| | Αρθρο [23/03/2008]Έκδοση εγχειριδίου για τους φορολογικούς ελέγχους ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Α. ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΓΚΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ
1. ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΩΝ
2. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΩΝ
3. ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΕΛΕΓΚΤΩΝ
4. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΛΕΓΚΤΩΝ
Β. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΟΥ ΕΠΕΤΑΙ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ
1. ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΥ
2. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΠΙΛΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ (ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ) 2.1. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ 2.2. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ 2.3. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ
3. ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΤΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΥ ΣΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ-ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ 3.1. ΠΡΟΣΦΥΓΗ 3.2. ΕΦΕΣΗ –ΑΝΑΙΡΕΣΗ– ΛΟΙΠΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
4. ΛΟΙΠΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΥ 4.1. ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ 4.2. ΑΚΥΡΩΣΗ Ή ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΟΡΙΣΤΙΚΟΠΟΙΗΘΕΙΣΑΣ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ
Γ. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ
1. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ 1.1. ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΦΟΡΟΙ 1.2. ΠΡΟΣΤΙΜΑ 1.3. ΑΛΛΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ
2. ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ
Α. ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΓΚΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ
1. ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΩΝ
Ο φορολογούμενος στο πλαίσιο του ελέγχου δικαιούται:
• Να λαμβάνει γνώση της εντολής ελέγχου, αντίγραφο της οποίας επιδίδεται σ΄αυτόν από τον ελεγκτή κατά την πρώτη ημέρα επίσκεψής του στην επιχείρηση.
• Να υποβάλει, πριν την έναρξη του ελέγχου (προσωρινού ή τακτικού), αρχικές ήσυμπληρωματικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, Φ.Π.Α. και λοιπών φορολογιών,τελών και εισφορών, μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την επίδοση σε αυτόνεπί αποδείξει σχετικής έγγραφης πρόσκλησης της αρμόδιας ελεγκτικής αρχής,προκειμένου να τύχει της προβλεπόμενης μείωσης στο 1/2 των πρόσθετων φόρων λόγωεκπροθέσμου των παραπάνω δηλώσεων. Επίσης, δικαιούται να υποβάλει ειδικήδήλωση-αναφορά για τις παραβάσεις Κ.Β.Σ. και λοιπές συγκεκριμένες παραβάσεις πουσχετίζονται με τις κατά τα ανωτέρω υποβαλλόμενες δηλώσεις, προκειμένου τα οικείαπρόστιμα να μειωθούν στο 1/5.
• Να λαμβάνει με δαπάνες του αντίγραφα ή φωτοτυπίες των κατασχεθέντων βιβλίων,στοιχείων και λοιπών εγγράφων.
• Να ζητήσει με αίτησή του εντός είκοσι (20) ημερών από της επίδοσης σ΄ αυτόνσχετικού σημειώματος, την κρίση επί του κύρους των βιβλίων και στοιχείων του απόειδική προς τούτο επιτροπή (μόνο για φορολογούμενους που ελέγχονται με τακτικόφορολογικό έλεγχο από το Δ.Ε.Κ. Αθηνών ή Θεσσαλονίκης και εφόσον διαπιστώνονταιπαραβάσεις που επηρεάζουν το κύρος και την αποδεικτική δύναμη των βιβλίων καιστοιχείων τους).
• Να λαμβάνει γνώση των αποτελεσμάτων του ελέγχου με την κοινοποίηση σ΄ αυτόντων οικείων καταλογιστικών πράξεων και εκθέσεων ελέγχου.
2. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΩΝ
Ο φορολογούμενος στο πλαίσιο του ελέγχου υποχρεούται:
• Να επιδεικνύει τα τηρούμενα βιβλία και στοιχεία.
• Να παραδίδει σε εύλογο χρόνο κάθε στοιχείο και να παρέχει κάθε ζητούμενη πληροφορία στον έλεγχο.
• Να διευκολύνει τον έλεγχο και να μην προβάλλει προσκόμματα.
3. ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΕΛΕΓΚΤΩΝ
Ο ελεγκτής στο πλαίσιο του ελέγχου δικαιούται:
• Να ενεργεί έλεγχο οποιαδήποτε εργάσιμη ώρα για την επιχείρηση.
• Να ενεργεί οποιαδήποτε επιτόπια εξέταση κρίνεται αναγκαία και να λαμβάνειγνώση, να ελέγχει και να θεωρεί όλα τα βιβλία και στοιχεία που ορίζονται από τονΚ.Β.Σ. ή από άλλους νόμους, καθώς και αυτά που τηρούνται προαιρετικά από τοφορολογούμενο.
• Να λαμβάνει γνώση οποιουδήποτε άλλου βιβλίου, στοιχείου ή εγγράφου και κάθεπεριουσιακού στοιχείου που βρίσκεται στην επαγγελματική εγκατάσταση τουεπιτηδευματία ή στο κατάστημα κάθε άλλου υπόχρεου.
• Να κατάσχει ανεπίσημα βιβλία, στοιχεία και λοιπά έγγραφα ή να παραλαμβάνειεπίσημα βιβλία και στοιχεία. Στις περιπτώσεις που κατάσχονται ανεπίσημα βιβλία,στοιχεία και λοιπά έγγραφα, επιτρέπεται η κατάσχεση και των επίσημων βιβλίων καιστοιχείων.
• Να ζητά από τον ελεγχόμενο φορολογούμενο να δίδει κάθε αναγκαία διευκρίνισηκαι κάθε χρήσιμο στοιχείο για τη διεξαγωγή του ελέγχου.
• Να ζητά από τις δημόσιες ή δημοτικές και κοινοτικές αρχές, τα νομικά πρόσωπαδημοσίου δικαίου, τις τράπεζες, τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και γενικά από κάθεοργάνωση επαγγελματική, εμπορική, βιομηχανική, γεωργική κλπ. οποιεσδήποτεπληροφορίες θεωρεί αναγκαίες για τη διευκόλυνση του έργου του.
• Να λαμβάνει γνώση στοιχείων που καλύπτονται από το τραπεζικό απόρρητο, με άρσηαυτού για τη διευκόλυνση του ελέγχου, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στονόμο.
• Να καλεί οποιοδήποτε πρόσωπο και να ζητά από αυτό να παράσχει εγγράφωςπληροφορίες που είναι αναγκαίες για τη διευκόλυνση του έργου του.
• Να ενεργεί διασταυρωτικές ελεγκτικές επαληθεύσεις στα βιβλία και στοιχείαεπιτηδευματιών αρμοδιότητας άλλης ελεγκτικής αρχής που έχουν την έδρα τους στηνίδια πόλη ή στον ίδιο νομό, για να διαπιστώνει την ακρίβεια των δεδομένων τωνβιβλίων και στοιχείων του επιτηδευματία που ελέγχει.
4. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΛΕΓΚΤΩΝ
Ο ελεγκτής στο πλαίσιο του ελέγχου υποχρεούται:
• Να δείχνει στο φορολογούμενο κατά την πρώτη ημέρα του ελέγχου και πριν τηνέναρξη αυτού, την υπηρεσιακή ή αστυνομική του ταυτότητα και να του επιδίδειαντίγραφο της εντολής ελέγχου.
• Να είναι ευγενής απέναντι στο φορολογούμενο και αντικειμενικός στην κρίση του.
• Να συντάσσει και να επιδίδει έκθεση κατάσχεσης σε περίπτωση κατάσχεσηςανεπίσημων βιβλίων, στοιχείων και λοιπών εγγράφων ή ταυτόχρονης κατάσχεσηςανεπίσημων βιβλίων, στοιχείων και λοιπών εγγράφων και επίσημων βιβλίων καιστοιχείων. Επίσης, να συντάσσει και να παραδίδει απόδειξη παραλαβής στιςπεριπτώσεις παραλαβής μόνο επίσημων βιβλίων και στοιχείων.
• Να παραδίδει τα κατασχεθέντα ανεπίσημα βιβλία, στοιχεία και λοιπά έγγραφα στοναρμόδιο Προϊστάμενο, ο οποίος, εφόσον με αυτά ενεργεί φορολογική εγγραφή, ταδιαφυλάσσει μέχρι την τελεσιδικία αυτής.
• Να επιδίδει σημείωμα με τις διαπιστώσεις του ελέγχου επί απόρριψης των βιβλίωνκαι στοιχείων επιτηδευματιών αρμοδιότητας του Δ.Ε.Κ. Αθηνών ή Θεσσαλονίκης,προκειμένου ο ελεγχόμενος να μπορεί να απευθυνθεί σε ειδική προς τούτο επιτροπή,εφόσον το επιθυμεί.
• Να συντάσσει μετά το πέρας του ελέγχου σχετική έκθεση ελέγχου με τις τυχόνδιαπιστωθείσες παραλείψεις, η οποία αφού θεωρηθεί από τον Προϊστάμενο τηςαρμόδιας ελεγκτικής αρχής ή άλλο αρμόδιο προς τούτο όργανο, κοινοποιείται μαζίμε τις οικείες καταλογιστικές πράξεις στο φορολογούμενο κατά τις ισχύουσεςδιατάξεις.
• Να διαφυλάσσει το φορολογικό απόρρητο.
Β. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΟΥ ΕΠΕΤΑΙ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ
1. ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΥ
Μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου και την κοινοποίηση στο φορολογούμενο τωνοικείων καταλογιστικών πράξεων (φύλλα ελέγχου, αποφάσεις επιβολής προστίμουκλπ.) μαζί με τις σχετικές εκθέσεις ελέγχου σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξειςπερί επιδόσεων, ο φορολογούμενος για κάθε μία από τις κοινοποιηθείσες πράξεις,μπορεί:
• να υποβάλει στον προϊστάμενο της αρμόδιας ελεγκτικής αρχής που την εξέδωσε,εφόσον αμφισβητεί την ορθότητά της, μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από τηνκοινοποίησή της (ή ενενήντα (90) ημερών αν πρόκειται για κάτοικο εξωτερικού), μησυμπεριλαμβανομένου του μηνός Αυγούστου εφόσον συντρέχει περίπτωση, πρόταση γιαδιοικητική επίλυση της διαφοράς (συμβιβασμό): α. με ιδιαίτερη αίτηση ή β. με το δικόγραφο της τυχόν προσφυγής.
• να καταθέσει, στην ελεγκτική αρχή που εξέδωσε την πράξη, προσφυγή μέσα στιςίδιες ως άνω προθεσμίες. Ειδικά στην περίπτωση που η πρόταση για διοικητική επίλυση της διαφοράςυποβάλλεται με ιδιαίτερη αίτηση (περίπτ. α΄), η προθεσμία για την άσκηση τηςπροσφυγής αναστέλλεται με την υποβολή της αίτησης, μη υπολογιζόμενης της ημέραςυποβολής αυτής, και συνεχίζει από την επόμενη εργάσιμη για τις Δ.Ο.Υ. ημέρα τηςημέρας υπογραφής της πράξης ματαίωσης ή μερικής επίλυσης της διαφοράς.
Αν ο φορολογούμενος δεν υποβάλλει, για οποιοδήποτε λόγο, αίτηση διοικητικήςεπίλυσης ούτε καταθέσει προσφυγή ή αν προβεί σε κάποια από τις παραπάνωενέργειες αλλά εκπρόθεσμα, η οικεία καταλογιστική πράξη οριστικοποιείται, με τιςανάλογες κατά περίπτωση συνέπειες (βεβαίωση ολόκληρου του σχετικού ποσού κλπ.).
2. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΠΙΛΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ (ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ)
2.1. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
• Υποβολή της αίτησης διοικητικής επίλυσης με τα σχετικά αποδεικτικά στοιχείαγια την υποστήριξή της και ορισμός σχετικής συζήτησης.
• Εξέταση της αίτησης κατά την ορισθείσα ημερομηνία από τον προϊστάμενο τηςαρμόδιας ελεγκτικής αρχής.
Ειδικά όταν πρόκειται για φύλλα ελέγχου (ή πράξεις προσδιορισμού αποτελεσμάτων)φορολογίας εισοδήματος στα οποία περιλαμβάνονται και εισοδήματα από γεωργική ήεμπορική επιχείρηση ή από την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος ή μόνο τέτοιαεισοδήματα και εφόσον τηρήθηκαν βιβλία και στοιχεία Γ΄ κατηγορίας Κ.Β.Σ.:
α) υποχρεωτικά λόγω ύψους ακαθάριστων εσόδων ή
β) υποχρεωτικά λόγω νομικής μορφής ή προαιρετικά, εφόσον στις περιπτώσεις αυτέςτο ύψος των ακαθάριστων εσόδων υπερβαίνει το 50% των ακαθάριστων εσόδων πουαπαιτούνται για την υποχρεωτική τήρηση βιβλίων και στοιχείων Γ´ κατηγορίαςΚ.Β.Σ.,
τότε η διοικητική επίλυση της διαφοράς γίνεται από σχετική τριμελή Επιτροπή.
Σε περίπτωση απουσίας του φορολογούμενου ή του εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου τουκατά τη σχετική συνεδρίαση, η διοικητική επίλυση της διαφοράς ματαιώνεται.
• Σύνταξη και υπογραφή σχετικής πράξης ή πρακτικού επίλυσης της διαφοράς σεπερίπτωση σύμπτωσης, ολικά ή μερικά, των απόψεων και από τα δύο μέρη.
• Παράδοση αντιγράφου της παραπάνω πράξης ή πρακτικού στο φορολογούμενο.
Σημείωση: Η συζήτηση της αίτησης διοικητικής επίλυσης και η υπογραφή κατά ταανωτέρω της σχετικής πράξης ή του πρακτικού επίλυσης της διαφοράς μπορεί ναγίνει και από ειδικό πληρεξούσιο του φορολογούμενου, εφόσον κατατεθείπληρεξούσιο έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό με βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφήςτου εντολέα κατά τις σχετικές διατάξεις.
2.2. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
• Αμετάκλητο της πράξης ή του πρακτικού επίλυσης της διαφοράς.
• Μείωση στο 1/2 του προβλεπόμενου σε ορισμένες περιπτώσεις ποσοστού προσαύξησηςτου συντελεστή καθαρού κέρδους (π.χ. επί απόρριψης βιβλίων και στοιχείων κλπ.),υπό προϋποθέσεις.
• Μείωση των καταλογισθέντων ποσών πρόσθετων φόρων ή προστίμων, σε ποσοστό πουκαθορίζεται από τις οικείες διατάξεις. Συγκεκριμένα προβλέπεται: -Μείωση του πρόσθετου φόρου (προσαύξησης) στα τρία πέμπτα (3/5) αυτού. -Μείωση των προστίμων στο ένα τρίτο (1/3) αυτών. Σε περίπτωση αποδεδειγμένης ολικής ή μερικής ανυπαρξίας της παράβασης, ταπρόστιμα διαγράφονται ολικά ή μερικά.
Σημείωση: οι παραπάνω μειώσεις αποτελούν τον κανόνα που εν γένει εφαρμόζεται. Σεορισμένες ειδικές περιπτώσεις προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξειςδιαφορετικό καθεστώς.
• Μεγαλύτερος αριθμός δόσεων για την καταβολή των βάσει συμβιβασμού βεβαιούμενωνποσών από εκείνον που προβλέπεται για την καταβολή των οικείων ποσών βάσειδικαστικών αποφάσεων.
• Αρση του αξιοποίνου, εφόσον προβλέπεται ποινική δίωξη, στις περιπτώσεις τουσυνολικού για κάθε φορολογία συμβιβασμού (βλ. κατωτέρω κεφ. Γ2 «ΠΟΙΝΙΚΕΣΚΥΡΩΣΕΙΣ»).
2.3. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ
• Εμπρόθεσμη υποβολή της σχετικής αίτησης.
• Καταβολή ποσού ίσου με το ένα πέμπτο (1/5) του βάσει συμβιβασμού οφειλόμενουκύριου και πρόσθετου φόρου ή προστίμου κατά την υπογραφή της πράξης ή τουπρακτικού συμβιβασμού ή το αργότερο μέσα στις δύο επόμενες εργάσιμες για τιςΔ.Ο.Υ. ημέρες, με εξαίρεση τις υπό εκκαθάριση επιχειρήσεις. Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής από το φορολογούμενο του παραπάνω ποσοστούφόρου ή προστίμου, ο συμβιβασμός θεωρείται ως μη γενόμενος.
3. ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΤΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΥ ΣΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ - ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
3.1. ΠΡΟΣΦΥΓΗ
• Πρόκειται για ένδικο βοήθημα που ασκείται με την κατάθεση του σχετικούδικογράφου στην ελεγκτική αρχή που εξέδωσε την οικεία καταλογιστική πράξη. Στο δικόγραφο της προσφυγής μπορεί να εμπεριέχεται και αίτημα για διοικητικήεπίλυση της διαφοράς.
• Σε περίπτωση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, ολικά ή μερικά, η προσφυγή πουτυχόν ασκήθηκε δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα ή ισχύει μόνο για το μέρος που δενεπιλύθηκε η διαφορά.
• Σε περίπτωση μη επίτευξης διοικητικής επίλυσης της διαφοράς και άσκησηςεμπρόθεσμης προσφυγής, βεβαιώνεται αμέσως από τον αρμόδιο Προϊστάμενο ποσοστό10% του αμφισβητούμενου κύριου και πρόσθετου φόρου, τέλους ή εισφοράς, καθώς καιτων λοιπών τυχόν συμβεβαιούμενων ποσών. Ειδικά σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως σε περίπτωση προσωρινού ελέγχου Φ.Π.Α. καιπαρακρατουμένων φόρων κλπ., βεβαιώνεται το 100% της διαφοράς ανεξαρτήτως τηςάσκησης προσφυγής. Τα παραπάνω κατά περίπτωση ποσά καταβάλλονται εφάπαξ μέχρι την τελευταίαεργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου από τη βεβαίωση μήνα.
• Η προσφυγή καθώς και η έκθεση με τις απόψεις της υπηρεσίας επί της διαφοράςκαι τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, διαβιβάζονται κατά τις οικείεςδιατάξεις στο αρμόδιο δικαστήριο από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας ελεγκτικήςαρχής.
3.2. ΕΦΕΣΗ–ΑΝΑΙΡΕΣΗ–ΛΟΙΠΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
• Έφεση Σε έφεση υπόκεινται οι αποφάσεις που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό και υπό τιςπροϋποθέσεις του νόμου. Η προθεσμία για την άσκηση έφεσης είναι εξήντα (60) ημέρες και αρχίζει από τηνκοινοποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης, σε καμιά δε περίπτωση δεν ασκείταιέφεση αν έχουν περάσει τρία χρόνια από τη δημοσίευση της απόφασης.
• Αναίρεση Η αίτηση αναίρεσης ασκείται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (Σ.τ.Ε.) κατάαποφάσεων που εκδίδονται είτε σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, είτε τελεσιδίκωςκατ΄ έφεση κλπ. Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από το φορολογούμενο είναι εξήντα (60)ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης σε αυτόν, σε καμιά δε περίπτωση δενμπορεί να ασκηθεί αναίρεση αν έχουν περάσει τρία χρόνια από τη δημοσίευση τηςαπόφασης.
• Λοιπές δυνατότητες δικαστικής προστασίας Πέραν των παραπάνω, ο φορολογούμενος έχει τη δυνατότητα να ασκήσει και όλα ταλοιπά προβλεπόμενα ένδικα βοηθήματα και μέσα και γενικά να ζητήσει κάθε είδουςπροβλεπόμενη από τις ισχύουσες διατάξεις δικαστική προστασία (π.χ. άσκησηανακοπής, αίτηση αναστολής εκτέλεσης διοικητικών πράξεων, αίτηση αναστολήςεκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων κλπ.).
4. ΛΟΙΠΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΥ
4.1. ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ
Πριν την εκδίκαση της υπόθεσης και σε κάθε στάση της δίκης (προσφυγή, έφεση,αναίρεση) μπορεί να γίνει, με αποδοχή και από τα δύο μέρη, δικαστικόςσυμβιβασμός και κατάργηση της εκκρεμούς δίκης. Ο δικαστικός συμβιβασμός είναιδυνατός σε όσες περιπτώσεις επιτρέπεται και όπως προβλέπεται διοικητική επίλυσητης διαφοράς. Για το σκοπό αυτό θα πρέπει πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν τηδικάσιμο να αποσταλεί-κατατεθεί στο γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου η οικείαπράξη ή το πρακτικό του επιτευχθέντος συμβιβασμού.
4.2. ΑΚΥΡΩΣΗ Ή ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΟΡΙΣΤΙΚΟΠΟΙΗΘΕΙΣΑΣ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ
Καταλογιστικές πράξεις που οριστικοποιήθηκαν επειδή ο φορολογούμενος δενπροσέφυγε στα δικαστήρια σύμφωνα με τα πιο πάνω αναφερόμενα, μπορεί να ακυρωθούνή να τροποποιηθούν κατά περίπτωση, εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι και ειδικοίπεριοριστικά αναφερόμενοι στις οικείες διατάξεις λόγοι και προϋποθέσεις.
Γ. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ
1. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ
ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΦΟΡΟΙ
Επί της τυχόν διαφοράς κύριου φόρου που προκύπτει από τον διενεργηθέντα έλεγχοεπιβάλλεται πρόσθετος φόρος (προσαύξηση), το ύψος του οποίου υπολογίζεται ωςποσοστό επ’ αυτής και εξαρτάται από :
• Το είδος της διαπιστωθείσας παράλειψης σε σχέση με την οικεία δήλωση(ανακριβής δήλωση, μη υποβολή δήλωσης).
• Το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί κατ΄ αρχήν ανάμεσα στις ημερομηνίες λήξηςτης προθεσμίας υποβολής της οικείας δήλωσης και έκδοσης της αντίστοιχης πράξηςμε την οποία καταλογίζεται η οφειλόμενη διαφορά κύριου φόρου. Περαιτέρω, ανάλογαμε την εξέλιξη επί της εκδοθείσας πράξης (συμβιβασμός, έκδοση σχετικήςδικαστικής απόφασης, οριστικοποίηση), λαμβάνεται υπόψη και το εκάστοτε επιπλέονανάλογα με την περίπτωση χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τα ειδικότερον οριζόμεναστο νόμο.
• Το είδος της φορολογίας (εισόδημα, Φ.Π.Α. κλπ.).
Το ως άνω επιβαλλόμενο ποσοστό προσαύξησης (επί υποβολής ανακριβούς δήλωσης ήεπί μη υποβολής δήλωσης) σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να υπερβεί το 200% τηςδιαφοράς του κύριου φόρου. (Το ποσοστό αυτό ισχύει για εισοδήματα κλπ. από1/1/2004 και μετά. Για τα προηγούμενα χρόνια το ποσοστό αυτό ανερχόταν σε 300%).
ΠΡΟΣΤΙΜΑ
Άλλη βασική κατηγορία διοικητικών κυρώσεων αποτελούν τα πρόστιμα. Κυριότερεςπεριπτώσεις προστίμου είναι οι ακόλουθες:
• Πρόστιμο που επιβάλλεται επί μη τήρησης υποχρεώσεων γενικά που απορρέουν απότην κείμενη φορολογική νομοθεσία, εφόσον δεν προβλέπεται η επιβολή πρόσθετουφόρου ή δεν προκύπτει ποσό φόρου για καταβολή. Το πρόστιμο αυτό κυμαίνεται από εκατόν δέκα επτά (117) ευρώ μέχρι χίλια εκατόνεβδομήντα (1170) ευρώ.
• Πρόστιμο που επιβάλλεται επί μη ορθής εφαρμογής των διατάξεων γενικά τουΚ.Β.Σ. Το πρόστιμο αυτό προσδιορίζεται κατ΄ αντικειμενικό τρόπο, με βάση συγκεκριμένεςπαραμέτρους που ορίζει ρητά ο νόμος (κατηγορία βιβλίων, είδος και σοβαρότηταπαράβασης κλπ.).
• Πρόστιμο που επιβάλλεται επί μη ορθής εφαρμογής των διατάξεων περί ΦορολογικώνΜηχανισμών καθώς και αυτών που αναφέρονται στις τεχνικές προδιαγραφές τωνφορολογικών ταμειακών μηχανών και συστημάτων. Το πρόστιμο αυτό προσδιορίζεται επίσης κατ’ αντικειμενικό τρόπο.
• Πρόστιμο που αφορά το Φ.Π.Α. και επιβάλλεται σε περιπτώσεις έκπτωσης φόρουεισροών από λήπτη εικονικού φορολογικού στοιχείου ή στοιχείου που νόθευσε αυτόςή άλλοι για λογαριασμό του ή επιστροφής Φ.Π.Α. σε αυτόν καθώς και σε περιπτώσειςμη απόδοσης φόρου βάσει πλαστών, εικονικών ή νοθευμένων φορολογικών στοιχείωναπό τον εκδότη αυτών. Το επιβαλλόμενο ειδικό πρόστιμο αυτών των περιπτώσεων είναι ισόποσο με τοτριπλάσιο του φόρου που εκπέσθηκε ή που επιστράφηκε ή που δεν αποδόθηκε,ανεξάρτητα αν δεν προκύπτει τελικά ποσό φόρου για καταβολή. Το ανωτέρω πρόστιμο επιβάλλεται και στους αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α.που έλαβαν επιστροφή φόρου με βάση πλαστά, εικονικά ή νοθευμένα φορολογικάστοιχεία που εξέδωσαν οι ίδιοι.
1.3. ΑΛΛΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ
Σε περιπτώσεις ιδιαίτερα σοβαρών φορολογικών παραβάσεων, εκτός από τουςπρόσθετους φόρους και τα πρόστιμα που αναφέρθηκαν προηγουμένως, προβλέπονταιειδικές διοικητικές κυρώσεις που έχουν σαν στόχο, πέραν της διασφάλισης τωνσυμφερόντων του Δημοσίου, τον παραδειγματισμό και τη συμμόρφωση τουφορολογούμενου. Κυριότερες από αυτές, που επιβάλλονται στο πλαίσιο προσωρινών ή τακτικώνελέγχων, είναι οι ακόλουθες :
• Αναστολή λειτουργίας επαγγελματικών εγκαταστάσεων επιτηδευματιών μέχρι ένα (1)μήνα, σε περιπτώσεις παρεμπόδισης της διενέργειας φορολογικού ελέγχου μεχρησιμοποίηση βίας ή απειλών κατά των ελεγκτικών οργάνων, καθώς και κάθε φοράπου διαπιστώνεται η επανάληψη μέσα στην ίδια ή την επόμενη ή τη μεθεπόμενηχρήση, της μη έκδοσης του προβλεπόμενου από τον Κ.Β.Σ. στοιχείου κατά την πώλησηή διακίνηση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών.
• Αναστολή έναντι του Δημοσίου του απορρήτου των καταθέσεων, των λογαριασμών,των κοινών λογαριασμών, των πάσης φύσεως επενδυτικών λογαριασμών κλπ. τουφορολογούμενου σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα και δέσμευση του 50% αυτών,καθώς και μη χορήγηση βεβαιώσεων ή πιστοποιητικών που απαιτούνται για τηνκατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων τουπαραβάτη.
• Απώλεια του δικαιώματος -συμμετοχής σε δημοπρασίες του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου,των κοινωφελών ιδρυμάτων και οργανισμών κοινής ωφέλειας, -λήψης πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας και -λήψης δανείων με την εγγύηση του Δημοσίου ή δημόσιων επιχορηγήσεων ή κρατικώνπιστώσεων, καθώς και απαγόρευση σύναψης σύμβασης με το Δημόσιο ή άλλους δημόσιους οργανισμούς ήφορείς.
Μία τουλάχιστον από τις παραπάνω κυρώσεις απαγγέλλεται από το αρμόδιο διοικητικόεφετείο για όσο χρονικό διάστημα κατά περίπτωση ορίζουν οι οικείες διατάξεις,στις περιπτώσεις μη υποβολής ή υποβολής ανακριβών δηλώσεων, εφόσον οιτελεσίδικες ή οριστικές κατά περίπτωση διαφορές φόρων, τελών ή εισφορώνυπερβαίνουν συγκεκριμένα όρια.
2. ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ
Όταν από τον έλεγχο διαπιστώνεται διάπραξη συγκεκριμένων φορολογικών παραβάσεωνπου συνιστούν συγχρόνως και αδικήματα φοροδιαφυγής, προβλέπεται η επιβολήποινικών κυρώσεων κατά των δραστών και των κατά περίπτωση αυτουργών και συνεργώναπό τα αρμόδια ποινικά δικαστήρια, ύστερα από μηνυτήρια αναφορά των αρμόδιωνελεγκτικών αρχών ή κατόπιν αποστολής στον αρμόδιο εισαγγελέα των τελεσίδικωναποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων, κατά περίπτωση.
Φορολογικές παραβάσεις που συνιστούν αδικήματα φοροδιαφυγής είναι:
• -Η παράλειψη υποβολής ή η υποβολή ανακριβούς δήλωσης στη φορολογίαεισοδήματος, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που απεκρύβησαναπό οποιαδήποτε πηγή εισοδήματος, υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο τοποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. -Η μη απόδοση στο Δημόσιο του φόρου πλοίων, εφόσον ο φόρος που δεν αποδόθηκε γιακάθε διαχειριστική περίοδο υπερβαίνει το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000)ευρώ. -Η μη απόδοση ή η ανακριβής απόδοση στο Δημόσιο του Φ.Π.Α., του φόρου κύκλουεργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών,εφόσον το προς απόδοση ποσό του κατά περίπτωση κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ήτο ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίστηκε ή επιστράφηκε ή δεν αποδόθηκε, υπερβαίνει σεετήσια βάση το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Για όλα τα παραπάνω αδικήματα φοροδιαφυγής προβλέπεται ποινή φυλάκισηςτουλάχιστον ενός έτους έως κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, ανάλογα με το ύψος των κατάπερίπτωση ποσών.
• Η έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων καθώς και η αποδοχήεικονικών ή η νόθευση φορολογικών στοιχείων, ανεξάρτητα αν ο δράστης διαφεύγει ήμη την πληρωμή φόρου. Για το αδίκημα αυτό φοροδιαφυγής προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών(3) μηνών.
Ειδικά, η έκδοση ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων για συναλλαγήανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής και εφόσον η συνολική αξία αυτώνυπερβαίνει τα 3.000 ευρώ, τιμωρείται με μεγαλύτερη ποινή και συγκεκριμένα μεφυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους έως κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.
Στις πιο πάνω περιπτώσεις, αν η συνολική αξία των εικονικών φορολογικώνστοιχείων υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ, προβλέπονται επίσης ιδιαίτερεςαυστηρότερες για το φορολογούμενο διαδικασίες ως προς το χρόνο υποβολής τηςμηνυτήριας αναφοράς στον αρμόδιο εισαγγελέα και εκδίκασης της υπόθεσης.
Όταν η συνολική αξία των πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, για τηνπλαστότητα ή εικονικότητα των οποίων καταδικάζεται ο δράστης, υπερβαίνει το ποσότων 235.000 ευρώ, επιβάλλεται ως παρεπόμενη ποινή το κλείσιμο της επαγγελματικήςεγκατάστασης αυτού μέχρι ένα μήνα.
• Η παραβίαση ή παραποίηση φορολογικών μηχανισμών και συστημάτων ή η επέμβασηκατά οποιοδήποτε τρόπο στη λειτουργία του μηχανισμού ή η διάθεση ή χρησιμοποίησηπαραβιασμένου ή διαφοροποιημένου ή παραποιημένου τέτοιου μηχανισμού. Για το αδίκημα αυτό προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών μεανάλογη εφαρμογή των προβλεπόμενων για τη χρήση πλαστών και εικονικώνφορολογικών στοιχείων.
Σημειώσεις: 1. Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα, δεν αρχίζει δε πριν από τηντελεσιδικία της οικείας υπόθεσης στα διοικητικά δικαστήρια επί άσκησης προσφυγήςή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής επί μη άσκησης εμπρόθεσμηςπροσφυγής, με εξαίρεση το αδίκημα των πλαστών, εικονικών ή νοθευμένωνφορολογικών στοιχείων, όπου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα κατά περίπτωση.
2. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις αδικημάτων φοροδιαφυγής, το αξιόποινοαίρεται εφόσον επέλθει συνολικός κατά περίπτωση συμβιβασμός ή κατ’ άλλον τρόποολική διοικητική περαίωση της διαφοράς.
|