσωπα να της παρέχουν τις κατάλληλες πληροφορίες,ώστε να βεβαιώνεται ότι πληρούνται πάντοτε οι προϋποθέσεις που προβλέπονται γιατη χορήγηση άδειας λειτουργίας με βάση το παρόν νομοθετικό διάταγμα ή ότι δεν ανέκυψαν καταστάσεις που θα αποτελούσαν αιτία για τη μη χορήγηση της άδειαςαυτής.
Προκειμένου περί συμμετοχών πού πραγματοποιούνται από νομικά πρόσωπα, η ΕΠ.Ε.Ι.Α.δικαιούται i) να ζητά πληροφορίες για την ταυτότητα των φυσικών προσώπων πουάμεσα η έμμεσα ελέγχουν τα νομικά αυτά πρόσωπα, ii) να επιβάλλει την υποχρέωσηνα της γνωστοποιείται οποιαδήποτε μεταγενέστερη μεταβολή στην ταυτότητα τωνφυσικών αυτών προσώπων, υπό την έννοια του πραγματικού δικαιούχου τηςπαραγράφου16 του άρθρου 4 του ν.3691/2008 (Α' 166), που άμεσα ή έμμεσα ταελέγχουν, iii) να ζητά την γνωστοποίηση των οικονομικών στοιχείων (οικονομικέςκαταστάσεις τους), όταν καθιστούν την ασφαλιστική επιχείρηση θυγατρική τους γιατον έλεγχο της χρηματοοικονομικής τους κατάστασης, τα οποία μπορεί να ζητηθούνκαι μεταγενέστερα και iv) να απαιτεί από τα νομικά πρόσωπα να της παρέχουν τιςκατάλληλες πληροφορίες, ώστε να βεβαιώνεται ότι πληρούνται πάντοτε οιπροϋποθέσεις που προβλέπονται για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας με βάση τονπαρόντα νόμο ή ότι δεν ανέκυψαν καταστάσεις που θα αποτελούσαν αιτία για τη μηχορήγηση της άδειας αυτής. Για την έννοια του ελέγχου έχει εφαρμογή το στοιχείο(ιβ) του άρθρου 2α του παρόντος.
Για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο της ταυτότητας των φυσικών προσώπων πουελέγχουν νομικά πρόσωπα τα οποία κατέχουν ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστικέςεπιχειρήσεις η ΕΠ.Ε.Ι.Α. δύναται: i) να επιβάλλει την υποχρέωση στα νομικά αυτά πρόσωπα να έχουν ονομαστικές τιςμετοχές με δικαίωμα ψήφου ii) να απαιτεί όπως συγκεκριμένα ποσοστά του συνόλου των πιο πάνω ονομαστικώνμετοχών με δικαίωμα ψήφου ανήκουν σε ένα η περισσότερα φυσικά πρόσωπα πουτυγχάνουν της προηγούμενης έγκρισης της ΕΠ.Ε.Ι.Α.
Σε περίπτωση θανάτου προσώπου που κατέχει ειδική συμμετοχή η ως άνω υποχρέωσηενημέρωσης από τους κληρονόμους του επιτρέπεται να πραγματοποιηθεί εντόςπροθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία θανάτου του κληρονομούμενου ήαπό την ημερομηνία νόμιμης επαγωγής της κληρονομίας σε αυτούς. Σε περίπτωσηαποποίησης της κληρονομίας, η προαναφερόμενη προθεσμία παρατείνεται αντιστοίχωςμέχρι την παρέλευση τεσσάρων (4) μηνών από την επαγωγή της κληρονομίας στουςπεραιτέρω κληρονόμους, οι οποίοι έχουν την υποχρέωση ενημέρωσης. Την ίδιαυποχρέωση ενημέρωσης έχει και ο τυχόν εκτελεστής της διαθήκης ή ο κηδεμόνας τηςσχολάζουσας κληρονομίας ή ο εκκαθαριστής της κληρονομίας που ορίζεται σύμφωνα μετις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Μέσα σε τρείς μήνες από την γνωστοποίηση,η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί, εφόσον κρίνει ότι οι κληρονόμοι δεν είναι κατάλληλοι για ναεξασφαλίσουν τη συνετή και χρηστή διαχείριση της ασφαλιστικής επιχείρησης, ναεπιβάλλει τις κυρώσεις της παραγράφου 5 στοιχείο β' του παρόντος άρθρου ». 3. Στις παραγράφους 2, 4, 5, 6,7 και 8 του άρθρου 15α του ν.δ 400/1970 όπουαναφέρεται «Υπουργός Εμπορίου» ή ο «Υπουργός Ανάπτυξης» νοείται εφεξής η«Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης» (ΕΠ.Ε.Ι.Α).
4. Η παράγραφος 3 του άρθρου 15α του ν.δ 400/1970 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο έχει αποφασίσει να παύσει να κατέχει,άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστική επιχείρηση απευθύνει κοινοποίησηεγγράφως στην ΕΠ.Ε.Ι.Α., προσδιορίζοντας το ύψος της συμμετοχής που προτίθεταινα μεταβιβάσει. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο πρέπει ομοίως να απευθύνει έγγραφηκοινοποίηση στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. για την απόφαση του να μειώσει την ειδική συμμετοχήτου, προκειμένου το ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου ή του μετοχικού κεφαλαίου πουθα κατέχει να μειωθεί σε λιγότερο από τα όρια του 10%, 20%, του 1/3 ή του 50 % ήπροκειμένου να παύσει να έχει τον έλεγχο της εποπτευόμενης ασφαλιστικήςεπιχείρησης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2α στοιχείο ιβ' του παρόντος, όπωςισχύει. 5. Στο προτελευταίο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 15α του ν.δ. 400/1970 μετά τιςλέξεις «συμμετοχή του νομικού προσώπου» προστίθενται οι λέξεις «στο μετοχικόκεφάλαιο της ασφαλιστικής επιχείρησης». 6. Στο ν.δ. 400/1970 προστίθεται άρθρο 15β ως ακολούθως: « Άρθρο 15β 1. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α., αμέσως και σε κάθε περίπτωση εντός δύο (2) εργασίμων ημερών απότην παραλαβή της κοινοποίησης, που απαιτείται βάσει του άρθρου 15α παράγραφος 1,καθώς και σε περίπτωση ενδεχόμενης μεταγενέστερης παραλαβής των πληροφοριών πουαναφέρονται, γνωστοποιεί εγγράφως στον υποψήφιο αγοραστή ότι τις παρέλαβε. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. διαθέτει μέγιστη προθεσμία εξήντα εργασίμων ημερών από τηνημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης της παραλαβής της κοινοποίησης και όλων τωνεγγράφων που απαιτούνται να επισυνάπτονται στην κοινοποίηση του υποψήφιουαγοραστή προκειμένου να διενεργήσει την αξιολόγηση της παραγράφου 2 του παρόντοςάρθρου. Στον υποψήφιο αγοραστή γνωστοποιείται κατά την επιβεβαίωση της παραλαβής και ηημερομηνία λήξης της περιόδου αξιολόγησης. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α δύναται το αργότερο μέχρι την πεντηκοστή εργάσιμη ημέρα της περιόδουαξιολόγησης να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τηνολοκλήρωση της αξιολόγησης. Το αίτημα υποβάλλεται εγγράφως και καθορίζονται τααναγκαία συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία. Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία ζητήθηκαν οιπληροφορίες από την ΕΠ.Ε.Ι.Α. και της ημερομηνίας παραλαβής της απάντησης τουυποψήφιου αγοραστή, η περίοδος αξιολόγησης αναστέλλεται. Η αναστολή δεν πρέπεινα υπερβαίνει τις είκοσι εργάσιμες ημέρες. Οι αρμόδιες αρχές έχουν τη διακριτικήευχέρεια να υποβάλλουν περαιτέρω αιτήματα για τη συμπλήρωση ή τη διευκρίνιση τωνπληροφοριών, τούτο όμως δεν είναι δυνατόν να συνεπάγεται διακοπή της περιόδουαξιολόγησης. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί να παρατείνει την αναστολή της παραγράφου 2 δεύτερο εδάφιοέως τριάντα εργάσιμες ημέρες, εάν ο υποψήφιος αγοραστής: α) είναι εγκατεστημένος ή υπόκειται σε ρυθμιστικό πλαίσιο εκτός της Κοινότητας• β) είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο μη υποκείμενο σε εποπτεία δυνάμει της ισχύουσαςασφαλιστικής νομοθεσίας Εάν η ΕΠ.Ε.Ι.Α, μόλις ολοκληρώσει την αξιολόγησή της, αποφασίσει να αντιταχθείστην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, πρέπει να ενημερώσει εγγράφως τονυποψήφιο αγοραστή, εντός δύο (2) εργασίμων ημερών, και χωρίς να υπερβαίνει τηνπερίοδο αξιολόγησης, εκθέτοντας τους λόγους της απόφασης αυτής. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α.δύναται να προβαίνει στην δημοσιοποίηση της αναφερομένης στην παρούσα παράγραφοαιτιολογημένης εναντιώσεώς της στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, άνευαιτήματος του υποψήφιου αγοραστή. Εάν η ΕΠ.Ε.Ι.Α δεν αντιταχθεί εγγράφως στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής,εντός της περιόδου αξιολόγησης, τότε η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχήςθεωρείται ότι εγκρίθηκε. Η θετική απόφαση δημοσιοποιείται σε κάθε περίπτωση. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α μπορεί να ορίζει μέγιστη προθεσμία για την ολοκλήρωση τηςπροτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής και να παρατείνει την προθεσμία αυτή, οσάκιςενδείκνυται. 2. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. κατά την αξιολόγηση της κοινοποίησης και των πληροφοριών τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 15α του παρόντος νομοθετικού διατάγματος για απόκτησηειδικής συμμετοχής, προκειμένου να εξασφαλίσει την ορθή και συνετή διοίκηση τηςασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής, καιλαμβάνοντας υπόψη την ενδεχόμενη επιρροή του υποψήφιου αγοραστή (φυσικού ήνομικού προσώπου) στην ασφαλιστική επιχείρηση, αξιολογεί την καταλληλότητα τουυποψήφιου αγοραστή και περαιτέρω την ορθότητα της προτεινόμενης απόκτησηςσυμμετοχής από χρηματοοικονομική άποψη, με βάση όλα τα ακόλουθα κριτήρια: α) τη φήμη του υποψήφιου αγοραστή• β) τη φήμη και την εμπειρία οποιουδήποτε προσώπου το οποίο θα διευθύνει τιςδραστηριότητες της ασφαλιστικής επιχείρησης κατόπιν της προτεινόμενης απόκτησηςσυμμετοχής• γ) τη χρηματοοικονομική ευρωστία του υποψήφιου αγοραστή, ιδίως ως προς το είδοςτων δραστηριοτήτων που ασκούνται ή προβλέπεται ότι θα ασκούνται από τηνασφαλιστική επιχείρηση για την οποία προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής• δ) την ικανότητα της ασφαλιστικής επιχείρησης να ανταποκρίνεται και να συνεχίσεινα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει του παρόντοςνομοθετικού διατάγματος και της σχετικής ασφαλιστικής νομοθεσίας, ιδίως δε τοκατά πόσον ο όμιλος του οποίου ενδέχεται να καταστεί μέλος διαθέτει δομή πουκαθιστά δυνατή την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας, την επαρκή ανταλλαγήπληροφοριών μεταξύ της ΕΠ.Ε.Ι.Α. και των λοιπών αρμοδίων αρχών, ημεδαπών καιαλλοδαπών, καθώς και τον προσδιορισμό της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύτους• ε) το βαθμό κατά τον οποίο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέση με τηνπροτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχειδιαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομεςδραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά την έννοια του άρθρου 2του ν.3691/2008 ή ότι η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής είναι δυνατόν νααυξήσει αυτόν τον κίνδυνο. 3. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α δύναται να αρνηθεί την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής μόνονεφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι γι' αυτό, με βάση τα κριτήρια της παραγράφου 1 ήεάν οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από τον υποψήφιο αγοραστή (φυσικό ή νομικόπρόσωπο) δεν είναι πλήρεις, εφαρμοζόμενης ανάλογα της παραγράφου 2 στοιχείο γ'του άρθρου 15α του παρόντος νομοθετικού διατάγματος. 4. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α κατά την αξιολόγηση της απόκτησης συμμετοχής διαβουλεύεται εκτενώςμε τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές, εφόσον ο υποψήφιος αγοραστής είναι: α) ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση, πιστωτικό ίδρυμα,επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) ή εταιρία διαχείρισης Οργανισμού Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α), με άδειαλειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίοπροτείνεται η απόκτηση συμμετοχής ή β) μητρική επιχείρηση ασφαλιστικής επιχείρησης, αντασφαλιστικής επιχείρησης,πιστωτικού ιδρύματος, επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή εταιρίαςδιαχείρισης Ο.Σ.Ε.Κ.Α. με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σεδιαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής ή γ) φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστικήεπιχείρηση, πιστωτικό ίδρυμα, επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή εταιρίαδιαχείρισης Ο.Σ.Ε.Κ.Α. με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σεδιαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής. 5. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. παρέχει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κάθε ουσιαστική ήσχετική πληροφορία για την αξιολόγηση της απόκτησης συμμετοχής σε επιχειρήσειςτης παραγράφου 4. Στο πλαίσιο αυτό, διαβιβάζει, κατόπιν αιτήματος στις αρμόδιεςαρχές, κάθε σχετική πληροφορία και γνωστοποιεί, με δική της πρωτοβουλία, όλεςτις ουσιαστικής σημασίας πληροφορίες, διαβιβάζοντας και στις δύο περιπτώσειςτυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις σχετικά με τον υποψήφιο αγοραστή. 6. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. δύναται να ζητά πληροφορίες από αρμόδιες αρχές άλλων χωρών γιατους σκοπούς αξιολόγησης από αυτήν προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής. Στηναπόφασή της, πρέπει να επισημαίνονται οι τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις τις οποίεςεξέφρασε η αρμόδια αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για την εποπτεία του υποψήφιουαγοραστή».
Άρθρο 86 (άρθρο 4 της Οδηγίας 2007/44) Διατάξεις αντασφάλισης
1. Στην περίπτωση ι' της παραγράφου 1 του άρθρου 80 παράγραφος 1 του ν. δ.400/1970 προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής: «Για τον υπολογισμό της «ειδικής συμμετοχής» λαμβάνονται , επιπλέον των ανωτέρω, υπόψη τα άρθρα 9, 10, 12, 13 παρ. 4 και 5 του ν. 3556/2007».
2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 87 του ν.δ. 400/1970 αντικαθίσταται ως εξής: «3. α. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (στο εξής «υποψήφιος αγοραστής») το οποίο,μεμονωμένα ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα, έχει αποφασίσει είτε να αποκτήσει,άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή, είτε να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα,υφιστάμενη ειδική συμμετοχή όπως ο όρος «ειδική συμμετοχή» ορίζεται στο στοιχείοιγ' του άρθρου 2α του παρόντος νομοθετικού διατάγματος και δύναται ναεξειδικεύεται με πράξεις κανονιστικού περιεχομένου της ΕΠ.Ε.Ι.Α., σεαντασφαλιστική επιχείρηση που εδρεύει και λειτουργεί στην Ελλάδα, ούτως ώστε τοποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου ή του μετοχικού κεφαλαίου που θα κατέχει να φθάνειή να υπερβαίνει τα όρια του 20%, του 1/3 ή του 50% ή ώστε να αποκτήσει άμεσα ήέμμεσα τον έλεγχο της αντασφαλιστικής επιχείρησης, κατά τα οριζόμενα στοστοιχείο θ' της παραγράφου 1 του άρθρου 80 του παρόντος, όπως ισχύει, (στο εξής«προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής»), αρχικά απευθύνει κοινοποίηση εγγράφως στηνΕΠ.Ε.Ι.Α. προσδιορίζοντας το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής, καθώς και τιςσχετικές με την προληπτική αξιολόγηση πληροφορίες, ως αυτές ορίζονται σύμφωνα μετην παράγραφο 7. Κατά τον ως άνω υπολογισμό του ποσοστού συμμετοχής δεν λαμβάνονται υπόψη ταδικαιώματα ψήφου ή οι μετοχές με δικαίωμα ψήφου που κατέχουν πιστωτικά ιδρύματαή επενδυτικές επιχειρήσεις ως αποτέλεσμα αναδοχής ή/ και τοποθέτησηςχρηματοπιστωτικών μέσων με ρητή δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με το στοιχείο (στ)της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 3606/2007, εφόσον τα εν λόγω δικαιώματα δενασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ' άλλον τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στηδιαχείριση του εκδότη και πρόκειται βάσει ρητής δέσμευσης να μεταβιβαστούν εντόςενός (1) έτους από την απόκτηση. Σε περίπτωση θανάτου προσώπου που κατέχει ειδική συμμετοχή η ως άνω υποχρέωσηενημέρωσης από τους κληρονόμους του επιτρέπεται να πραγματοποιηθεί εντόςπροθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία θανάτου του κληρονομούμενου ήαπό την ημερομηνία νόμιμης επαγωγής της κληρονομίας σε αυτούς. Σε περίπτωσηαποποίησης της κληρονομίας, η προαναφερόμενη προθεσμία παρατείνεται αντιστοίχωςμέχρι την παρέλευση τεσσάρων (4) μηνών από την επαγωγή της κληρονομίας στουςπεραιτέρω κληρονόμους, οι οποίοι έχουν την υποχρέωση ενημέρωσης. Την ίδιαυποχρέωση ενημέρωσης έχει και ο τυχόν εκτελεστής της διαθήκης ή ο κηδεμόνας τηςσχολάζουσας κληρονομίας ή ο εκκαθαριστής της κληρονομίας που ορίζεται σύμφωνα μετις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Μέσα σε τρείς μήνες από την γνωστοποίηση,η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί, εφόσον κρίνει ότι οι κληρονόμοι δεν είναι κατάλληλοι για ναεξασφαλίσουν τη συνετή και χρηστή διαχείριση της ασφαλιστικής επιχείρησης, ναεπιβάλλει τις κυρώσεις της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου. β. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο έχει αποφασίσει να παύσει να κατέχει,άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε αντασφαλιστική επιχείρηση απευθύνεικοινοποίηση εγγράφως στην ΕΠ.Ε.Ι.Α., προσδιορίζοντας το ύψος της συμμετοχής πουπροτίθεται να μεταβιβάσει. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο πρέπει, ομοίως, νααπευθύνει έγγραφη κοινοποίηση στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. για την απόφαση του να μειώσει τηνειδική συμμετοχή του, προκειμένου το ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου ή τουμετοχικού κεφαλαίου που θα κατέχει να μειωθεί σε λιγότερο από τα όρια του 10%,20%, του 1/3 ή του 50 % ή προκειμένου να παύσει να έχει τον έλεγχο τηςεποπτευόμενης αντασφαλιστικής επιχείρησης, κατά τα οριζόμενα στο στοιχείο θ' τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 80 του παρόντος ν.δ., όπως ισχύει. γ. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α., αμέσως και σε κάθε περίπτωση εντός δύο (2) εργασίμων ημερών απότην παραλαβή της κοινοποίησης, που απαιτείται κατά τα ανωτέρω, καθώς και σεπερίπτωση ενδεχόμενης μεταγενέστερης παραλαβής των πληροφοριών που αναφέρονται,γνωστοποιεί εγγράφως στον υποψήφιο αγοραστή, ότι τις παρέλαβε. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. διαθέτει μέγιστη προθεσμία εξήντα εργασίμων ημερών, από τηνημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης της παραλαβής της κοινοποίησης και όλων τωνεγγράφων, που απαιτούνται να επισυνάπτονται στην κοινοποίηση του υποψήφιουαγοραστή, προκειμένου να διενεργήσει την αξιολόγηση που προβλέπεται στην παρούσαπαράγραφο. Στον υποψήφιο αγοραστή γνωστοποιείται κατά την επιβεβαίωση της παραλαβής, και ηημερομηνία λήξης της περιόδου αξιολόγησης. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α δύναται το αργότερο μέχρι την πεντηκοστή εργάσιμη ημέρα της περιόδουαξιολόγησης, να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες, που είναι αναγκαίες για τηνολοκλήρωση της αξιολόγησης. Το αίτημα υποβάλλεται εγγράφως και καθορίζονται τααναγκαία συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία. Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία ζητήθηκαν οιπληροφορίες από την ΕΠ.Ε.Ι.Α. και της ημερομηνίας παραλαβής της απάντησης τουυποψήφιου αγοραστή, η περίοδος αξιολόγησης αναστέλλεται. Η αναστολή δεν πρέπεινα υπερβαίνει τις είκοσι εργάσιμες ημέρες. Οι αρμόδιες αρχές έχουν τη διακριτικήευχέρεια να υποβάλλουν περαιτέρω αιτήματα για τη συμπλήρωση ή τη διευκρίνιση τωνπληροφοριών, τούτο, όμως, δεν είναι δυνατόν να συνεπάγεται εκ νέου αναστολή τηςπεριόδου αξιολόγησης. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί να παρατείνει την αναστολή της ανωτέρω παραγράφου έως τριάνταεργάσιμες ημέρες, εάν ο υποψήφιος αγοραστής: α) είναι εγκατεστημένος ή υπόκειται σε ρυθμιστικό πλαίσιο εκτός της Κοινότητας•β) είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο μη υποκείμενο σε εποπτεία δυνάμει της ισχύουσαςασφαλιστικής νομοθεσίας Εάν η ΕΠ.Ε.Ι.Α, μόλις ολοκληρώσει την αξιολόγησή της, αποφασίσει να αντιταχθείστην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, πρέπει να ενημερώσει εγγράφως τονυποψήφιο αγοραστή, εντός δύο εργασίμων ημερών, και χωρίς να υπερβαίνει τηνπερίοδο αξιολόγησης, εκθέτοντας τους λόγους της απόφασης αυτής. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α.δύναται να προβαίνει στην δημοσιοποίηση της ως άνω αναφερομένης δέουσαςαιτιολογίας, άνευ αιτήματος του υποψήφιου αγοραστή. Εάν η ΕΠ.Ε.Ι.Α δεν αντιταχθεί εγγράφως στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής,εντός της περιόδου αξιολόγησης, τότε η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχήςθεωρείται ότι εγκρίθηκε. Η θετική απάντηση δημοσιοποιείται σε κάθε περίπτωση. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α μπορεί να ορίζει μέγιστη προθεσμία για την ολοκλήρωση τηςπροτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής και να παρατείνει την προθεσμία αυτή, οσάκιςενδείκνυται».
3. Στο άρθρο 87 μετά την παράγραφο 3 του ν.δ. 400/1970, προστίθεται νέαπαράγραφος 3α ως εξής: «3α. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. κατά την αξιολόγηση της κοινοποίησης που αναφέρεται στηνπαράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, και των πληροφοριών που υποβάλλονται κατά τοάρθρο αυτό, για απόκτηση ειδικής συμμετοχής, προκειμένου να εξασφαλίσει την ορθήκαι συνετή διοίκηση της αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία προτείνεται ηαπόκτηση συμμετοχής, και λαμβάνοντας υπόψη την ενδεχόμενη επιρροή του υποψήφιουαγοραστή (φυσικού ή νομικού προσώπου) στην αντασφαλιστική επιχείρηση, αξιολογείτην καταλληλότητα του υποψήφιου αγοραστή και περαιτέρω την ορθότητα τηςπροτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής από χρηματοοικονομική άποψη, με βάση όλα ταακόλουθα κριτήρια: α) τη φήμη του υποψήφιου αγοραστή• β) τη φήμη και την εμπειρία οποιουδήποτε προσώπου το οποίο θα διευθύνει τιςδραστηριότητες της αντασφαλιστικής επιχείρησης κατόπιν της προτεινόμενηςαπόκτησης συμμετοχής• γ) τη χρηματοοικονομική ευρωστία του υποψήφιου αγοραστή, ιδίως ως προς το είδοςτων δραστηριοτήτων που ασκούνται ή προβλέπεται ότι θα ασκούνται από τηναντασφαλιστική επιχείρηση για την οποία προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής• δ)την ικανότητα της αντασφαλιστικής επιχείρησης να ανταποκρίνεται και να συνεχίσεινα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει του παρόντοςνομοθετικού διατάγματος και της σχετικής ασφαλιστικής νομοθεσίας, ιδίως δε τοκατά πόσον ο όμιλος του οποίου ενδέχεται να καταστεί μέλος διαθέτει δομή πουκαθιστά δυνατή την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας, την επαρκή ανταλλαγήπληροφοριών μεταξύ της ΕΠ.Ε.Ι.Α. και των λοιπών αρμοδίων αρχών, ημεδαπών καιαλλοδαπών, καθώς και τον προσδιορισμό της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύτους• ε) το βαθμό κατά τον οποίο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέση με τηνπροτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχειδιαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομεςδραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά την έννοια του άρθρου 2του νόμου 3691/2008, ή ότι η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής είναι δυνατόν νααυξήσει αυτόν τον κίνδυνο. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α δύναται να αρνηθεί την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής μόνον εφόσονυπάρχουν βάσιμοι λόγοι γι' αυτό, με βάση τα κριτήρια της παρούσης παραγράφου, ήεάν οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από τον υποψήφιο αγοραστή (φυσικό ή νομικόπρόσωπο) δεν είναι πλήρεις.»
4. Η παράγραφος 4 του άρθρου 87 του ν.δ. 400/1970 αντικαθίσταται ως εξής: «4. α. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α κατά την αξιολόγηση της απόκτησης συμμετοχής διαβουλεύεταιεκτενώς με τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές, εφόσον ο υποψήφιος αγοραστής είναι: i) πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση παροχήςεπενδυτικών υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) ή εταιρία διαχείρισης Οργανισμού Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.) κατά την έννοιατου άρθρου 1α σημείο 2 της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίοπροτείνεται η απόκτηση συμμετοχής ή ii) μητρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικήςεπιχείρησης, Ε.Π.Ε.Υ. ή εταιρίας διαχείρισης Ο.Σ.Ε.Κ.Α. με άδεια λειτουργίας σεάλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται ηαπόκτηση συμμετοχής ή iii) φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ήαντασφαλιστική επιχείρηση, Ε.Π.Ε.Υ. ή εταιρία διαχείρισης Ο.Σ.Ε.Κ.Α. με άδειαλειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο, από αυτόν στον οποίοπροτείνεται η απόκτηση συμμετοχής. β. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. παρέχει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κάθε ουσιαστική ήσχετική πληροφορία για την αξιολόγηση της απόκτησης συμμετοχής σε επιχειρήσειςτης παραγράφου 4. Στο πλαίσιο αυτό, διαβιβάζει, κατόπιν αιτήματος στις αρμόδιεςαρχές, κάθε σχετική πληροφορία και γνωστοποιεί, με δική της πρωτοβουλία, όλεςτις ουσιαστικής σημασίας πληροφορίες, διαβιβάζοντας και στις δύο περιπτώσειςτυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις σχετικά με τον υποψήφιο αγοραστή. γ. Η ΕΠ.Ε.Ι.Α. δύναται να ζητά πληροφορίες από αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελώνγια τους σκοπούς της αξιολόγησης από αυτήν προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής.Στην απόφασή της πρέπει να επισημαίνονται οι τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις τιςοποίες εξέφρασε η αρμόδια αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για την εποπτεία τουυποψήφιου αγοραστή.»
5. Η παράγραφος 7 του άρθρου 87 του ν.δ. 400/1970 αντικαθίσταται ως εξής:
«7. Με απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α. καθορίζονται οι πληροφορίες και τα δικαιολογητικά,που υποβάλλει ο υποψήφιος αγοραστής, για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, καθώςκαι κάθε ειδικότερο θέμα, που αφορά στην διαδικασία αξιολόγησης τωνγνωστοποιήσεων για την έγκριση ειδικής συμμετοχής». ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 87
Χρονικό όριο χρήσεως της εξουσιοδοτήσεως πλαισίου του άρθρου 4 του ν. 1338/1983(Α' 34), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, ορίζεται η 31η Δεκεμβρίου 2015.
Άρθρο 88 Τροποποίηση του Ν. 2322/1995 και του Ν. 3842/2010
1.Η περίπτωση στ. της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του Ν. 2322/1995 (Α' 143)αντικαθίσταται ως εξής: «στ. Ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων της Τράπεζαςτης Ελλάδος, ο οποίος ορίζεται με τον αναπληρωτή του, επίσης ανώτερο υπάλληλοτης ίδιας Διεύθυνσης από το Διοικητή της Τράπεζας αυτής». 2. Η περίπτωση η' της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του Ν. 2322/1995 αντικαθίσταται ως εξής: «η. Ένας εκπρόσωπος του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (Ο.Δ.ΔΗ.Χ.), οοποίος ορίζεται με τον αναπληρωτή του, υπάλληλο της ίδιας Υπηρεσίας». 3. α) Οι διατάξεις των άρθρων 66 και 84 του Ν. 3842/2010 (Α' 58) εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι 30 Ιουνίου 2010. β) Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 82 του ν. 3842/2010 (Α' 58) καταργείται. Η διάταξη αυτή ισχύει από την ημερομηνία κατάθεσης του σχεδίου νόμου στη Βουλή.
Άρθρο 89 Έναρξη ισχύος Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα τηςΚυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του. Αθήνα, Μαΐου 2010
ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ & ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΟΥΚΑ ΚΑΤΣΕΛΗ
|