| | Α.Π. αριρθμός 10/2009 [12/06/2009]Το ζήτημα αν η απλή ετοιμότητα προς εργασία του εργαζόμενου υπόκειται στις διατάξεις των ειδικών νόμων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας για το ελάχιστο όριο αμοιβής. Αριθμός 10/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές της Β' Σύνθεσης: Βασίλειο Νικόπουλο,Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καλαμίδα, Κωνσταντίνο Κούκλη,Γρηγόριο Μάμαλη, Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπροέδρους, ΕλισάβετΜουγάκου-Μπρίλλη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Χαράλαμπο Ζώη, Αναστάσιο Λιανό,Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, ΔήμητραΠαπαντωνοπούλου, Νικόλαο Λεοντή- Εισηγητή, Ελευθέριο Μάλλιο, ΓεωργίαΛαλούση, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Παναγιώτη Κομνηνάκη,Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο και ΝικόλαοΠάσσο, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της Σύνθεσης).
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου2008, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σανιδάκαι της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος- καλούντος: X, κατοίκου ......, ο οποίοςπαραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Αθανασίου Καρδαρά καιΝικολάου Αναγνωστόπουλου. Της αναιρεσιβλήτου - καθής η κλήση : Εταιρίας με την επωνυμία "SEATRADERS S.A" που εδρεύει στη ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποίαεκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Παναγιώτης Παπαθεοδωρό-πουλος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.04.2002 αγωγή του ήδηαναιρεσείοντος, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 849/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και8388/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασηςζήτησε ο αναιρεσείων με την από 01.06.2006 αίτησή του. Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1/2008 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος, ηοποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου τον απότο άρθρο 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ πρώτο λόγο αναιρέσεως. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 16.05.2008 κλήση του καλούντος ηπροκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οιδιάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοιδικηγόροι τους ανέπτυξαν προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους καιζήτησαν: οι μεν του αναιρεσείοντος την παραδοχή του παραπεμφθέντοςλόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο δε της αναιρεσιβλήτου τηναπόρριψή του και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στηδικαστική δαπάνη. Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε ότι οπαραπεμφθείς στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού λόγος αναιρέσεως απότο άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους προαναφερόμενουςπληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένωςείχαν αναπτύξει. Κατά την 19η Φεβρουαρίου 2009, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόνδικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν παρόντεςόλοι οι προαναφερόμενοι Αρεοπαγίτες, παρισταμένων πλέον των δεκαπέντε(15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο23 παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο44 του ν.3659/2008. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 765/6-6-2006 αίτηση αναιρέσεως, ο πρώτος κατά σειράλόγος της οποίας παραπέμφθηκε με την 1/2008 απόφαση του Β1 Τμήματος τουΑρείου Πάγου στην Τακτική αυτού Ολομέλεια και οι λοιποί απορρίφθηκαν,προσβάλλεται η 8388/14-12-2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξητης ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο561§ 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 52383/1248/15-4-2002 αγωγή εφέροντο προς διάγνωσηαξιώσεις του δι'αυτού ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά τηςεναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης από (α) διαφορές αποδοχών, (β)υπερεργασία/ιδιόρρυθμη υπερωρία, (γ) παράνομη υπερωριακή εργασία, (δ)απλή νυκτερινή εργασία, (ε) κατά Κυριακές εργασία, (στ) κατά Κυριακέςπαράνομη υπερωριακή εργασία, (ζ) κατά Κυριακές νυκτερινή εργασία, (η)απασχόλησή του κατά τις ημέρες των αργιών, (θ) παράνομη υπερωριακήεργασία κατά τις ημέρες των αργιών και (ι) νυκτερινή εργασία κατά τιςημέρες των αργιών και επιπρόσθετα χρηματικής του ικανοποιήσεως λόγωηθικής βλάβης, απορρέουσες από τις συνδέουσες τους διαδίκουςδιαδοχικές, από 12-4-1999 και 21-11-2000, συμβάσεις εξαρτημένηςεργασίας αορίστου χρόνου, σε εκτέλεση των οποίων πρόσφερε τις υπηρεσίεςτου ως φύλακας παροπλισμένων πλοίων εκμεταλλεύσεως της εναγομένης μέχρικαταγγελίας της από την τελευταία στις 7-6-2001. Επί της εν λόγω αγωγήςεκδόθηκε η απορριπτική αυτής 849/2003 απόφαση του ΜονομελούςΠρωτοδικείου Αθηνών, σε συνέπεια με την περί πραγμάτων κρίση της ότιπρόκειται περί απλής ετοιμότητας προς εργασία, και σε δεύτερο βαθμό,ύστερα από την 262/14-1-2004 έφεση του ενάγοντος, η 8388/2004 απόφασητου Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής, με την αυτή αιτιολογία,κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώςανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφήτους. "Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο ενάγωνπροσελήφθη από την εναγομένη εταιρία την 12-4-1999 ως φύλακας στοπαροπλισμένο στον κόλπο της Ελευσίνας υπό σημαία Μάλτας πλοίο Μ/Τ...... κυριότητας της εταιρίας με την επωνυμία "SPEAR SHIPPING LTD",ακολούθως δε από 21-11-2000 με νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίαςαορίστου χρόνου επαναπροσλήφθηκε από την ίδια εναγομένη ως φύλακας στοίδιο πλοίο, το οποίο μετονομάστηκε σε Μ/Τ ...... υπό σημαία Μάλτας καιήταν ακόμη παροπλισμένο στον Κόλπο της ...... . Ο ενάγων συνδεόταν μετην εναγομένη, η οποία εκμεταλλευόταν για λογαριασμό της το πλοίο αυτόκαι ετύγχανε εργοδότης αυτού, με σύμβαση χερσαίας εργασίας, η οποίαδιήρκεσε μέχρι την 7-6-2001, οπότε και καταγγέλθηκε από την εναγομένηλόγω αναχωρήσεως του πλοίου. Ο ενάγων εργαζόταν στο πλοίο εναλλάξ μεέναν άλλο φύλακα και ανάλογα με τη συμφωνία που είχε με αυτόν, όπωςκαταθέτει και ο μάρτυρας της εναγομένης, παρέμεινε στο πλοίο συνεχώς 48ή 72 ώρες και άλλες τόσες ώρες παρέμενε στην οικία του. Οκαταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανήρχετο σε 194.000 δρχ.από 2/1999 έως 12/2000 σε 212.000 δρχ. από 1/2001 έως 4/2001 και255.000 δρχ. από 5/2001 μέχρι την απόλυσή του, πλέον αναλογιών δώρωνεορτών και επιδόματος αδείας. Ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος ναπαρευρίσκεται στο πλοίο όλο το διάστημα της κάθε βάρδιας, όπωςπροβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 7 του υπ' αριθμ. 43 Ειδικούκανονισμού Λιμένα Ελευσίνας (ΦΕΚ 449 B της 16ης Ιουνίου του 1994), μετην ευθύνη της φύλαξης αυτού από ενδεχόμενη κλοπή εξαρτημάτων και τηνεπιτήρηση αυτού για αποφυγή ρύπανσης, κλίσης και πυρκαγιάς. Όφειλεδηλαδή να περιφέρεται κατά καιρούς (πάντα κατά την κρίση του) σταεξωτερικά μέρη του πλοίου προκειμένου να εποπτεύει αυτό και σεπερίπτωση κινδύνου να ειδοποιεί τη Λιμενική αρχή, να ελέγχει την ασφαλήπρόσδεση του πλοίου, ώστε να μην προκαλούνται ζημιές μεταξύ αυτού καιτων άλλων παραπλεύρως παροπλισμένων πλοίων και να φροντίζει για τηδιαρκή λειτουργία των φώτων αγκυροβολιάς, αλλάζοντας τις μπαταρίες κάθετέσσερις ή πέντε ημέρες περίπου. Στα καθήκοντά του ήταν επίσης ναελέγχει μια φορά την εβδομάδα τα βυθίσματα του πλοίου, σημειώνοντας ταστο ημερολόγιο του πλοίου. Άλλες εργασίες, όπως καθαρισμούς κ.λ.π. δεναποδείχτηκε ότι έκανε ο ενάγων στο πλοίο, διότι πολύ τακτικά όπωςπροκύπτει από τα ημερολόγια, επέβαινε αυτού συνεργείο, το οποίοφρόντιζε για όλες τις εργασίες και τη συντήρηση της μηχανής. Κατά τηνεκτέλεση των ως άνω καθηκόντων του ο ενάγων δεν αποδείχτηκε ότιδιατηρούσε σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις όλεςτις ώρες της κάθε βάρδιας, όπως ισχυρίζεται. Αντιθέτως αποδείχτηκε ότιαπό τα παραπάνω καθήκοντα, τον έλεγχο για την ασφαλή πρόσδεση (έλεγχοκάβων), για την κλίση (έλεγχο βυθισμάτων) και για την εν γένεικατάσταση του πλοίου, πραγματοποιούσε ο ενάγων κάθε ημέρα της κάθεβάρδιας στο νόμιμο ωράριο του, ενώ μετά τη λήξη του νομίμου ωραρίουτου, τις υπόλοιπες ώρες του 24ώρου παρέμενε στην "καμπίνα" του, όπουήταν και το κρεβάτι του και διανυκτέρευε στο πλοίο, κατά τασυμφωνηθέντα, για τη φύλαξη και εποπτεία αυτού, έχοντας τη δυνατότητανα κοιμάται κατά τη διάρκεια της νύχτας μετά τον έλεγχο της λειτουργίαςτων φώτων της αγκυροβολιάς (εργασία που δεν απαιτούσε εγρήγορση παράμόνο κάθε τέσσερις με πέντε ημέρες αλλαγή μπαταριών), εκτελώντας τακαθήκοντα φύλαξης μόνο με την παρουσία αυτού πάνω στο πλοίο, χωρίς ναυποχρεούται να βρίσκεται σε εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών τουλειτουργιών, όπως βάσιμα η εφεσίβλητη ισχυρίζεται. Όσον αφορά τονισχυρισμό του ενάγοντος ότι η αφή των φώτων αγκυροβολιάς απαιτείολονύκτια εγρήγορση, αποδείχτηκε ότι τα παροπλισμένα πλοία ήταν δεμένατο ένα δίπλα στο άλλο (σε ντάνα) και συνεπώς αν καιγόταν μια λάμπα σεένα πλοίο δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί κάποιο πρόβλημα, διότι άναβαντόσο οι λάμπες των άλλων πλοίων όσο και οι υπόλοιπες λάμπες τουσυγκεκριμένου πλοίου και έτσι το πλοίο δεν έπαυε να διακρίνεται μεαποτέλεσμα να μην υπάρχει κίνδυνος ατυχήματος. Επίσης αποδείχτηκε ότιτο πλοίο λόγω του μεγέθους που είχε, δεν κινδύνευε να μετακινηθεί, αλλάούτε να υποστεί ζημίες από θαλασσοταραχή μέσα στον υπήνεμο κόλπο της...... . Οι καταθέσεις του μαρτύρα αποδείξεως - ο οποίος καταθέτει ότιήταν ξύπνιος ο ενάγων, είτε 48 είτε, 72 ώρες - και εκείνες των ενόρκως- βεβαιούντων - οι οποίοι καταθέτουν ότι όλη νύκτα ήταν στο πόδι - δενκρίνονται αληθείς (σημειωτέον ότι ο πρώτος έχει ασκήσει και ο ίδιοςαγωγή κατά της εναγομένης) προβάλλοντας παρόμοιες αξιώσεις, αναιρούνταιδε από εκείνες του μάρτυρα αποδείξεως... Ο ενάγων εξάλλου δενεπικαλείται ούτε αποδεικνύει ότι πλην των παραπάνω αναφερθεισώνεργασιών, κάποιες συμφωνηθείσες συγκεκριμένες εργασίες που απαιτούσανσυνεχή εγρήγορση των πνευματικών ή σωματικών του εργασιών, ώστε νακριθεί ότι συντρέχει περίπτωση ενδιάμεσης μορφής ετοιμότητας, πέραν τουνομίμου ωραρίου". Την τελευταία αυτή απόφαση προσέβαλε ο ηττηθείςεκκαλών με την 765/6-6-2006 αίτηση αναιρέσεως, με προβαλλόμενη με τονπρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 § 1 ΚΠολΔ, μετην έννοια της ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 2 του π.δ. 88/1999, όπωςτροποποιήθηκε με το π.δ. 76/2005, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνικήνομοθεσία με τις 89/391/ΕΟΚ και 93/104/ΕΚ Οδηγίες. Επί της εν λόγωαιτήσεως αναιρέσεως εκδόθηκε κατά πλειοψηφία, με διαφορά μίας ψήφου, η1/2008 απόφαση του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ο λόγοςαυτός αναιρέσεως αρνητικά αξιολογήθηκε ως αβάσιμος, σε συνέπεια με τηννομική παραδοχή της γνώμης που πλειοψήφισε ότι επί απλής ετοιμότηταςπρος εργασία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις στις οποίες εφέροντο ναθεμελιώνονται οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος και ότι στην περίπτωσηαυτή οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε και σε κάθε περίπτωση οειθισμένος κατά την έννοια του άρθρου 653 ΑΚ, μισθός, ακολουθώντας τηνπάγια περί τούτου νομολογία. Αντίθετα, κατά την μειοψηφούσα γνώμη με τοπ.δ. 88/1999 καταργήθηκε η διάκριση της απλής και γνήσιας ετοιμότηταςπρος εργασία και ως εκ τούτου η απλή ετοιμότητα προς εργασίαεξομοιώνεται πλήρως με την κανονική εργασία, με παράλληλη παραπομπήπερί τούτου στις μνημονευόμενες αποφάσεις του ΔΕΚ. Λόγω της λήψεως τηςαποφάσεως αυτής αναφορικά με τη βασιμότητα του πρώτου λόγου αναιρέσεωςμε πλειοψηφία μίας ψήφου, παραπέμφθηκε κατά τούτο η υπόθεση στηνΤακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την εν λόγω απόφαση,ανταποκρινόμενη στην απορρέουσα από το άρθρο 563 § 2 εδ. β' ΚΠολΔδικονομική της υποχρέωση, και με την έννοια αυτή ερευνάται στησυνέχεια. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 559 § 1α ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγοςαναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτόςεφαρμόσθηκε, ενώ δε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή δενεφαρμόσθηκε, ενώ έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα. Εξάλλου,κατά κανόνα, η εργασιακή σχέση προϋποθέτει ενεργό ή θετική παραδοχήπνευματικής ή σωματικής ανθρώπινης δραστηριότητας για την επίτευξηκάποιου οικονομικού αποτελέσματος. Ωστόσο υπάρχει παροχή εξαρτημένηςεργασίας και όταν απλώς δεσμεύεται η ελευθερία του μισθωτού, με τηνυποχρέωσή του να παραμένει στον καθοριζόμενο από τον εργοδότη τόπο καιχρόνο, για να είναι έτοιμος προς παροχή της εργασίας του, αν από τιςπεριστάσεις παραστεί ανάγκη. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 648, 649 και653 ΑΚ, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των ν. 3239/1933, 1876/1990και 3755/1957, η σύμβαση με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος αναλαμβάνειτην υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεων του υπέρτου άλλου, χωρίς να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικέςτου δυνάμεις στη διάθεση αυτού κάθε στιγμή, φέρει μεν το χαρακτήρα τηςσυμβάσεως εργασίας, λόγω όμως της ιδιομορφίας της δεν υπόκειται στιςδιατάξεις ειδικών νόμων ή συλλογικών συμβάσεων, αναφορικά με τοελάχιστο όριο αμοιβής και τις προσαυξήσεις για νυκτερινή, υπερωριακή ήάλλη εργασία σε ημέρα γιορτής ή αναπαύσεως, γιατί αυτές, αν δενσυμφωνήθηκε το αντίθετο, εφαρμόζονται μόνο σε περίπτωση πλήρουςαπασχολήσεως ή πάντως διατηρήσεως σε εγρήγορση των σωματικών ήπνευματικών δυνάμεων του μισθωτού στις καθορισμένες για κάθε περίπτωσηώρες. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για "σχέση ετοιμότητας γιαεργασία", η οποία ανάλογα με το βαθμό ετοιμότητας, διακρίνεται σε δύοκύριες κατηγορίες: (α) μία πρώτη κατηγορία που είναι και η πιοσυνηθισμένη στην πρακτική, συνιστά η λεγόμενη "γνήσια ετοιμότητα γιαεργασία", στην οποία έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικήςνομοθεσίας και στην οποία ο μισθωτός οφείλει να βρίσκεται σε ορισμένοτόπο (της επιχείρησης ή και εκτός αυτής από όπου καλούμενος να έχει τηνδυνατότητα να προσέλθει στον τόπο εργασίας) και χρόνο, διατηρώντας τιςσωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε ένταση για να προσφέρει τιςυπηρεσίες του μόλις παραστεί ανάγκη, οπότε σε αυτήν τη μορφήετοιμότητας θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξάρτητα αν θαπαρουσιασθούν περιστατικά για την παροχή εργασίας και έτσι η ετοιμότηταεξομοιώνεται ολότελα με την κανονική εργασία, γιατί, εκτός από τηδέσμευση της ελευθερίας, υπάρχει και εγρήγορση των δυνάμεων τουμισθωτού, (β) μία δεύτερη κατηγορία είναι η λεγόμενη "μη γνήσιαετοιμότητα ή ετοιμότητα κλήσης", κατά την οποία ο μισθωτός δενυποχρεούται να έχει σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές τουδυνάμεις, έχοντας τη δυνατότητα να κοιμάται ή να βρίσκεται έξω από τοντόπο εργασίας, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή όλες οιδιατάξεις του εργατικού δικαίου και ειδικότερα οι διατάξεις τηςεργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσειςγια παροχή νυκτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή άλλης εργασίας κατά τιςΚυριακές και αργίες, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο και(γ) μεταξύ της μιας και της άλλης κατηγορίας ετοιμότητας μπορούν ναυπάρχουν "ενδιάμεσες βαθμίδες ετοιμότητας" και μερική εγρήγορση τουμισθωτού, οπότε ανάλογα με τα χρονικά διαστήματα υπολογίζονται και οιαποδοχές του μισθωτού. Το ζήτημα για το είδος της ετοιμότητας εργασίαςκαι ειδικότερα αν πρόκειται για γνήσια ετοιμότητα ή μη γνήσια (απλή)ετοιμότητα κλήσης ή κάποια άλλη ενδιάμεση μορφή, είναι θέμα αποδείξεωςτων πραγματικών εκείνων περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στη μία ήάλλη κατηγορία. Η πάγια αυτή θέση της νομολογίας για την διάκριση, κατάτην προδιαληφθείσα των όρων έννοια, μεταξύ της γνήσιας και της μηγνήσιας (απλής) ετοιμότητας προς εργασία αναφορικά με το θέμα αμοιβήςτου μισθωτού δεν διαφοροποιείται με το π.δ. 88/1999, με το οποίοεναρμονίσθηκε το εσωτερικό δίκαιο με την 93/104 ΕΚ Οδηγία τουΣυμβουλίου της 23-11-1993, η οποία τροποποιήθηκε με την επακολουθήσασα2000/34 ΕΚ του Συμβουλίου της 22-6-2000 και σε συμμόρφωση προς αυτήν τοπ.δ. 88/1999 τροποποιήθηκε με το π.δ. 76/2005. Τέλος με την 2003/88/ΕΚτου Συμβουλίου της 4-11-2003 κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις για τηνοργάνωση του χρόνου εργασίας. Ειδικότερα κατά τους ορισμούς του π.δ.88/1999 για την εφαρμογή του παρόντος διατάγματος νοούνται ως 1. Χρόνοςεργασίας: Κάθε περίοδος κατά την διάρκεια της οποίας ο εναγόμενοςευρίσκεται στην εργασία, στην διάθεση του εργοδότη και ασκεί τηδραστηριότητα ή τα καθήκοντά του σύμφωνα με τις ισχύουσες ρυθμίσεις,για κάθε κατηγορία εργαζομένων. 2. Περίοδος ανάπαυσης: Κάθε περίοδοςπου δεν είναι χρόνος εργασίας (άρθρο 2 §§1,2 αυτού και της 93/104/ΕΚΟδηγίας). Από την αναφορά στο προοίμιο της οδηγίας ότι στο άρθρο 118Ατης Συνθήκης προβλέπει ότι το Συμβούλιο θεσπίζει, με οδηγία, τιςελάχιστες προδιαγραφές για να προωθήσει την καλυτέρευση, ιδίως, τουχώρου της εργασίας, με στόχο την εξασφάλιση υψηλότερου επιπέδουπροστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων και στιςδιατάξεις της 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 12ης Ιουνίου 1989 σχετικάμε την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας καιτης υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία, τον γενικό τίτλο αυτής("σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας") καιτο όλο περιεχόμενο των λοιπών διατάξεων αυτής, στις οποίες γίνεταιλόγος, κατ' ενδεικτική αναφορά, για ημερήσια και εβδομαδιαία ανάπαυση,διαλείμματα, ετήσια άδεια και διάρκεια της νυκτερινής εργασίας,προκύπτει ότι με τις οδηγίες αυτές ο κοινοτικός νομοθέτης αποβλέπειστην εξασφάλιση της καλύτερης προστασίας της ασφαλείας και της υγείαςτων εργαζομένων με την χορήγηση εις αυτούς των καθοριζομένων κατ'ελάχιστο όριο περιόδων ημερήσιας και εβδομαδιαίας αναπαύσεως καιεπαρκών διαλειμμάτων και τον ορισμό κατ' ανώτατο όριο των οκτώ ωρώννυκτερινής εργασίας ανά εικοσιτετράωρο, και των 48 ωρών εργασίας κατάμέσο όρο ανά επταήμερο, χωρίς παράλληλα με τις ρυθμίσεις αυτές νασυνδέεται και η οφειλόμενη για τον χρόνο εργασίας του μισθωτού αμοιβήτου. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται και από τις καθιερούμενες παρεκκλίσεις(άρθρα 14 του π.δ/τος 88/1999 και 17 της οδηγίας), κατά τους ορισμούςτων οποίων τα κράτη μέλη, τηρώντας τις γενικές αρχές για την προστασίατης ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, μπορούν να παρεκκλίνουναπό τα άρθρα 3 (ημερήσια ανάπαυση), 4 (διαλείμματα), 5 (εβδομαδιαίαανάπαυση), 8 (διάρκεια νυκτερινής εργασίας), εφόσον, πλην άλλων, ηδιάρκεια του χρόνου εργασίας δεν υπολογίζεται, λόγω των ιδιαιτεροτήτωντης ασκούμενης δραστηριότητας, με ενδιαφέρουσα μεταξύ των ενδεικτικώςαναφερομένων περιπτώσεων εκείνη των δραστηριοτήτων φύλαξης, επίβλεψηςκαι εικοσιτετράωρης παρουσίας που χαρακτηρίζονται από την ανάγκηεξασφάλισης της προστασίας των αγαθών και των προσώπων, ιδίως ότανπρόκειται για φύλακες και θυρωρούς ή επιχειρήσεις φύλαξης (άρθρο 14 §2.1 περ. β του π.δ./τος 88/1999 και 17 § 2.1. περ. β της Οδηγίας). Ηνομική παραδοχή ότι η εμβέλεια των ρυθμίσεων αυτών και ο επιδιωκόμενοςδι' αυτών σκοπός του κοινοτικού νομοθέτη εντοπίζεται και περιορίζεταιστην καλύτερη προστασία της ασφαλείας και της υγείας των εργαζομένων,χωρίς σύνδεση του χρόνου εργασίας με την οφειλόμενη αμοιβή, γίνεταιδεκτή και από την από 1-12-2005 απόφαση C -14/04 (υπόθεση DELLAS), κατάτις σχετικές, με αριθμούς 37 και 38 αιτιολογίες της οποίας, "Τόσο μετην απόφαση περί παραπομπής όσο και με τις περισσότερες από τιςπαρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο επισημαίνεται ότι ένατέτοιο σύστημα ισοδυναμίας επηρεάζει όχι μόνον το ωράριο εργασίας τωνενδιαφερομένων μισθωτών, αλλά και το ύψος της αμοιβής τους" (άρθρ. 37)"Ωστόσο, όσον αφορά το ζήτημα των αμοιβών, πρέπει εξαρχής ναδιευκρινιστεί ότι, όπως προκύπτει τόσο από τον σκοπό όσο και από τογράμμα των διατάξεών της, η οδηγία 93/104 δεν έχει εφαρμογή στιςαμοιβές των εργαζομένων". Επομένως δεν διαφοροποιείται από τις από Ι.14-7-2005 C-52/04 (υπόθεση Feuerwehr Hanbarg), II. 5-10-2004 C - 397(υπόθεση Pleiller), III. από 9-9-2003 C-151/02 (υπόθεση Jeager) και IV.από 3-10-2000 C-303/98 (υπόθεση Simap) αποφάσεις του ΔΕΚ, με τις οποίεςαποφάνθηκε ότι κατά την έννοια των οδηγιών αποτελεί χρόνο εργασίας ήπαρουσία στον χώρο εργασίας και ειδικότερα των πυροσβεστών στουςπυροσβεστικούς σταθμούς του Αμβούργου (με στοιχ. Ι), νοσοκόμωνπληρώματος παροχής υπηρεσιών και μεταφοράς ασθενών (με στοιχ. ΙΙ),ιατρών στο νοσοκομείο (με στοιχ. ΙΙΙ) και ιατρών των ομάδων πρώτωνβοηθειών στο κέντρο υγείας (με στοιχ. IV), οι συνθήκες απασχολήσεως τωνοποίων, σε κάθε περίπτωση, είναι εντελώς διάφορες από εκείνες τουφύλακα παροπλισμένου πλοίου, όπως διαλαμβάνονται στις αιτιολογίες τηςπροσβαλλόμενης αποφάσεως. Άλλωστε και πριν από τα π.δ. 88/1999 τοερμηνευόμενο θέμα δεν ήταν ο προσδιορισμός του χρόνου εργασίας τουμισθωτού υπό συνθήκες απασχολήσεώς του απλής ετοιμότητας προς εργασία,αλλά ο τρόπος αμοιβής αυτού, η οποία και μετά τις κοινοτικές οδηγίεςκαι το προς συμμόρφωση προς αυτές εκδοθέν π.δ. 88/1999 επαφίεται στονκοινό νομοθέτη να καθορισθεί. Σε συνέπεια με τις νομικές αυτέςπαραδοχές και τις διαλαμβανόμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώςανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της ορθά εκτιμήθηκε ότι η παροχή τωνυπηρεσιών του αναιρεσείοντος ως φύλακα παροπλισμένου πλοίου υπό τιςαναφερόμενες εις αυτές συνθήκες αποτελεί απλή ετοιμότητα προς εργασία,με την έννοια ότι ήταν υποχρεωμένος να περιορίσει μερικώς την ελευθερίατου με την παραμονή του στο παροπλισμένο πλοίο, χωρίς παράλληλα ναδιατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές αυτού δυνάμεις στηνδιάθεση της αναιρεσίβλητης, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οιδιατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τιςπροσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή άλληςεργασίας κατά Κυριακές και αργίες, στις οποίες θεμελιώνοντο οιφερόμενες προς διάγνωση αξιώσεις του ενάγοντος και κατ' ορθή εφαρμογήτων εν λόγω διατάξεων απέρριψε την 262/2004 έφεσή του κατά τηςαπορριπτικής κατ' ουσίαν επί της αγωγής του, με την αυτή αιτιολογία,849/2003 πρωτοβάθμιας αποφάσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια ο πρώτοςκατά σειρά λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση τουάρθρου 559 § 1α ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως του π.δ.88/1999, σε συνδυασμό με τις εν λόγω διατάξεις της εργατικήςνομοθεσίας, αρνητικά να αξιολογείται, ως αβάσιμος. Συνακόλουθα αυτώνπρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Τέλος εκτιμάται ότι ταδικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους,λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας που παρουσιάζει η ερμηνεία των διατάξεωνπου εφαρμόσθηκαν (ΚΠολΔ 183, 179). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 765/6-6-2006 αίτηση για αναίρεση της 8388/14-12-2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2009 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ |